ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μέσω Ευρώπης η προσέγγιση με την Τουρκία

Περιγράφοντας την ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης το 1923, ο δημοσιογράφος του Economist Μπρους Κλαρκ αναφέρει ένα παράδοξο φαινόμενο. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, γράφει στο βιβλίο του «Twice a Stranger: How Mass Expulsion Forged Modern Greece and Turkey», οι σχέσεις μεταξύ των μουσουλμάνων που ετοιμάζονταν να φύγουν για την Ανατολία και των Ελλήνων που μόλις είχαν καταφτάσει από εκεί ήταν ιδιαίτερα περίπλοκες. Η δυσκολία της προσωρινής συμβίωσης επιδεινωνόταν από γλωσσικά προβλήματα. «Σε κάποια χωριά γύρω από τα Γρεβενά, η κύρια γλώσσα του τοπικού καφενείου άλλαξε από ελληνικά σε τουρκικά, καθώς ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι έφευγαν και τουρκόφωνοι χριστιανοί έρχονταν», σημειώνει ο Κλαρκ. Πρόκειται για ένα τυπικό παράδειγμα της απόστασης της διφορούμενης πραγματικότητας των απλών ανθρώπων από την ασπρόμαυρη ρητορική που οδήγησε στη Λωζάννη, και που συνεχίζει ακόμα και σήμερα να διέπει τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών.

«Και οι δύο χώρες θα φοβούνταν να αφήσουν το πλαίσιο της Λωζάννης, επειδή έχει διατηρήσει κάποιας μορφής ειρήνη έκτοτε» παρατηρεί με τη νευρική ενέργεια που τον διακρίνει ο Κλαρκ, στο γραφείο του στον 13ο όροφο του Economist Tower, με μια πανοραμική θέα πίσω του, που περιλαμβάνει το Πάρκο του Σεντ Τζέιμς, το Μπιγκ Μπεν και το London Eye. Η επιβίωση της εθνικιστικής ιδεολογίας, ισχυρίζεται ο Κλαρκ, έχει αφήσει στην αφάνεια τις μαρτυρίες όσων συνυπήρχαν αρμονικά με τους αλλόθρησκους συγχωριανούς τους, που θυμούνται με νοσταλγία όχι μόνο τα εγκαταλελειμμένα εδάφη αλλά και τους παλιούς τους συντοπίτες. Πολλές φορές μάλιστα, οι ίδιοι οι πρόσφυγες, υπό την επιρροή των ιδεοληψιών της νέας τους πατρίδας, καταπίεζαν από μόνοι τους τις καλές αναμνήσεις. Ως αποτέλεσμα, «η Ιστορία τείνει να υποτιμά τον υλικό και ψυχολογικό πόνο που προκάλεσε αυτός ο χωρισμός», όπως σχολιάζει.

Στην Καππαδοκία

Τον ρωτάμε αν παρόλ’ αυτά, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε, η «ψυχρή λογική» (όπως την περιγράφει στο βιβλίο του) της Λωζάννης δεν ήταν η καλύτερη δυνατή εναλλακτική λύση. «Για κάποιους από τους ελληνορθόδοξους χριστιανούς που διέφευγαν από τα πεδία μάχης, ο ερχομός στην Ελλάδα ήταν ένα ζήτημα επιβίωσης… αλλά υπήρχαν και ορισμένα μέρη σαν την Καππαδοκία που δεν επηρεάστηκαν ιδιαίτερα από τη βία. Δεν είναι διόλου αδιανόητο να παρέμενε στη θέση της η χριστιανική ορθόδοξη κοινότητα εκεί… Το ίδιο ισχύει και για τους μουσουλμάνους της Κρήτης, που ήταν ελληνόφωνοι και πολύ αφοσιωμένοι στην Κρήτη, για τους οποίους η Τουρκία ήταν μια ξένη χώρα με μια ξένη γλώσσα» απαντά ο Κλαρκ.

Η Καππαδοκία ιδιαίτερα είναι ένα μέρος που έχει αιχμαλωτίσει τη φαντασία του. Τη μέρα πριν από τη συνομιλία μας, είχα παραστεί στην παρουσίαση του βιβλίου, σ’ ένα παλαιομοδίτικο βιβλιοπωλείο στη Marylebone High Street. Στην ομιλία του εκεί, για τη συναισθηματική φόρτιση της οποίας ένιωσε την υποχρέωση να δώσει εξηγήσεις στο αγγλικό κοινό, ο Κλαρκ έκανε έναν παραλληλισμό μεταξύ της κοινότητας της Σινασού στην Καππαδοκία και του χωριού Μαχαρά στην Ιρλανδία όπου μεγάλωσε, ως μέρη όπου οι θρησκευτικές διαφορές δεν εμπόδιζαν την ειρηνική συνύπαρξη. Διηγήθηκε την ιστορία της συνάντησης του προέδρου της Σινασού σε μια κρουαζιέρα έξω από την ακτή της Φλόριντα με έναν Τούρκο σερβιτόρο που καταγόταν από τα μέρη του. «Λατρέψανε ο ένας τον άλλον και ο πρόεδρος δεν χρειάστηκε να πληρώσει τίποτα για το υπόλοιπο ταξίδι», κατέληξε ο Κλαρκ. Η ιστορία είναι ενδεικτική ενός άλλου προεξάρχοντος μοτίβου του βιβλίου του: των πολλών κοινών που μοιράζονται οι δύο λαοί, παρά τις συχνά τεταμένες διακρατικές σχέσεις.

«Τhe Baklava Εffect»

«Καθηγητές που οργανώνουν ελληνο-τουρκικά σεμινάρια χρησιμοποιούν τη φράση «The Baklava Effect» για να περιγράψουν την υπερβολικά οικεία ατμόσφαιρα που δημιουργείται όταν βρεθούν Ελληνες και Τούρκοι μαζί και γιορτάζουν αυτά που μοιράζονται -τα ίδια φαγητά, την ίδια μουσική- χωρίς την Ιστορία να μπαίνει στη μέση», τονίζει σχετικά στη συνομιλία μας ο Κλαρκ. Τον ρωτάω αν μπορεί να συνοψίσει τις ομοιότητες Ελλήνων και Τούρκων. «Και στις δύο κουλτούρες» μου λέει, «υπάρχει μια συνήθεια οποιαδήποτε δοσοληψία να παίρνει έναν προσωπικό χαρακτήρα, που σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε μια ανοχή προς τη διαφθορά, μια αίσθηση ότι το να φροντίσεις τους φίλους σου είναι πιο σημαντικό από το να υπακούσεις στους κανόνες… ενώ σε άλλες έχει σαφώς θετικές επιδράσεις».

Μπορεί όμως αυτή η οικειότητα που παρατηρείται ανάμεσα σε απλούς πολίτες να μεταφρασθεί σε χειροπιαστή βελτίωση των σχέσεων σε επίπεδο κρατών; «Μπορεί κανείς να έχει έναν ενάρετο κύκλο ή ένα φαύλο κύκλο» εξηγεί ο βετεράνος δημοσιογράφος. «Θα ήλπιζα ότι μετά τη διπλωματία των σεισμών θα μπορούσε να υπάρξει ένας ενάρετος κύκλος, όπου η εξομάλυνση των διακρατικών σχέσεων θα δημιουργούσε ένα κλίμα όπου ανθρώπινες και πολιτιστικές σχέσεις θα μπορούσαν να βελτιωθούν ακόμα περισσότερο, και αυτό με τη σειρά του θα οδηγούσε σε ακόμα καλύτερες διακρατικές σχέσεις».

Ο Κλαρκ παραδέχεται όμως ότι παρά το καλύτερο κλίμα που επικρατεί μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο χωρών, «κανένα από το ουσιώδη ζητήματα δεν έχει λυθεί», και προσθέτει πως ίσως η καλύτερη ελπίδα πλέον είναι ότι με τη σταδιακή προσέγγιση μεταξύ Τουρκίας και Ε.Ε., κάποια από αυτά θα χάσουν τη σημασία τους. Αυτό φυσικά μας φέρνει στην κρίσιμη ερώτηση: τι πιστεύει για τις προοπτικές ενσωμάτωσης της Τουρκικής Δημοκρατίας στην Ευρώπη;

«Το αν η Τουρκία θέλει τελικά να εκπληρώσει αυτά τα κριτήρια (σ.σ.: για να γίνει μέλος της Ε.Ε.) εξαρτάται από την Τουρκία και τους Τούρκους… Αλλα είναι μια πολύ σημαντική αρχή -και όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για όλες τις χώρες της Ε.Ε.- ότι από την ευρωπαϊκή πλευρά η πόρτα είναι ανοιχτή…» τονίζει επιφυλακτικά ο συνομιλητής μου. Είναι φανερό ότι δεν αρέσκεται σε μεγαλόστομες προβλέψεις.

Η ενασχόληση του Κλαρκ με τη Συνθήκη της Λωζάννης ξεκίνησε από την πολύχρονη -25 χρόνια πλέον, όπως μας πληροφόρησε- σχέση του με την Ελλάδα. Η σημασία των εμπειριών της Καταστροφής για την κατανόηση των σημερινών Ελλήνων, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, αποτέλεσε την πηγή του ενδιαφέροντός του. Αλλά το κίνητρό του δεν εξαντλείται εκεί, ακριβώς επειδή οι συνέπειες της Λωζάννης εκτείνονται πολύ πέρα από τη σύγχρονη Ελλάδα και Τουρκία. Οπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του, «ως εργαζόμενος δημοσιογράφος με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη νοτιοανατολική Ευρώπη, μου έρχεται συνεχώς στον νου ποια είναι η ολέθρια κληρονομιά της συνθήκης». Στα Βαλκάνια σήμερα, και ειδικά στον χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η κληρονομιά αυτή είναι οδυνηρά αισθητή.

«Οι παλιές βεβαιότητες είχαν χαθεί» σχολιάζει ο Κλαρκ για την περίοδο μετά τον θάνατο του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, «η λογική του Ψυχρού Πολέμου που υπαγόρευε ότι η Γιουγκοσλαβία πρέπει να μείνει ενωμένη εκπαραθυρώθηκε, οι παλιές δομές εξαϋλώθηκαν. Ο κόσμος βρέθηκε σε πλήρη σύγχυση, και ήταν εύκολο να πειστεί ότι η ασφάλειά του συνεπαγόταν την απόλυτη αφοσίωσή του σ’ ένα έθνος ή σε μια θρησκευτική ομάδα».

Ιερές εξιστορήσεις

Αλλά το πρωταρχικό μέλημα του Κλαρκ είναι τα δύο κράτη που υπέγραψαν τη συνθήκη το 1923, και οι συνέπειες αυτής τους της πράξης για τους απλούς ανθρώπους, ιδιαίτερα εκείνους που δεν ταιριάζανε εύκολα σε μια από τις απόλυτες, αλληλοαποκλειόμενες κατηγορίες στις οποίες βασίστηκε η ανταλλαγή. Ελπίζει άραγε το βιβλίο του να συνεισφέρει στην αλληλοκατανόηση μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων; «Το ελπίζω, τουλάχιστον σ’ ένα περιορισμένο βαθμό», μου απαντά. Η επικοινωνία μεταξύ των δύο λαών, αποφαίνεται, «γίνεται πολύ πιο δύσκολη όταν μιλάς για ζητήματα ιερής ιστορίας», όπως είναι για την Ελλάδα η επανάσταση του 1821, ή για τους Τούρκους ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας που εδραίωσε το κεμαλικό κράτος. Ως ένας εξωτερικός παρατηρητής, ο Κλαρκ είναι στη μοναδική θέση να μπορεί να φανερώσει τις αντικειμενικές ατέλειες των ιερών αυτών εξιστορήσεων, μέσω της ανασκαφής των μαρτυριών εκείνων που το πνεύμα της Λωζάννης είχε θάψει βαθιά στο χώμα της Ιστορίας. Το βιβλίο του πραγματοποιεί αυτό το έργο με θαυμαστό τρόπο, συνδυάζοντας το κομψό, κοφτό ύφος του συγγραφέα με τις διαχυτικές περιγραφές των ανθρώπων που του μίλησαν για τα παιδικά τους χρόνια στην πρώτη τους πατρίδα, που τόσο ζωηρά θυμούνταν ακόμα.