Η μορφή του Κάλβου δεν έχει σωθεί σε σκίτσο, φωτογραφία ή προσωπογραφία. Και ενώ οι καλβικές έρευνες έχουν προχωρήσει πολύ τα τελευταία χρόνια και έχουν αποκαλύψει πλήθος στοιχεία που μας βοηθούν να ανασυνθέσουμε την πορεία της ζωής του, τα ταξίδια του, την αλληλογραφία του και τις ασχολίες του, το πιο τίμιο, η μορφή του, μας διαφεύγει ακόμη1. «Η έλλειψη απεικόνισης του Κάλβου με τρελαίνει -είναι σαν να γράφτηκαν όλες οι ωδές μόνες τους… Στην περίπτωση του Κάλβου το κενό (της μορφής του) είναι οδυνηρό», έγραψε ο Νίκος Δήμου στο βιβλίο του «Ερως καλού».
Η ανεύρεση της μορφής του Κάλβου έχει γίνει πια ένα από τα βασικά ζητούμενα των ερευνητών της ελληνικής λογοτεχνίας, η «μη εικόνα» του προσθέτει στη συγκινησιακή ατμόσφαιρα και τον μύθο που τον περιβάλλει. Η ιδιοτυπία, γράφει ο Γιώργος Αντρειωμένος, της ποίησης του Κάλβου από τη μια και η έλλειψη κάποιας φωτογραφίας του από την άλλη, ίσως ώθησαν κάποιους αξιόλογους ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης να προσπαθήσουν να αποδώσουν (καλύτερα να πλησιάσουν) τη μορφή του όχι μόνο λογοτεχνικά, μα και ζωγραφίζοντάς την. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Γιώργος Σεφέρης, που σκίτσαρε το 1941 ένα φανταστικό πορτρέτο του Κάλβου με τη λεζάντα: «Δεν υπάρχει γνωστή εικόνα του Κάλβου». Και ο Ελύτης, επίσης, φιλοτέχνησε το 1991 σκίτσο του ποιητή των Ωδών2.
Μα και άλλοι πολλοί καλλιτέχνες προτείνουν, εικάζουν, υποθέτουν ή στηριγμένοι σε πληροφορίες και περιγραφές που έφτασαν ώς εμάς, προσπαθούν να δώσουν τη μορφή του ποιητή. Από τις μαρτυρίες που έχουν σωθεί αναφέρω ενδεικτικά την πιο αξιόπιστη, αφού βασίζεται στην περιγραφή του Κάλβου, όπως αποτυπώνεται στο διαβατήριό του, που εκδόθηκε στις 24 Ιουνίου 1826, από το βρετανικό προξενείο της Μασσαλίας: Ανάστημα 5 πόδια και 6 ίντσες, μαλλιά μαύρα, μύτη λίγο χοντρή, μέτωπο απογυμνωμένο, φρύδια μαύρα, στόμα μέτριο, γένια μαύρα, πιγούνι στρογγυλό, πρόσωπο ωοειδές, χροιά φυσική. Φτάνουν όμως αυτά για να ανασυνθέσει κάποιος το πορτρέτο του; Με βάση αυτήν την περιγραφή εκατό ζωγράφοι θα δώσουν εκατό διαφορετικές μορφές.
Πάντως, είναι πράγματι αξιοπερίεργο γιατί δεν σώθηκε η εικόνα του Κάλβου, μια φωτογραφία του. Ο ποιητής πέθανε το 1869, τριάντα χρόνια μετά την ανακάλυψη της φωτογραφίας, όταν στην Ελλάδα, στα χρόνια της δεκαετίας του 1840, φωτογραφήθηκαν τοπία και άνθρωποι, ακόμη και οι επιζώντες αγωνιστές του 1821.
Ο Κάλβος έζησε τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια της ζωής του στην Αγγλία, τη μητρόπολη τότε της τεχνολογίας και του αναπτυγμένου κόσμου, όταν η φωτογράφηση προσώπων και σκηνών ήταν κάτι το συνηθισμένο και απλό. Χαρακτηριστικά, στο Παρίσι του 1849, τραβήχτηκαν εκατό χιλιάδες φωτογραφίες, οι περισσότερες προσωπογραφίες. Είναι σίγουρο πως και στο Λονδίνο, στο θέμα της φωτογραφίας, υπήρχαν παρόμοια δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη την αυξητική τάση, σχεδόν γεωμετρική, που σημειώνεται σε αυτά τα θέματα, μέχρι τον θάνατο του ποιητή, το 1869, περισσότεροι από ενάμισι εκατομμύριο Λονδρέζοι είχαν αποκτήσει το φωτογραφικό τους πορτρέτο. Περίσσευε ο Κάλβος; Γιατί, λοιπόν, δεν έχει σωθεί μια φωτογραφία του; Σίγουρα ο χαρακτήρας του δεν ήταν όπως του Παπαδιαμάντη, που πέθανε εβδομήντα περίπου χρόνια μετά την ανακάλυψη της φωτογραφίας, όμως οι φωτογραφίες του μετρώνται στα δάκτυλα του ενός χεριού. «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα», είπε ο ταπεινός Γέρων στον Παύλο Νιρβάνα όταν του πρότεινε να τον φωτογραφήσει στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα.
Οι δρόμοι της ψυχής είναι πολλοί. Μπορεί η υπερήφανη ψυχή του Κάλβου να μη δέχτηκε τη φτηνή και αγοραία αποτύπωση της φωτογραφίας που καθείς εύκολα μπορούσε να αποκτήσει. Ισως να ήθελε την κλασική και επίσημη αποτύπωση της προσωπογραφίας από γνωστό ζωγράφο που δεν μπόρεσε να του δώσει η μη αναγνώρισή του στην Ελλάδα, η αναξιολόγητη παρουσία του στην Αγγλία, οι συνεχείς μετακινήσεις του, η οικονομική δυσπραγία του, ο δύσκολος χαρακτήρας του. Και μη έχοντας αυτήν την απεικόνιση, τη δύσκολη και επίσημη, αρνήθηκε και την εύκολη και μαζική. Ισως, όμως, να σώζονται φωτογραφίες του, τουλάχιστον να βρίσκεται η μορφή του σε φωτογραφίες πολυπληθών εκδηλώσεων και συμβάντων ή σκηνών του δρόμου στο Λονδίνο ή το Λάουθ. Ιδού, λοιπόν, που υπάρχει και η εθνική διαφοροποίηση στο κοίταγμα μιας φωτογραφίας. Αλλοι, όταν κοιτάζουν φωτογραφίες του Λονδίνου και του Λάουθ της εποχής που διέμενε εκεί ο Κάλβος, αναζητούν να εντοπίσουν άλλα πράγματα. Ο Ελληνας θα σκεφθεί: λες ο ποιητής να είναι εδώ, ένα από τα πρόσωπα της φωτογραφίας;
«Δεν ξέρω», γράφει ο Μάνος Ελευθερίου, «αν μέσα στο πλήθος των φωτογραφιών που έχω βρίσκεται και η μορφή του Κάλβου. Καμιά φορά που κοιτάζω φωτογραφίες σεβάσμιων κυρίων της Κέρκυρας και των επαρχιών της Αγγλίας του περασμένου αιώνα, έχω την εντύπωση πως κάπου εκεί κοντά τους ανασαίνει και κείνος»· ενώ δεν υπάρχει φωτογραφία του Κάλβου, όμως μαζί του, στο θέμα αυτό, συμβαίνει κάτι σπάνιο. Εχουμε φωτογραφία του λειψάνου και της νεκροκεφαλής του που τραβήχτηκε το 1960, με υπόδειξη – καθοδήγηση του Σεφέρη, πρεσβευτή τότε της Ελλάδας στην Αγγλία, κατά το άνοιγμα του τάφου του για τη μετακομιδή των οστών του από το Λάουθ της Αγγλίας στη Ζάκυνθο. Δεν γνωρίζω αν έχουμε παρόμοια φωτογραφία για άλλο λογοτέχνη μας. Ο ιδιότυπος ποιητής έχει για μας ακόμη μια ιδιοτυπία. Ενώ δεν σώθηκε η μορφή του όσο ζούσε, τώρα έχουμε φωτογραφία του από το πέραν της ζωής υπόλοιπο.
Αποφεύγω να κοιτάξω αυτήν τη φωτογραφία. Δεν είναι το μακάβριό της, κυρίως μου φαίνεται «εκδικητική». Καρφιτσώνει τον ανυπεράσπιστο πια Κάλβο με μια αλγολαγνική σύλληψη – ακινητοποίηση, όπως καρφιτσώναμε στο λεύκωμα των φυσιογνωστικών του Γυμνασίου τις πεταλούδες και τα άλλα ζωύφια της εντομολογικής συλλογής μας (=Κύριε Κάλβο η μορφή σου δραπέτευσε από το πεδίο πρόσληψης και κατοχής μας, ιδού όμως που σε «συλλάβαμε», έστω και έτσι).
Είναι τόση η αγάπη μου για την ποίηση του Κάλβου, που δύο φορές που τόλμησα να κοιτάξω αυτή τη φωτογραφία δεν μου ήρθε το «Ω καημένε Γιόρικ» στο μυαλό, αυτή η ποίηση παραμένει πάντοτε «ωσάν χαράς ιδέα», πέραν της φθοράς που σημειώνει η φωτογραφία. Πάντως σε ένα σενάριο για τον Κάλβο, που έφτιαξα για τον σκηνοθέτη Ανδρέα Πάντζη, με θέμα την αναζήτηση της μορφής του ποιητή, υπήρχε, ανάμεσα σ’ άλλες, και η σκηνή που ηλεκτρονικός υπολογιστής, με βάση τα δεδομένα από το διαβατήριο του ποιητή, κυρίως όμως από τα στοιχεία της νεκροκεφαλής και τις βιομετρικές πληροφορίες που αυτή δίνει, έφτιαχνε τη χαμένη εικόνα του Κάλβου. Συνηθίζεται πια αυτό στην Αρχαιολογία, υπάρχει και σχετικό ηλεκτρονικό πρόγραμμα. Πρότεινα αυτή τη σκέψη με ενθουσιασμό, σήμερα μου φαίνεται απλώς εξεζητημένη.
Σημειώσεις:
1) Βλ. την πρόσφατη έκδοση του Λεύκιου Ζαφειρίου «Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου», Μεταίχμιο, Αθήνα 2006, που αποτελεί συμβολή στην ιχνογράφηση της πορείας του ποιητή.
2) Είναι χαρακτηριστικό το ακόλουθο απόσπασμα του Ελύτη από τα «Ανοιχτά Χαρτιά»: «Κοίταζα για χιλιοστή φορά τον άνθρωπο έτσι, καθώς μας τον είχανε παραδώσει σχολιαστές και βιογράφοι του, κοίταζα τον άνθρωπο και το έργο του αξεχώριστα. Ενας γέροντας μικροκαμωμένος και φαλακρός, με μύτη μεγάλη και ρούχα κατάμαυρα στεκόταν μπροστά μου» (εκδ. Αστερίας, Αθήνα 1974, σ. 50. Πρώτη δημοσίευση: «Νέα Εστία», Χριστούγεννα 1946).

