ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μια Αυστραλή συγγραφέας στην Ελλάδα

Τελειώνοντας οι Βαλκανικοί και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, μπήκε σε εφαρμογή το σχέδιο της Κοινωνίας των Εθνών για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Την ίδια εποχή μία ομάδα Κουάκερων έφτανε στην Ελλάδα για να βοηθήσει στην αποκατάσταση των προσφύγων. Ανάμεσά τους το ζεύγος Λοκ, δημοσιογράφοι με συγγραφικό έργο και ιδιαίτερη ευαισθησία σε πολιτικοκοινωνικά θέματα. Την πολυτάραχη ζωή τους περιγράφει η Τζόις Λοκ στην αυτοβιογραφία της (Joice NanKivell Loch, «A Fringe Of Blue», Murray 1968).

Ο Σκωτσέζος Σίντνεϋ Λοκ και η Αυστραλή σύζυγός του έφτασαν στην Ευρώπη προερχόμενοι από την Αυστραλία, αρχικά για να καλύψουν δημοσιογραφικά τον αγώνα της ανεξαρτησίας των δημοκρατικών Ιρλανδών. Με την ίδρυση της Ιρλανδίας, το 1921, πήγαν στην Πολωνία, όπου, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, κατέφταναν κύματα ξεριζωμένων πολωνικών πληθυσμών από τα ανατολικά. Οι Λοκ εντάχθηκαν στις ομάδες των Κουάκερων που ήδη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέπτυσσαν έντονη δραστηριότητα στο έργο περίθαλψης και αποκατάστασης τεσσάρων εκατομμυρίων εξαθλιωμένων προσφύγων. Ενώ έκλειναν οι πληγές της Πολωνίας, άνοιγε στην Ελλάδα η πληγή της Μικρασιατικής Καταστροφής. Οι Λοκ ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, στη νεοϊδρυμένη Αμερικανική Γεωργική Σχολή, όπου προσέφεραν τις υπηρεσίες τους για την αποκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων που κατέφταναν με πλοία στην Επανομή και στην Καλαμαριά.

Ο Πύργος του Προσφορίου

Η γνωριμία με το Προσφόρι, τη σημερινή Ουρανούπολη, έγινε όταν ο Σίντνεϋ ανακάλυψε το Αγιον Ορος και αποφάσισε «να μελετήσει τη θαυμαστή μοναστική πολιτεία, έναν κόσμο μυστηρίου και ανείπωτης ομορφιάς». Σύντομα απέκτησαν μονιμότερη σχέση με τον τόπο. «Το 1928 ο σύζυγός μου και εγώ πήγαμε να μείνουμε στα σύνορα του Αγίου Ορους σε ένα μεγάλο βυζαντινό πύργο, ο οποίος υπήρξε μετόχι της Μονής Βατοπεδίου», αναφέρει σε ένα κείμενό της η Τζόις. «Η ελληνική κυβέρνηση είχε πάρει τη γη από το μοναστήρι και εγκατέστησε εκεί μια μικρή ομάδα προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Φτάσαμε την ίδια περίοδο με πολλούς από τους χωριανούς. Εκείνοι εγκαταστάθηκαν σε μικρά σπίτια που είχαν χτιστεί για την περίσταση. Εμείς πήγαμε στον πύργο. Το σκεφτήκαμε σαν μια προσωρινή εγκατάσταση, αλλά γοητευτήκαμε τόσο πολύ από τον παλιό πύργο και πειστήκαμε ότι μόνο εμείς θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε το χωριό, κι έτσι μείναμε μόνιμα».

Τα αγιορείτικα χαλιά

Η ζωή στο χωριό ήταν δραματική. «Μια μέρα μας ζήτησαν να πάμε να δούμε έναν άνθρωπο, ο οποίος, καθώς διαπιστώσαμε με τρόμο και κατάπληξη, πέθαινε από ασιτία. Μόνο τότε συνειδητοποιήσαμε ότι οι άνθρωποι ήταν τόσο φτωχοί που τους ήταν οικονομικά αδύνατον να θρέψουν τον γέρο. Αυτός ήταν σχεδιαστής χαλιών στην Τουρκία. Τους δώσαμε παραγγελία για ένα χαλί. Ο γέρος δεν έζησε για να το δει τελειωμένο, αλλά η οικογένειά του δούλεψε σ’ αυτό. Ετσι δημιουργήθηκε το πρώτο χαλί της βιοτεχνίας του Πύργου». Η Τζόις σκέφτηκε ότι δεν είχε νόημα να φτιάξουν τουρκικά χαλιά σε ένα ελληνικό χωριό. «Ο σύζυγός μου, πηγαίνοντας στα μοναστήρια, φωτογράφιζε βυζαντινά σχέδια. Αποφασίσαμε ότι έκαναν για χαλιά και ότι ενδεχομένως μπορούσαμε να αναπτύξουμε μία ταπητουργία στο χωριό, που ίσως συγκινούσε τους εραστές της ελληνικής τέχνης. Οι γριές θα έγνεθαν μαλλί και θα συνέβαλλαν στην οικογενειακή οικονομία». Το στήσιμο της βιοτεχνίας συνάντησε δυσκολίες, αλλά «η μεγαλύτερη αντίδραση ήρθε από τους ίδιους τους χωριανούς. Είχαν συντηρητική αντίληψη για τα χαλιά και θεωρούσαν τα νέα σχέδια απαίσια». Παράλληλα η Τζόις, με τη βοήθεια της Παρασκευούλας, της μαμής του χωριού, προχώρησε στην προετοιμασία φυτικών βαφών από τη χλωρίδα της περιοχής, ιδέα που οι χωριανοί βρήκαν τελείως παράλογη. Τελικά τα χαλιά εκτέθηκαν στην πρώτη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, κερδίζοντας το Μεγάλο Βραβείο. «Οι χωριανοί εξεπλάγησαν. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι εκείνες οι σιχαμάρες, όπως τις αποκαλούσαν, μπορούσε να τις προσέξει κανείς, αλλά δεν πρόφταιναν πια τις παραγγελίες που άρχισαν να πέφτουν βροχή». Στα χαλιά χρωστάνε οι πρώτοι πρόσφυγες της Ουρανούπολης την επιβίωσή τους. Μέχρι που ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η ταπητουργία του Πύργου διακρίθηκε σε πολλές εκθέσεις σε όλο τον κόσμο, ενώ η συλλογή εμπλουτίστηκε και με άλλα αγιορείτικα θέματα αλλά και με σχέδια από τη λαϊκή τέχνη των Αβορίγινων της Αυστραλίας.

Αυστραλιανή δωρεά

Σήμερα ο Πύργος του Προσφορίου, κτίριο του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου, αποκατεστημένος από τη 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, έχει μετατραπεί σε μουσείο με αντικείμενα κλασικής και βυζαντινής εποχής. Σε ένα δωμάτιο εκτίθενται προσωπικά αντικείμενα του ζεύγους Λοκ, όμως το μεγαλύτερο μέρος του σημαντικού αρχείου τους (βιβλιοθήκη, φωτογραφικό υλικό, χαλιά) και η παλιά επίπλωση έχουν μεταφερθεί σε αποθήκες. «Ισως αξιοποιηθούν στο μέλλον», λέει συγκρατημένα ο προϊστάμενος της Εφορείας, κ. Γιάννης Ταβλάκης. Στις 6 Ιουλίου, σε μία λιτή αλλά φορτισμένη τελετή που οργανώθηκε στο προαύλιο του Πύργου, ο πρέσβης της Αυστραλίας, κ. Πωλ Τάι, παρέδωσε στην 10η ΕΒΑ ένα σπάνιο ουρανουπολίτικο χαλί σχεδιασμένο από την Τζόις, δωρεά του Συμβουλίου Τεχνών της Αυστραλίας, το οποίο παρουσιάζει την ιεροτελεστία ενηλικίωσης νεαρών Αβορίγινων, από μία προϊστορική βραχογραφία. «Θα ήθελα να ευχαριστήσω την 10η ΕΒΑ που αφιέρωσε τμήμα του καταπληκτικού αυτού μουσείου, αναγνωρίζοντας έτσι το έργο που η Τζόις ΝανΚίβελ Λοκ πρόσφερε στην κοινότητα της Ουρανούπολης», είπε ο κ. Τάι στην ομιλία του, προσθέτοντας: «Η Αυστραλία αισθάνεται πολύ περήφανη που κάποιος πολίτης της τιμάται στο μουσείο αυτό και χαίρεται που μπορεί κατ’ ελάχιστο να συμβάλει στη συλλογή του».

Ζωντάνεψαν οι μνήμες

Την τελετή παρακολούθησαν παλιοί φίλοι των Λοκ, αλλά και αρκετές από τις κοπέλες της βιοτεχνίας χαλιών, ηλικιωμένες γυναίκες πια. Παρούσα βέβαια και η γλυκύτατη κυρία Φανή, που η φωτογραφία της σε νέα ηλικία φιγουράρει στην αυτοβιογραφία της Τζόις με τη λεζάντα: «Η Φανή Μητροπούλου που διοικεί εμένα και τον πύργο». Αργότερα στο σπίτι της η κ. Φανή ξεφύλλιζε το παλιό ογκώδες δειγματολόγιο, προϊόν πολύχρονης προσωπικής έρευνας, με τα πολύχρωμα νήματα, τα φύλλα από τα φυτά που χρησιμοποιούσαν στις βαφές και πολύτιμες σημειώσεις.

Αναπτυσσόμενο τουριστικό θέρετρο

Σήμερα η Ουρανούπολη δεν θυμίζει πια προσφυγικό χωριό. Είναι ένα δυναμικά αναπτυσσόμενο τουριστικό θέρετρο με μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται αυτοσχεδιάζοντας γύρω από την εκμετάλλευση ενός μοναδικού πόλου έλξης, του Αγίου Ορους. Η ανοικοδόμηση ήδη ξεφεύγει από την κλίμακα που είχε ισορροπήσει τόσες δεκαετίες, τα μεγέθη εκρήγνυνται, οι όγκοι ξεχειλίζουν, όλο και μεγαλύτερες ξενοδοχειακές μονάδες παίρνουν τις ανηφοριές καλύπτοντας τους γύρω λόφους, η ανοικοδόμηση πέρασε στα αντίπερα νησιά. Πρόκειται για μια παθητική εξέλιξη. Αναρωτιέται κανείς γιατί ο κατά τα άλλα δραστήριος γυναικείος σύλλογος της Ουρανούπολης δεν αποφασίζει να αναβιώσει σήμερα τη δημιουργική παράδοση της ευεργετικής ταπητουργίας που εμπνεύστηκε και έστησε η Τζόις ΝανΚίβελ Λοκ, αυτή η φωτισμένη και χειραφετημένη Αυστραλή Ουρανουπολίτισσα.