ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αγκαλιάζοντας το έγκλημα

Μπράιονι Λέιβερι

Καυτός πάγος

σκην.: Τάκης Βουτέρης

Θέατρο Εξαρχείων

«Στο τέλος πρέπει να εισχωρούν

τα νερά της συμπόνιας στο πλάσμα

το αμαρτωλό και βασανισμένο,

αυτό που βγήκε απ’ το συντριμμό του

και τις ρουφήχτρες του σκότους

γυμνό και ζαλισμένο

στων ακτών την άκρη»

Ολγα Βότση

«Το έλεος» – «Η εξέδρα», 1988

Ηπαιδοφιλία, συνοδευμένη ή όχι από το έγκλημα, είναι μια αληθινή μάστιγα των καιρών. Η απόλυτη άρση αναστολών μαζί με την αγριότητα του ήθους και τη γενικευμένη εμπορευματοποίηση δίνουν έδαφος εκδήλωσης σε ψυχικές στρεβλώσεις με εφαλτήρια -η λέξη πραγματική και μεταφορική- νεαρότατα έως και νήπια σώματα και πλήρως αδιαμόρφωτες ως προς τις ερωτικές επιλογές τους συνειδήσεις. Η κατ’ εμέ μεγαλύτερη αθλιότητα, αν υποτεθεί πως δεν υπάρχει και φόνος, είναι ο βίαιος προσδιορισμός μιας τρυφερής ψυχής που δεν έχει ακόμα ορθώσει κριτήρια ώστε να αποδεχθεί ή να απορρίψει την άλφα ή βήτα σεξουαλική συμπεριφορά.

Την αποτρόπαιη αυτή σύγχρονη πλευρά πραγματεύεται το έργο της αγγλίδας Μπράιονι Λέιβερι (Γιόρκσαϊρ, 1947), «Καυτός πάγος». Εργο με μεγάλη καριέρα και επιτυχία σε πολλές διεθνείς σκηνές, είναι δομημένο, κατά το μεγαλύτερο μέρος, σε τρεις παράλληλους μονολόγους: του βιαστή και δολοφόνου ενός δεκάχρονου κοριτσιού, της απελπισμένης μητέρας του και της ψυχολόγου που δρα ως καταλύτης ανάμεσά τους. Οι μονόλογοι είναι γραμμένοι με σωστή οικονομία, προσεγμένη αποδεικτική επιστημοσύνη, κατά σημεία με πικρό χιούμορ ή και σαρκασμό (στο τέλος οι δύο γυναίκες -κάπως περίεργα- αποδέχονται στωικά έως και ιταμά την ανθρώπινη μοίρα και συνεχίζουν επιθετικά τη ζωή τους). Ακόμη, οι μονόλογοι λειτουργούν ως συγκλίνοντες σωρείτες που θα εκβάλουν στην, κάπως βεβιασμένη όμως, κάθαρση.

Θύματα και θύτες

Το έργο αποκτά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του στις σκηνές συνάντησης του φυλακισμένου «θηρίου» με την ψυχολόγο (ίσως και λίγο κρυφά ερωτευμένη με τον δήμιο) και στις σκηνές του με τη μητέρα του άτυχου κοριτσιού, η οποία, μέσα από προηγηθείσες ψυχιατρικές αναλύσεις του φαινομένου από την ψυχολόγο και ύστερα από ποικίλα στάδια λύσσας, οργής, ενδοιασμού, εξοικείωσης, κατανόησης και, τελικά, συγγνώμης, συναντάται με τον δολοφόνο του παιδιού της για να του παράσχει το έλεός της. Επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι τέτοιου είδους μεταστροφές, αν δεν είναι όλως διόλου ανύπαρκτες, μοιάζουν τουλάχιστον εξαιρετικά σπάνιες. Αφήνω που παρόμοιες γιγαντιαίες υπερβάσεις σαν της μητέρας θυμίζουν περισσότερο χριστιανική διδαχή παρά, έστω και τραβηγμένη, κοινωνική πραγματικότητα. Εκείνο που θα μπορούσε ευκολότερα ίσως να δεχθεί κανείς είναι η υπόγεια σαγήνη την οποία συχνά εξασκούν οι δήμιοι στα θύματά τους, μια και ο κοινός άνθρωπος, ιδιαίτερα όταν είναι ετερόφυλος, πιθανόν να καλλιεργήσει ένα ιδιότυπο είδος (ερωτισμικού;) θαυμασμού ακόμη και για το αρνητικό μεγαλείο μιας διαστροφικής προσωπικότητας βάσει της εγκληματικής της πράξης.

Βέβαια, η εκδοχή της Λέιβερι δεν περιέχει τις απιθανότητες του πρόσφατα παρουσιασμένου έργου «Συγχώρεση» της Σ. Τριανταφύλλου, διασκευής βασισμένης σε μια πραγματική ιστορία. Εκεί, μια Αμερικανίδα βρίσκει έπειτα από δέκα χρόνια το νεκρό παιδί της και τον δολοφόνο του, ο οποίος καταδικάζεται σε θάνατο. Η γνωριμία της διαλυμένης γυναίκας μαζί του κινητοποιεί αρχικά τη στοργή και μετά τη συγγνώμη της. Οταν η θανατική ποινή θα εκτελεσθεί, σχεδόν ερωτευμένη, η μάνα αυτή θα νιώσει πως η ζωή της καταστρέφεται γι’ ακόμα μια φορά. Ολα γίνονται βέβαια. Μα στη ρεαλιστική ή ρεαλίζουσα τέχνη μπορεί να αρυόμαστε στοιχεία από το αληθινό, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να αποδίδουμε το αληθοφανές. Οχι, λοιπόν, η Λέιβερι βρίσκεται περίπου μέσα στα όρια αυτά. Κι αν έστω κάπως τα παραβιάζει, είναι η παράσταση του θ. Εξαρχείων που τα νομιμοποιεί.

Τα τρία πρόσωπα

Ο Τ. Βουτέρης, σε μια τριγωνική λογική εμπλεκόμενων μονόλογων, έξοχα φωτισμένων από τον Αλ. Αναστασίου, υπογραμμίζει το δράμα και την ιδιαιτερότητα και των τριών προσώπων, ώστε οι συναντήσεις τους, όταν έρθει η ώρα, να γίνουν εκρηκτικές. Πρόκειται για μια σκηνοθεσία λιτή, δωρική θα έλεγα, προς τον σκοπό της ανενόχλητης από εξωτερικά στοιχεία καταγραφής των ηθικών, συναισθηματικών και επιστημονικών παραμέτρων του κάθε ήρωα. Ο ίδιος ο Βουτέρης προσωπικά με συγκλόνισε. Ανατρέποντας άρδην τις γνωστές μου τεχνικές του, δημιούργησε και εξέθεσε με πολλούς τρόπους μια νοσηρή μορφή, σπαρακτική μέσα στη δική της στρεβλή αλήθεια, έναν εγκληματικό γίγαντα της μοναξιάς και της παράνοιας που κρύβει μέσα του το ευάλωτο παιδί ή μάλλον ένα λαβωμένο ζώο.

Με υπέροχα ιχνογραφημένες τις εμμονές «ευταξίας» του βιαστή δολοφόνου, με ευρηματικά τικ ή σπασμωδικές αντιδράσεις που χρωματίζουν τη διασαλευμένη ψυχή του και που δεν παράγουν ποτέ αίσθημα υπερβολής αλλά ίσως φρίκης και συμπάθειας, νομίζω πως ο Βουτέρης δίνει φέτος ένα σημαντικότατο μάθημα υποκριτικής και δύσκολου μέτρου.

Η Ανν. Δεκαβάλλα απέδωσε με εγκυρότητα τα στάδια της μητέρας, όσο κι αν τα ακροτελεύτια είναι κατ’ εμέ οριακής συγγραφικής πειθούς. Η ηθοποιός επίσης φιλοτέχνησε, ως συνήθως, μια μετάφραση εκλεκτών θεατρικών ελληνικών και λεπτομερειακής επιστημονικής ακρίβειας, την οποία ακρίβεια, μαζί με ένα υπερατλαντικό νευρωτικό προφίλ, υπερασπίστηκε γενναία η Ανθή Ανδρεοπούλου (ψυχολόγος).

Η Εύα Μανιδάκη προφανώς συνεννοήθηκε με τον σκηνοθέτη για ένα ηθελημένα στοιχειώδες σκηνικό, το οποίο και λειτούργησε κατά τρόπο γυμνά οργανικό. Οι μουσικές στίξεις του Πλ. Ανδριτσάκη αυτή τη φορά κερδίζουν βραβείο θεατρικής διακριτικότητας και απολύτως αρμόδιων παρεμβάσεων.

Το θ. Εξαρχείων επί πολλά χρόνια επιμένει στην έρευνα των ψυχικών αδύτων, στα δράματα του ηθικού ανθρώπου και στις αιτίες και συνέπειές τους. Και το πράττει ευδοκίμως. Η στέρεη και γόνιμη αυτή επιμονή μού θυμίζει εκείνο που μου είχε πει κάποτε ο Αλέξης Μινωτής όταν τον ρώτησα γιατί δεν ανεβάζει εν γένει, αλλά ιδίως αριστοφανικές, κωμωδίες: «Πάντοτε θεωρούσα την κωμωδία διαφυγή από το Μεγάλο Ερώτημα».