ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εφιάλτες από το παρόν και το μέλλον

Το εντυπωσιακό μελλοντολογικό θρίλερ «Τα παιδιά των ανθρώπων», που προβάλλεται εδώ και ένα μήνα στις κινηματογραφικές αίθουσες, είναι σκηνοθετημένο ώστε να μοιάζει με εφιάλτη. Στις εικόνες του κλιμακώνεται ένα παιχνίδι ανάμεσα στο ρεαλισμό και τη φαντασία, δημιουργώντας στο θεατή μια ζοφερή αίσθηση για το σήμερα. Μόνο όταν βγαίνει κανείς από την αίθουσα, συνειδητοποιεί πως τα όσα απίθανα συμβαίνουν το 2027 επί της γης δεν αποτελούν παρά μια τραβηγμένη στο πλαίσιο της επιστημονικής φαντασίας εκδοχή της συλλογικής ανασφάλειας που κατατρέχει τις δυτικές κοινωνίες τα τελευταία χρόνια.

Η συγγραφέας Φίλις Ντόροθι Τζέιμς (στο ομότιτλο βιβλίο της οποίας βασίστηκε η ταινία) και ο σκηνοθέτης Αλφόνσο Κουαρόν εστιάζουν στη φανταστική μητρόπολη μιας πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας (το παρακμιακό Λονδίνο που πολιορκείται από λαθρομετανάστες), η οποία φαντάζει σαν ακυβέρνητη κιβωτός του δυτικού πολιτισμού στον ωκεανό του χρόνου.

Παρόμοια ζοφερή αίσθηση διακρίνει και τη σπονδυλωτή «Βαβέλ» (προβάλλεται και αυτή εδώ και μερικές εβδομάδες), που αναφέρεται με σαφήνεια στο σήμερα. Η ουσιαστική διαφορά της από «Τα παιδιά των ανθρώπων», πέραν της μυθοπλασίας και του κινηματογραφικού είδους που καθορίζει τη φόρμα της, αφορά κυρίως το πώς βλέπουν τον σημερινό κόσμο οι δημιουργοί της. Ο σεναριογράφος Γκιγιέρμο Αριάγκα και ο σκηνοθέτης Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου πλάθουν αριστοτεχνικά ένα λιτό υπαρξιακό δράμα, αποτυπώνοντας αποσπασματικά στις εικόνες της «Βαβέλ» μια σύγχρονη ανθρώπινη έρημο, που απλώνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του παγκόσμιου γεωγραφικού χάρτη και αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρωπογεωγραφία, από το Μεξικό μέχρι την Ιαπωνία.

Περί παγκοσμιοποίησης

Ο Κουαρόν, εκτός από στυλίστας και προικισμένος μάστορας της κινηματογραφικής αφήγησης, είναι απολύτως συνεπής με τις παραδόσεις της μελλοντολογικής φαντασίας, όταν προβάλλει στο μέλλον ανασφάλειες του σήμερα. Ομως, η βασική σεναριακή ιδέα της ταινίας του, ότι το έτος 2027 το άνθρώπινο γένος έχει πάψει να αναπαράγεται επειδή όλες οι γυναίκες έχουν γίνει στείρες, δεν αντιστοιχεί σε πραγματική ανησυχία των ανθρώπων σήμερα. Αντικατοπτρίζει, όμως, την ανησυχία για το μέλλον του δυτικού πολιτισμού. Καθώς τα στίφη των παράνομων μεταναστών πολιορκούν ως ζόμπι τη μοναδική ελεύθερη ζωνη του πλανήτη, ο δυτικός πολιτισμός μην μπορώντας να αναπαραχθεί, έχει συρρικνωθεί δραματικά.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, που είναι πιο ευγλωττο για το σήμερα και έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τα «Παιδιά των ανθρώπων» συνιστούν μια απαισιόδοξη αλληγορία για το τέλος της δημοκρατίας και της ελευθερίας στην εποχή της μετα-παγκοσμιοποίησης. Η τοιχογραφία του ζοφερού μέλλοντος ξεκινάει με τον εφιάλτη της τυφλής τρομοκρατίας, συνεχίζεται με τα σαρωτικά κύματα της μετανάστευσης του πληθυσμού από την περιφέρεια προς το κέντρο (που προκαλείται από κατακλυσμιαίες κοινωνικές αλλαγές) και ολοκληρώνεται με το αντάρτικο πόλεων και την εικόνα ενός στρατοπέδου κρατουμένων. Στην μητρόπολη του κόσμου εν έτει 2027 η πολιτική εξουσία είναι μια παρασιτική γραφειοκρατική ελίτ στα ρετιρέ ενός γυάλινου πύργου (οι σκηνές στο γραφείο ενός υπουργού υπό τη σκιά της Γκερνίκα), ενώ ο στρατός, που δεσπόζει στους δρόμους, είναι η άλλη όψη της βίας και της γενικευμένης αναρχίας.

Στη «Βαβέλ» σκιαγραφείται η εικόνα ενός κατακερματισμένου κόσμου, όπου άνθρωποι με διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα, όχι μόνον αδυνατούν να επικοινωνήσουν, αλλά αντιδρούν με δεδομένη την επιθετικότητα ως φυσική συμπεριφορά. Η ασυνεννοησία και η κακή συγκυρία είναι υπεύθυνες για μια σειρά από τραγωδίες (η μια λαμβάνει χώρα στο Μαρόκο, η άλλη στα σύνορα ΗΠΑ και Μεξικού και η τρίτη στην Ιαπωνία) βυθίζοντας στη δίνη της ενοχής τους ενοίκους του σύγχρονου πύργου της Βαβέλ. Αυτός είναι ο κόσμος κατά τον Αριάγκα και τον Ιναρίτου. Και οι δυο ταινίες ουσιαστικά μιλούν για την παγκοσμιοποίηση. Σύμφωνα με την πρώτη, ο ήδη φθαρμένος δυτικός πολιτισμός βουλιάζει σαν σε βιβλική καταστροφή και η συνέχεια του ανθρώπινου γένους έρχεται από την Αφρική (εκεί άλλωστε σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους πρωτοεμφανίστηκε). Η δεύτερη ταινία υποστηρίζει πως παγκοσμιοποίηση σε επίπεδο πολιτισμών δεν μπορεί να υπάρξει.

Η ανθρωπογεωγραφία

Στη «Βαβέλ», το κοινωνικό και το υπαρξιακό δράμα λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία γιατί ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα: τους προνομιούχους και τους παρίες. Με άξονα αυτήν την κοινωνική διαφορά σμιλεύονται και οι χαρακτήρες. Το ζευγάρι των Αμερικανών τουριστών, που προσπαθεί να ξεφύγει από την υπαρξιακή δυσπραγία του, δεν έχει απολύτως τίποτα κοινό με τη δυστυχία των νεαρών Μαροκινών βοσκών, οι οποίοι πυροβολούν, παίζοντας, ένα λεωφορείο στο βάθος μιας κοιλάδας. Το ίδιο συμβαίνει με τη Μεξικάνα γκουβερνάντα των παιδιών του ζευγαριού, η οποία γίνεται θύμα ενός καταστροφικού ντόμινο ύστερα από μια απερισκεψία της. Αυτός είναι και ο λόγος που οι ήρωες των αποσπασματικών ιστοριών των Αριάγκα και Ιναρίτου δεν έρχονται ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο, παρότι οι πράξεις των μεν επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα (ο Ιάπωνας της τρίτης ιστορίας, ο οποίος βρέθηκε στο Μαρόκο και χάρισε την κυνηγετική καραμπίνα του σε έναν ντόπιο) τις τύχες των δε.

Στα «Παιδιά των ανθρώπων», οι χαρακτήρες είναι περισσότερο σχηματικοί γιατί συντίθενται από στερεότυπα του φιλμ νουάρ της επιστημονικής φαντασίας και μιας αλληγορίας χριστιανικού τύπου, η οποία παραπέμπει στη γέννηση του θείου βρέφους και στη φυγή από τη Βηθλεέμ. Ο λευκός Θίο, ένας πρώην ακτιβιστής που έχει φιλικές σχέσεις μόνο με έναν γερασμένο χίπη, γίνεται ο Εκλεκτός για να προστατεύσει μιαν εγκυμονούσα μαύρη γυναίκα (πιο καίριο σχόλιο για το ρατσισμό δεν θα μπορούσε να γίνει). Στη συνέχεια, τη βοηθάει να φύγει μαζί με το νεογέννητο από το Λονδίνο, που έχει μετατραπεί σε εμπόλεμη ζώνη. Αυτό που τελικά μένει από την ταινία είναι o χριστιανικός ουμανισμός της και ο σεβασμός στον άνθρωπο και τη φύση ως ζητούμενο μιας εποχής που ο κόσμος μοιάζει να βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής.