ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ξαναδιαβάζοντας τον ρωσικό πολιτισμό

Ο ι χορευτικές φιγούρες μιας νεαρής αριστοκράτισσας στη Ρωσία του 19ου αιώνα, έτσι όπως ξεπηδούν μέσα από τις λογοτεχνικές σελίδες του «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι δίνουν τον τίτλο σε ένα βιβλίο που θέμα και περιεχόμενό του έχει το ξανακοίταγμα της ρωσικής πολιτιστικής ιστορίας τον 19ο και τον 20ό αιώνα. «Ο χορός της Νατάσας» του Orlando Figes (μετάφραση Χρήστος Οικονόμου, επιμέλεια Γιώργος Μπλάνας) θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις «Ηλέκτρα».

Ο Τολστόι μέσα από το μυθιστόρημά του κοιτάζει και καταγράφει την αναμέτρηση δύο εντελώς διαφορετικών κόσμων: των ανώτερων κοινωνικών τάξεων με την ευρωπαϊκή καλλιέργεια και των χωρικών με την καλλιέργεια της παράδοσης.

Λίγο πριν από τη συγκρότηση της εθνικής συνείδησης στη Ρωσία, όταν υπήρχαν πολλές Ρωσίες και πολλές τάξεις σ’ αυτή την αχανή χώρα, οι λογοτέχνες, πρωτίστως, οι ποιητές, οι μουσικοί, οι σκηνοθέτες και οι ζωγράφοι αργότερα, επιχείρησαν μέσα από τα έργα τους να σκιαγραφήσουν τη «φυσιογνωμία, την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, την πνευματική υπόσταση και το πεπρωμένο» μιας μεγάλης χώρας. «Κατά έναν αξιοθαύμαστο -και ίσως μοναδικό- τρόπο, η Ρωσία ανάλωσε σχεδόν εξ ολοκλήρου την καλλιτεχνική ενέργειά της στον αγώνα για την κατανόηση της εθνικής ταυτότητας».

Πρόκειται για ένα βιβλίο περιορισμένο στα, τεράστια, έστω, όρια αυτής της χώρας; Ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι οι μεγάλες μορφές του ρωσικού πολιτισμού (Πούσκιν, Γκλίνκα, Γκόγκολ, Τολστόι, Τολυργκένιεφ, Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Ρέπιν, Τσαϊκόφσκι, Στραβίνσκι, Προκόφιεφ, Σοστακόβιτς, Σαγκάλ, Καντίσκι, Αχμάτοβα, Ναμπόκοφ, Παστερνάκ, Μέγιερχολντ, Αϊζεστάιν) δεν ήταν μόνο «Ρώσοι» αλλά και Ευρωπαίοι. «Οι δύο ταυτότητές του αλληλοεπηρεάζονταν και βασίζονταν η μία πάνω στην άλλη με ποικίλους τρόπους».

Μια αναδρομή σε σπουδαία έργα και σπουδαίους καλλιτέχνες, που αναζητούσαν τη δική τους ταυτότητα και την ταυτότητα του ρωσικού έθνους· μια «αλληλουχία μικρών αντιπαραθέσεων ή δημιουργικών κοινωνικών δράσεων» είναι αυτό το βιβλίο, απ’ όπου η «Κ» προδημοσιεύει μερικά αποσπάσματα.

Μεταξύ Μόσχας και Πετρούπολης

«Ο Τολστόι γράφει στο «Πόλεμος και Ειρήνη» πως κάθε Ρώσος ένιωθε τη Μόσχα σαν μητέρα. Πραγματικά, ήταν διάχυτη η αίσθηση ότι η πόλη αυτή αποτελούσε το «σπίτι» του έθνους, αίσθηση που συμμερίζονταν ακόμα και τα μέλη της εξευρωπαϊσμένης ελίτ της Αγίας Πετρούπολης. (…) Η αντίθεση ανάμεσα στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη ήταν ένα από τα βασικά στοιχεία της σύγκρουσης που είχε ξεσπάσει μεταξύ δυτικόφιλων και σλαβόφιλων, με αντικείμενο την πολιτισμική ταυτότητα της Ρωσίας.

»Οι πρώτοι παρουσίαζαν την Αγία Πετρούπολη ως πρότυπο για τον εξευρωπαϊσμό της Ρωσίας, ενώ οι δεύτεροι προέβαλλαν τη Μόσχα ως κέντρο του πατροπαράδοτου ρωσικού τρόπου ζωής. «Ολες οι παραδόσεις της οικογένειάς μου, όλοι οι ιστορικοί δεσμοί με τη Ρωσία, με οδηγούσαν στη Μόσχα» έλεγε ο Σεργκέι Σερεμέτεφ (1844-1918), εγγονός του Νικολάι Πέτροβις, «και κάθε φορά που επέστρεφα εκεί ένιωθα να ανανεώμοναι πνευματικά». Πολλοί ένιωθαν όπως ο Σεργκέι.

»Πολλοί ένιωθαν πως η Μόσχα ήταν ένας τόπος όπου μπορούσαν να είναι περισσότερο «Ρώσοι», να αισθάνονται πιο άνετα με τον εαυτό τους. Ηταν μια πόλη που αντανακλούσε τον αυθόρμητο και άνετο χαλαρό χαρακτήρα τους, την αγάπη τους για την καλοπέραση. «Η Πετρούπολη είναι το μυαλό μας, η Μόσχα η καρδιά μας», έλεγε μια παροιμία. (…) Περισσότερο απ’ όλους, όμως, ο Γκόγκολ προσέδωσε στην πόλη (την Πετρούπολη) τον απόκοσμο χαρακτήρα της. Η Πετρούπολη του Γκόγκολ είναι μια πόλη παραισθήσεων και δόλου. Η Πετρούπολη του Γκόγκολ είναι το φάντασμα μιας αληθινής πόλης, το εφιαλτικό όραμα ενός κόσμου στερημένου από την ευλογία, όπου ευδοκιμούν μόνο η απληστία και η ματαιοδοξία των ανθρώπων. Στο «Παλτό», το τελευταίο διήγημα της συλλογής, ο ταπεινός δημόσιος υπάλληλος Ακάκιος Ακάκιεβιτς αναγκάζεται να εξοικονομήσει όπως όπως κάποια χρήματα για να αντικαταστήσει το φθαρμένο παλτό του, που έχει γίνει προ πολλού αφορμή να τον περιγελούν οι καλοντυμένοι ανώτεροί του στο υπουργείο. Ο Ντοστογιέφσκι έλεγε πως η ρώσικη λογοτεχνία «βγήκε από το Παλτό του Γκόγκολ». (…)

»Εκτός από τον «ρωσικό χαρακτήρα» της Μόσχας, συγγραφείς, ζωγράφοι και συνθέτες είχαν έμμονη ιδέα και με την ιστορία της πόλης. Δεν χρειάζεται παρά να λάβει κανείς υπόψη του τις σπουδαίες ιστορικές όπερες -«Μια ζωή για τον Τσάρο» του Γκλίνκα, «Το κορίτσι του Πσκοφ» του Ρίμσκι-Κορσάκοφ, «Μπόρις Γκουντούνοφ» και «Χοβάντσινα» του Μουσόργκσκι από τον «Μπόρις Γκουντούνοφ» του Πούσκιν μέχρι την τριλογία του Αλεξέι Τολστόι που ξεκινά με τον «Θάνατο του Ιβάν του Τρομερού»- τη θεματική διάδοση ποιημάτων που βασίζονται σε ιστορικά γεγονότα και τα επικά έργα των ζωγράφων Σούρικοφ, Ρέπιν, Βασνετσόφ και Βρούμπελ, για να αντιληφθεί πόσο σπουδαίο ρόλο διαδραμάτισε η ιστορία της Μόσχας στην πνευματική αναζήτηση της «αληθινής Ρωσίας» τον 19ο αιώνα».

Οι «μηχανικοί της ψυχής» του σοβιετικού ανθρώπου

«Για τους διανοούμενους της παλιάς εποχής τα πράγματα ήταν ακόμη δυσκολότερα. Με την επιβολή της δικτατορίας του προλεταριάτου, βρέθηκαν στο τελευταίο σκαλί της κοινωνικής ιεραρχίας. Παρ’ όλο που το κράτος στρατολόγησε πολλούς από αυτούς σε ομάδες εργασίας, ελάχιστοι είχαν κανονικές δουλειές. Ακόμη και το συσσίτιο που έπαιρναν από το κράτος ήταν το πιο φτωχό, «ίσα ίσα για να μην ξεχνάνε τη μυρωδιά του ψωμιού», όπως έλεγε ο Ζινόφιεφ, επικεφαλής του Κόμματος στο Πέτρογκραντ.

»Ο Γκόρκι στάθηκε στο πλευρό των λιμοκτονούντων διανοουμένων του Πέτρογκραντ, ζητώντας από τους Μπολσεβίκους -οι οποίοι εκτιμούσαν ιδιαίτερα τη στράτευσή του στην Αριστερά πριν από το 1917- να τους παραχωρήσουν περισσότερο φαγητό και καλύτερα σπίτια. Ο ίδιος δημιούργησε ένα άσυλο συγγραφέων και αργότερα μια εστία καλλιτεχνών. Συγχρόνως, ίδρυσε και έναν εκδοτικό οίκο με την επωνυμία «Παγκόσμια Λογοτεχνία», από τον οποίο κυκλοφορούσαν φτηνές εκδόσεις κλασικών έργων που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό. Η «Παγκόσμια Λογοτεχνία» προσέφερε δουλειά σε πολλούς συγγραφείς, καλλιτέχνες και μουσικούς, οι οποίοι εργάζονταν ως μεταφραστές ή επιμελητές κειμένων. Ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα (Ζαμιάτιν, Μπάμπελ, Τσουκόφσκι, Χοντασέβιτς, Μαντελστάμ, Πιαστ, Ζόστσενκο, Μπλοκ, Γκουμίλιεφ) οφείλουν την επιβίωσή τους, στα χρόνια της πείνας, στις πρωτοβουλίες του Γκόρκι. (…)

»Σημαντικό ρόλο στην κατασκευή του «σοβιετικού ανθρώπου» όφειλαν να διαδραματίσουν και οι καλλιτέχνες. Ο Στάλιν ήταν εκείνος που είπε για πρώτη φορά, το 1932, την περίφημη φράση ότι ο καλλιτέχνης είναι «ο μηχανικός της ανθρώπινης ψυχής». Την ίδια αντίληψη συμμεριζόταν στο σύνολό της η σοβιετική πρωτοπορία -όχι μόνο οι καλλιτέχνες που ακολουθούσαν πιστά τη γραμμή του Κόμματος-, ενώ την υιοθέτησαν και πολλές από τις αριστερές και πειραματικές ομάδες καλλιτεχνών που καταπιάστηκαν με τη δημιουργία ενός νέου κόσμου μετά το 1917: Οι κονστρουκτιβιστές, οι φουτουριστές, τα μέλη της «Προλετκούλτ» και του «Αριστερού Μετώπου Τέχνης», ο Βσέβολοντ Μέγιερχολντ στο θέατρο, ή η ομάδα «Κινόκ» και ο Αϊζεστάιν στον κινηματογράφο· όλοι ενστερνίζονταν τα κομμουνιστικά ιδανικά. Οι καλλιτέχνες αυτοί είχαν ξεκινήσει τη δική τους επανάσταση εναντίον της «αστικής» τέχνης, και ήταν πεπεισμένοι ότι, αναπτύσσοντας νέες μορφές τέχνης, μπορούσαν να μάθουν στους ανθρώπους να αντικρίζουν τον κόσμο με πιο σοσιαλιστικό τρόπο. (…)

»Για μας η πιο σημαντική από όλες τις τέχνες είναι ο κινηματογράφος, φέρεται να είπε κάποτε ο Λένιν. Σε μια χώρα όπως η Ρωσία, όπου το 1920 μόνο δύο στους πέντε ενήλικους ήξεραν να διαβάζουν, ο κινηματογράφος αποτελούσε σημαντικό όπλο του Κόμματος να επεκτείνει την παρουσία του στις απομακρυσμένες περιοχές, όπου οι αυτοσχέδιες κινηματογραφικές αίθουσες λειτουργούσαν σε επιταγμένους ναούς και δημόσιους χώρους.

Ο Τρότσκι είπε πως ο κινηματογράφος θα συναγωνιζόταν την ταβέρνα και την εκκλησία, αφού θα προσείλκυε τη νεολαία, ο χαρακτήρας της οποίας διαμορφωνόταν, όπως και των παιδιών, μέσα από το παιχνίδι. (…)»