ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οταν σκηνοθετεί ο συγγραφέας

Τάσος Γουδέλης

Οικογενειακές ιστορίες

εκδ. Κέδρος, σελ.120

Το βιβλίο αυτό (έκτο πεζογραφικό) του Τάσου Γουδέλη, είναι μια πρόταση – πρόκληση. Σε επίπεδο φόρμας και περιεχομένου. Απευθύνεται στον αναγνώστη που αρέσκεται στα πολυδαίδαλα, στις αποκρυπτογραφήσεις που συνήθως δικαιώνουν, στις σκληρές αναβάσεις, οι οποίες όταν οδηγήσουν στην κορυφή, φέρνουν μιαν ανάσα ανακούφισης. Στις σελίδες του περιγράφεται η περίπλοκη σχέση των μελών μιας οικογένειας, τη διαδρομή της οποίας παρακολουθούμε από το Μεσοπόλεμο μέχρι τη δεκαετία του ’50. Τα ιστορικά γεγονότα που βιώνουν οι ήρωες, δεν φαίνεται να τους επηρεάζουν ψυχολογικά. Η γραφή του Τ.Γ. προσπαθεί να βρει ποιητικές λύσεις και ίσως γι’ αυτό, το βιβλίο είναι ολιγοσέλιδο.

Σκέφτεται με εικόνες

Ο Τ.Γ., που τιμήθηκε με το κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το 2003, κατασκευάζει τον χώρο – σκηνικό και περιφέρεται σε αυτόν ως κινηματογραφιστής. Σκέφτεται με εικόνες, παίζει με το φως, σκηνοθετεί ο ίδιος και παράλληλα δίνει οδηγίες σε έναν αόρατο σκηνοθέτη. Και μιλάει για «το φως που εξακολουθεί να πέφτει πλάγια». Προειδοποιεί, «η συνέχεια επιφυλάσσει εικόνες φτωχότερες από ποτέ». Και αλλού: «η εικόνα σβήνει αργά με όσες σημασίες της δίνει ο χρόνος μέσα μας».

Ως τρίτος, αφήνοντας κάθε ενδεχόμενο ανοιχτό σε αυτό που θα ακολουθήσει, λέει: «Μπορεί η ίριδα της αφήγησης να ανοίξει σε οποιαδήποτε στιγμή του Αιμίλιου». Λίγο πιο κάτω: «Ο φακός σταθεροποιείται εκεί αφήνοντας πολλές άλλες εικόνες προσωρινά ανεκμετάλλευτες… Το βλέμμα μας πλησιάζει στο πρόσωπο του Αιμίλιου στο ημίφως όταν οι σκέψεις διαστέλλουν υπερβολικά τις στιγμές». Η ίριδα, το βλέμμα μας, ο φακός, μετατρέπονται σε συστατικά μιας αόρατης κινηματογραφικής μηχανής λήψης.

Ο Τ.Γ. αφηγείται, συντρίβοντας την αφήγηση. Καταγράφει τις πλέον υπόγειες διαδρομές, για να αναιρέσει συγχρόνως τη σημασία τους. Καθοδηγεί και παράλληλα αφήνει τον αναγνώστη να κατασκευάσει. Οι ήρωες βγαίνουν στο φως και κρύβονται στο σκοτάδι. Λένε συγχρόνως σε αγαπώ και σε μισώ, σε έχω ανάγκη και σε απωθώ, σε θέλω και σε φτύνω. Μια βασανιστική αντίστιξη, με αποδέκτη τον εθισμένο στα σκληρά μονοπάτια αναγνώστη.

Ποιητικά μονοπάτια

Χειρίζεται άλλοτε ακριβή, ελλειπτικό λόγο καταγραφής και άλλοτε πλανιέται σε ποιητικά μονοπάτια, τα οποία στηρίζουν κάθε λογής παραλλαγές, όπως: «Ο Αιμίλιος τελειώνοντας πρόσεξε μελαγχολικά το χέρι του ψηλά σε εξπρεσιονιστική έξαψη. Στην πραγματικότητα μίλησε με μια θολή μεταφορά, σχηματίζοντας μουσικά το δάχτυλο, όπως πάντα, περιελίξεις του τίποτα. Και να κατάλαβε ο ακροατής το νόημα, καθετί συγκεκριμένο απορροφήθηκε από έναν άτακτο σφυγμό».

Λόγος πικρός, σαρκαστικός, ευαίσθητος, σκληρός, έμπλεος προστατευτικής αδιαφάνειας. Η οποία μπορεί να εκληφθεί διττά, ως στενός μονόδρομος που θα ακολουθήσει υποχρεωτικά ο αναγνώστης ή ως απόλυτη ελευθερία περιπλάνησης. Αφηγείται την αλήθεια του και μαζί την αναιρεί βυθίζοντάς την στην αμφιβολία. Η τεχνική της γραφής του αρνείται να είναι αλλά και να φαίνεται αφήγηση. Και παρά ταύτα, αφηγείται: «Ετσι, δεν κινεί τα χείλη περιμένοντας χωρίς να ξέρει ποια ευκαιρία, αφού ο προστατευόμενός του ακόμη και με μια στροφή του σώματος ήταν έτοιμος να δει το κενό κάτω από τη βεράντα, η οποία τον χώριζε μόνο ένα βήμα, με τον ίδιο σπασμό της αφήγησής του για μοναχικά πρανή με κατολισθήσεις ανταρτών και ξέφρενη πανίδα».