ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στα ίχνη της πριγκίπισσας Μ. Βοναπάρτη

Γ. Βαλσαματζής, Γ. Μανιαδάκης, Δ. Ρήγας (επιμ.)

Μαρία Βοναπάρτη

Πρόσωπο της ιστορίας και της ψυχανάλυσης

εκδ. Κέδρος, σελ. 142

Η έκδοση είναι φόρος τιμής στην πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη (Γαλλία, 1882 – 1962). Στο βιβλίο, παράλληλα με την καταγραφή του βίου της εντός της ιστορίας των περιπετειών της ψυχανάλυσης στο διεθνές κίνημα ιδεών και δράσης του 20ού αιώνα, αποτιμάται ο μικρός βίος, της εμφάνισης το 1948 και της γοργής κατάρρευσης του πρώτου ψυχαναλυτικού μετώπου με τους Εμπειρίκο, Ζαβιτσιάνο, Κουρέτα – την ευθύνη της οργάνωσης του οποίου έφερε η Βοναπάρτη. Ολα τα κείμενα προέρχονται από την ημερίδα της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας (Οκτώβριος 2005) και σεμνύνονται γι’ αυτά οι Germaine de Bissy, Αννα Ποταμιάνου, Θανάσης Τζαβάρας, Επαμ. Ασλανίδης, Γ. Ζεβελάκης, Λάκης Παπαστάθης, Δ. Ρήγας κ.ά. Αποτελούν όλα μια γόνιμη συνεισφορά στο ελληνικό ψυχαναλυτικό κίνημα και εμπλουτίζουν τον διάλογο με όσους αγαπούν την Ιστορία και την Ψυχανάλυση.

Η κληρονόμος

Ποια ήταν η γυναίκα, που στην Ελλάδα έφερε τον παράξενο τίτλο «Πριγκίπισσα Γεωργίου»; Επρόκειτο απλά για μια κληρονόμο αυτοκρατορικών, οικονομικών, βασιλικών και… ψυχαναλυτικών θεσμών ή ήταν μια πραγματική femme d’ action, μια «στρατιώτισσα και αγία» όπως την αποκάλεσε ο Αντρέας Εμπειρίκος; Ηταν όλα αυτά: μία από τις τελευταίες εκπροσώπους της φθίνουσας αριστοκρατίας που πέρασε στην ελίτ των ιδεών και που σε όλη της τη ζωή πόζαρε σαν σταρ – όπως ακριβώς η Κυβέλη ή η Μαρίκα Κοτοπούλη. Η Μαρία ήταν κόρη του Ρολάν Βοναπάρτη, εγγονού του Λουκιανού Βοναπάρτη, δεύτερου αδελφού του Ναπολέοντα) και της άτυχης Μαρί Φελίξ «πάμπλουτης κληρονόμου του ιδρυτή του καζίνο του Μονακό». Ο προπάππος της, Λουκιανός Βοναπάρτης, ήταν ο πρόεδρος της Βουλής των Πεντακοσίων που συνέβαλε στην επιτυχία του πραξικοπήματος του ανιψιού του Ναπολέοντα, του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (ή Ναπολέοντα Γ΄) -ο Μαρξ στην «18η Μπρυμαίρ» τον αποκαλούσε «ταχυδακτυλουργό απατεώνα της Γαλλίας». Το 1907 η Βοναπάρτη παντρεύτηκε τον πρίγκιπα Γεώργιο, δευτερότοκο του Γεωργίου του Α΄ και της βασίλισσας Ολγας, ύπατο αρμοστή της αυτόνομης Κρήτης. Εκτοτε, έζησε μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας, χωρίς ποτέ της να αφομοιωθεί από το ελληνικό παλάτι.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων στην Ελλάδα και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Γαλλία με την εθελοντική της δράση, έχει ήδη ξεπεράσει τα όρια της φιλανθρωπίας και της κοινωνικής προσφοράς των ανθρώπων της θέσης της.

Η μεγάλη της, ωστόσο, παρουσία δέθηκε με τους θεσμούς της ψυχανάλυσης, της ψυχιατρικής και της κοινωνικής ψυχολογίας που ξεκινούν με τη φυσιογνωμία του Γκουστάβ Λε Μπον -εκ των πατέρων της κοινωνικής ψυχολογίας- και του εμβληματικού Φρόυντ – του πατέρα της ψυχανάλυσης (τον οποίο έσωσε από τους ναζί βοηθώντας να φύγει από την Αυστρία και να εγκατασταθεί στο Λονδίνο) και φτάνουν έως τον Λακάν.

Η ίδια, έχοντας βαθιά μέσα της την έννοια του αρχείου, φρόντισε να αφήσει ένα τεράστιο υλικό, που περιγράφει πολύ καλά τη διανοητική περιπέτεια της Ευρώπης αλλά και της Ελλάδας. Είναι γνωστές οι φωτογραφίες του Φρόυντ που τράβηξε το 1938 στο Λονδίνο η διάσημη μαθήτριά του. Μόνο στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον υπάρχουν πέντε χιλιάδες σελίδες απομνημονευμάτων και ημερολογίων, διακόσιες πενήντα επιστολές (αλληλογραφίας της με τον Γάλλο πρωθυπουργό και Νομπελίστα Ειρήνης, Αριστίντ Μπριάν), είκοσι εννέα τετράδια με σημειώσεις από την ανάλυσή της με τον Φρόυντ και εξακόσια γράμματα που της είχε στείλει ο Φρόυντ.

Σχέση με τη διανόηση

Πέραν της σχέσης με τον Εμπειρίκο, η Βοναπάρτη σχετίστηκε με την ελληνική διανόηση. Υπήρξε αρωγός του Παπαδιαμάντη, υποστήριξε τον Καζαντζάκη στη Σουηδική Ακαδημία για το Νομπέλ παρά τις αντιδράσεις των συντηρητικών και των εκκλησιαστικών κύκλων της Αθήνας, είχε επικοινωνία με τον Νίκο Καββαδία, ο οποίος πιθανότατα εμπνεύστηκε τον τίτλο του «Μαραμπού» από τη Βοναπάρτη. Οσο για την ψυχανάλυση; Πέραν της διαμάχης «περί νομιμότητας και ορθοδοξίας», η Βοναπάρτη δίνει το επίγραμμά της στο αυτοβιογραφικό «Ταύτιση κόρης και πεθαμένης μητέρας» (Αγρα, 2003): «φαντάσματα που χάνονται στο φως της ημέρας. Αλλά πρέπει ‘χει κανείς πρώτα το κουράγιο να τα καλέσει στο άπλετο φως».