ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οψεις

Αν σας αρέσουν τα βιβλία, το Δουβλίνο δεν θα σας απογοητεύσει, λέει η διαφήμιση στον τουρίστα. Η προτροπή δεν είναι τόσο κωμική όσο φαίνεται. Η Ιρλανδία είναι ίσως η μόνη χώρα που έχει αφομοιώσει τους σύγχρονους συγγραφείς της στην τουριστική της διαφήμιση. Οι νεαροί επισκέπτες, που ουδέποτε διάβασαν μια λέξη από τον «Οδυσσέα», ποζάρουν για μια φωτογραφία δίπλα στο άγαλμα του Τζέιμς Τζόις, στην Ο’ Κόνελ Στριτ.

Στο Δουβλίνο, το Κέντρο Τζέιμς Τζόις και το Μουσείο Συγγραφέων οργανώθηκαν και εγκαινιάσθηκαν με την οικονομική αρωγή της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ο μήνας Απρίλιος ήταν αφιερωμένος στα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σάμιουελ Μπέκετ. Ο Μπέκετ, που δούλεψε ως γραμματέας του Τζόις στο Παρίσι, ακολούθησε το παράδειγμα του συμπατριώτη του, και αυτοεξορίστηκε, αφήνοντας πίσω του τη θεοκρατία και τη λογοκρισία του Δουβλίνου στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Στην Ιρλανδία γιορτάζεται επίσης και ο Φλαν Ο’ Μπράιαν, ο οποίος σε ένα μυθιστόρημά του διακωμωδεί την ιρλανδική ιστορία και λογοτεχνία.

Πρόσφατα, όμως, όλοι τούτοι οι διάσημοι «αντι-ιρλανδοί» συγγραφείς βρέθηκαν στη σκιά του πολύμορφου και πολυμαθούς προπάτορά τους, του Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς.

Ο βιογράφος του Ρόι Φόστερ, τον περιγράφει ως «ποιητή, θεατρικό συγγραφέα, πολιτικό ταραξία, δημοσιογράφο, θεατρώνη, εραστή, επιτροπάρχη και συντάκτη υπέροχων επιστολών».

Για τα επόμενα δύο έτη η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ιρλανδίας παρουσιάζει την πιο πλήρη έκθεση για τη ζωή και το έργο του Γέιτς, αντλώντας στοιχεία από τη δική της συλλογή, κατανεμημένη σε εκατό κουτιά.

Είναι η μεγαλύτερη συλλογή χειρογράφων του Γιέιτς σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκτός από τα ποιήματα, τα θεατρικά, τα γράμματα και τους λόγους, περιλαμβάνονται έγγραφα της εφορίας, μια τούφα από τα γκρίζα μαλλιά του, το δαχτυλίδι του και τα γυαλιά του.

Ο γιος του, Μάικλ, που είναι και αυτός γερουσιαστής σαν τον πατέρα του, δέχθηκε το αίτημα να εγκαινιάσει την έκθεση – τιμητική χειρονομία, μια και αυτός επιμελήθηκε προσωπικά το αρχείο.

Μολονότι οι κληρονόμοι του Γέιτς έχουν ακόμη τα εκδοτικά δικαιώματα της ποίησής του για μια περίοδο 45 ετών, ο γιος έχει παραχωρήσει το αρχείο και τα βιβλία του πατέρα του στην Εθνική Βιβλιοθήκη.

Σύμφωνα με την Κάθριν Φέι, την έφορο της βιβλιοθήκης, εάν οι συγγενείς του Γέιτς είχαν βγάλει τα χειρόγραφα στην αγορά, τώρα θα ήταν πολυεκατομμυριούχοι.

Ο Γέιτς, σαν τον Τζόις και τον Μπέκετ, ήταν περιθωριακός στην ίδια του τη χώρα, ένας προτεστάντης που απεχθανόταν τον στενόμυαλο ιρλανδικό εθνικισμό. Μερικές ιδέες του σήμερα φαίνονται αντιπαθείς, όπως οι ερωτοτροπίες του με τον φασισμό στη δεκαετία του 1930 και η συμπάθειά του προς την Ευγονική.

Ενα κείμενο της έκθεσης είναι η απάντηση του Γέιτς σε ένα ερωτηματολόγιο της Εταιρείας Ευγονικής. Γράφει ότι δεν πιστεύει πως οι προνομιούχες τάξεις έχουν υψηλότερο δείκτη ευφυΐας από τους βιοπαλαιστές. Την επιστολή μπορεί κανείς εύκολα να διαβάσει στην οθόνη του υπολογιστή, αν πατήσει το σωστό κουμπί.

Είναι, άλλωστε, έκθεση υψηλής τεχνολογίας. Ψηφιακά μπορεί επίσης να φυλλομετρήσει σπάνια βιβλία για να βρει τις σελίδες που θέλει. Σε ένα βιβλίο που δώρισε στη γυναίκα του, γράφει: «Να μην το πάρω εγώ». Και υπογράφει: «Γ. Μπ. Γέιτς».

Βεβαίως ο Γέιτς λάτρευε το ιρλανδικό τοπίο. Αλλωστε, από τα γνωστότερα ποιήματά του είναι αυτό που αφιέρωσε στον τόπο του Ινισφρί.

Οι δύο εναρκτήριοι στίχοι του είναι από τους πλέον αξιομνημόνευτους της ποίησης στην αγγλική γλώσσα. Και επειδή το ποίημα έχει ακόμη ισχυρή ανταπόκριση στους αναγνώστες, η έκθεση ανοίγει με μια μεγάλη έγχρωμη φωτογραφία της λίμνης Αϊλ στο Ινισφρί. Και τώρα πια, 67 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Γέιτς είναι μέρος της παράδοσης του τόπου του.

Η εθνικιστική Ιρλανδία αποκατέστησε τις σχέσεις της με τον Γέιτς. Τη διαδικασία διευκόλυνε η ύφεση του παθιασμένου εθνικισμού, αλλά και η αφομοίωση του Γέιτς από την τουριστική βιομηχανία της Ιρλανδίας.