ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η πεζογραφική αναψηλάφηση δύο εγκλημάτων

1) Σάκης Σερέφας: «Θα γίνω ντιζέζ. Μια αληθινή ιστορία». Εικονογράφηση: Soloup. Εκδόσεις «Μεταίχμιο», 2006, σελ. 127. 2) Νίκος Δαββέτας: «Λευκή πετσέτα στο ρινγκ». Εκδόσεις «Κέδρος», 2006, σελ. 201.

Μια αναψηλάφηση είναι η λογοτεχνία. Μια αναψηλάφηση επεισοδίων, αισθημάτων και αναμνήσεων, για να φωτιστεί ό, τι έμεινε αφώτιστο στον καιρό του, και ν’ αποκτήσει λόγο ό, τι υπήρξε στη σιωπή. Αντίθετα πάντως με ό, τι επικρατούσε σε άλλες εποχές, πάνε χρόνια πια που η λογοτεχνία έπαψε να αυτοεξισώνεται με την Αλήθεια και την Αυθεντία. Οι αφηγήσεις όσο μικρό τμήμα του ανθρώπινου βίου κι αν αφορούν, δεν συγκροτούν πια κλειστά ερμηνευτικά συστήματα, αφού ο συγγραφέας εξέπεσε (και οικειοθελώς) από τον ρόλο του παντογνώστη θεού-σκηνοθέτη τον οποίο είχε ιδιοποιηθεί, αλλά προτείνονται σαν κείμενα ανοιχτά, ενίοτε μάλιστα μέχρις αυτοϋπονομεύσεως και αυτοσαρκασμού ανοιχτά. Η έννοια του «πολυφωνικού» μυθιστορήματος, ντοστογιεφσκικού ή άλλου τύπου, έχει προσλάβει διαφορετική σημασία και υπηρετεί διαφορετική λογική, χωρίς να λείπουν βέβαια και οι περιπτώσεις που η χρήση του άλλο δεν δηλώνει παρά μια αμήχανη επιβίβαση στο συρμό της εποχής. Αρκετά συχνά επίσης παρατηρείται ότι η πολυφωνικότητα του κειμένου μεταφράζεται σε ευκαιρία για τη λογοτεχνική προάσπιση ενός ασυγκράτητου σχετικισμού, μια «παράπλευρη συνέπεια» του οποίου είναι η εξαρχής απαλλαγή του συγγραφέα από πάσαν ευθύνη.

Τη δική τους αναψηλάφηση επιχειρούν τα δύο πεζογραφήματα που παρουσιάζονται σήμερα εδώ, το «Θα γίνω ντιζέζ» του Σάκη Σερέφα (γεν. στη Θεσσαλονίκη, 1960) και το «Λευκή πετσέτα στο ρινγκ» του Νίκου Δαββέτα (γεν. στην Αθήνα, 1960). Συνομήλικοι οι συγγραφείς, εισήλθαν και οι δύο στον χώρο της γραφής από την οδό της ποίησης, για να καταπιαστούν έπειτα και με την πεζογραφία. Τα δύο αφηγήματα, εκτενείς νουβέλες θα τα χαρακτήριζα, αναψηλαφούν ένα έγκλημα παλαιότερων εποχών. Διαφορετικής τάξεως είναι και το προς διερεύνηση έγκλημα (έγκλημα πάθους στη μια περίπτωση, πολιτικό στην άλλη) και η μέθοδος της αναδρομικής λογοτεχνικής «αναπαράστασής» του. Κανένα πάντως από τα δύο βιβλία δεν απαρτίζεται με τη λογική αστυνομικού μυθιστορήματος, αφού ο κυρίως στόχος τους δεν είναι η τελική εξιχνίαση.

«Μια αληθινή ιστορία», χαρακτηρίζει το κείμενό του ο Σάκης Σερέφας, αρχίζοντας το παιχνίδι του σαρκασμού ήδη από τον υπότιτλο του βιβλίου. Και τούτο επειδή ο αναγνώστης φέρνει στη μνήμη του τη διάσημη   «Αληθή ιστορία» του Λουκιανού, την αφήγηση δηλαδή ενός τερπνού φανταστικού ταξιδιού στη Σελήνη, γραμμένη από τον σπουδαίο σοφιστή τον 2ο αιώνα μ. Χ., η οποία σωστά έχει αποσπάσει τον τίτλο του πρώτου μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας (οι φίλοι του είδους, κι όχι μόνο αυτοί, μπορούν να ξαναδιαβάσουν το έργο του σατιρικού και διαφωτιστή από τα Σαμόσατα στη μετάφραση του Δημήτρη Καλοκύρη, που κυκλοφόρησε εκ νέου πρόσφατα, «ανανεωμένη», στις εκδόσεις «Αίολος»).

«Μια αληθινή ιστορία, βγαλμένη μέσα από τη ζωή. Μια αληθινή ζωή, βγαλμένη μέσα από τη συγγραφή», γράφει ο Σερέφας στο «Προς τους αναγνώστες» προοίμιό του, υποδεικνύοντας τη συγγραφή σαν (τουλάχιστον) εξίσου αυθεντική με τη συγγραφή, και φέρνοντας έτσι στη μνήμη μια ρήση του Ζαν Λικ Γκοντάρ που διεκδικεί ισχύ και εκτός του κινηματογραφικού πεδίου, ότι δηλαδή ένα καλό ντοκιμαντέρ έχει γνωρίσματα της μυθοπλασίας, και μια καλή μυθοπλασία έχει γνωρίσματα του ντοκιμαντέρ. Ο αφηγητής, προσπαθώντας «να ανασυστήσει» μια «αληθινή ιστορία», τον φόνο μιας κοπελιάς που ήθελε να γίνει τραγουδίστρια από τον αρραβωνιαστικό της, τον Μάρτιο του 1950, συλλέγει τις αφηγήσεις εφτά ατόμων (ανάμεσά τους και ο δράστης) που είχαν μικρή ή μεγάλη εμπλοκή στο συμβάν.

Λίγο ενδιαφέρεται πάντως ο Σερέφας για τις «μαρτυρίες» αυτές για ένα έγκλημα το οποίο δεν είχε τίποτε που να το διαφοροποιεί από πολλά άλλα του είδους του· διευκρινίζει άλλωστε ότι «δεν συναντήθηκε με κανέναν». Ο, τι πρωτίστως τον απασχολεί αποκαλύπτεται στην καθαυτό δική του αφήγηση, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις μαρτυρίες, τυπωμένη με στοιχεία διαφορετικής οικογένειας. Εδώ λοιπόν ο Σερέφας, που η φιλοπαίγνων γραφή του έχει δώσει νόστιμους καρπούς και σε προηγούμενα βιβλία του, σκώπτει, λοιδορεί, σαρκάζει, αλλά και αυτοσαρκάζεται ως συγγραφέας, μέσα από τις παρέμβλητες «παρεμβάσεις αναγνωστών». Επί παραδείγματι, αφού παραθέσει τη «μαρτυρία» ενός συνταξιούχου υπαλλήλου ξενοδοχείου (δύο σελίδες χωρίς κανένα σημείο στίξεως), φιλοξενεί τις εξής «διαμαρτυρίες αναγνωστών» (επίσης σε στυλ «παραληρήματος», ομοιοθεραπευτικώ τω τρόπω): «Αμάν πια με αυτόν τον παραληρηματικό λόγο δίχως στίξη κανείς σαλός δεν μιλούσε έτσι ούτε στη δεκαετία του ’50 ούτε ποτέ και είναι και πασέ έχουμε διαβάσει Μπέκετ και Λακάν εμείς δεν ξεγελιόμαστε αμέ».

Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας ειρωνεύεται το «χιλιοπαιγμένο τρυκ της συμμετοχής του αναγνώστη στη δράση», ενώ αλλού χλευάζει τις «μοιραίες συμπτώσεις» που αποδεικνύονται «ιδιαίτερα βολικές για την εξέλιξη μιας ιστορίας». Γενικότερα, στην οιονεί αστυνομική νουβέλα του σκώπτει τις ευκολίες (τα «τρυκ») μιας κάποιας «λογοτεχνίας τεκμηρίων» και του πεζογραφικού μεταμοντερνισμού. Ως προς αυτό παρακολουθεί τον μακρινό του πρόδρομο, τον Λουκιανό, που με οίστρο παρωδήσεως έσκωπτε τα περιπετειώδη μυθιστορήματα της εποχής του.

Εντελώς διαφορετικός, το σημείωσα ήδη, είναι και ο στόχος και ο τρόπος του Νίκου Δαββέτα. Στο δικό του βιβλίο, το τυπικό της λογοτεχνίας τεκμηρίων και μαρτυριών ακολουθείται με πιστότητα. Ο ήρωάς του, ένας δημοσιογράφος που βασανίζεται από ποικιλότροπη κρίση (σοβαρά προβλήματα υγείας, χωρισμός με τη γυναίκα του, εργασιακή, ερωτική και ιδεολογική απογοήτευση), που πάσχει εν ολίγοις από «άρνηση του κόσμου» ή «πανικό μπροστά στη ζωή», αναλαμβάνει να διερευνήσει μια πολιτική δολοφονία που έλαβε χώρα το 1944, συνεργαζόμενος στο αφιέρωμα που ετοιμάζει κάποιο περιοδικό «ποικίλης ύλης» για τον εμφύλιο. Ο δημοσιογράφος αναζητεί, έπειτα από 55 χρόνια, όσους θα μπορούσαν να γνωρίζουν οτιδήποτε για το περιστατικό, μαγνητοφωνεί τις αφηγήσεις τους και «ρετουσάρει τα βασικά σημεία» τους (εδώ έχουμε έναν υπαινιγμό για τον βαθμό αυθεντικότητας λογοτεχνημάτων που εμφανίζονται σαν απολύτως αυθεντικά). Σταδιακά αντιλαμβάνεται, πρώτον ότι ο εμφύλιος δεν έληξε ποτέ και δεύτερον, ότι τίποτε δεν είναι τόσο απλό όσο το συγκρατούν (αναπλάθοντάς το) οι αναμνήσεις μας και οι εξ αυτών τροφοδοτούμενες εξιστορήσεις μας.

«Τελικά είμαστε αυτό που θυμόμαστε», λέει κάποια στιγμή ο ήρωας-αφηγητής, αλλά βέβαια το τι θυμάται ο καθένας το αποφασίζει η επιλεκτική επιλησμονή του, για την οποία η ανάκληση του παρελθόντος δεν είναι πράξη ουδέτερη, αφού σημαίνει και τη σχεδόν αυτόματη αναδιευθέτηση ή και ανασκευή του («σιγά σιγά συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει καμιά ανάμνηση που μπορώ να εμπιστευθώ» διαβάζουμε στο βιβλίο). Για το ίδιο περιστατικό, τον φόνο (ή την  «εκτέλεση») ενός ανθρώπου στη διάρκεια του εμφυλίου (στην εξέλιξη του μυθιστορήματος η έρευνα επεκτείνεται και σε δεύτερο φονικό), οι εκδοχές είναι σχεδόν ισάριθμες (και φυσικά αντικρουόμενες και αλληλοαναιρούμενες) με τους εμπλεκόμενους. Ο «δωσίλογος» των μεν, της κομμουνιστικής καθοδήγησης, είναι ο διανοούμενος τροτσκιστής και τίμιος συνδικαλιστής των δε.

Η αδυναμία της λογοτεχνίας να αναπαραστήσει την πραγματικότητα ως έχει ή ως έχει (ιδιαίτερα μάλιστα πλούσιες σε γεγονότα και συγκρούσεις ιστορικές περιόδους που ούτε εφικτό είναι ούτε ηθικό να χωρέσουν σε έτοιμα σχήματα) τείνει να γίνει ένας από τους πλέον συχνόχρηστους κοινούς τόπους της πεζογραφίας. Δεν είναι υπόθεση της λογοτεχνίας να ερμηνεύσει, σαν ο δήθεν μοναδικός καλός αγωγός της αλήθειας, όσα προβληματίζουν ακόμα την ιστοριογραφία. Στο βιβλίο του, που με το μότο του αυτοτοποθετείται στην ακολουθία του Αρη Αλεξάνδρου και του ασύγκριτου «Κιβωτίου» του, ο Δαββέτας προσπαθεί να μην αντιποιηθεί την «αρχή» του ιστορικού, ούτε του δικαστή και με την καλή γραφή του υπηρετεί με επάρκεια τις προθέσεις του να αναδείξει έναν εμφύλιο μέσα στον Εμφύλιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν σημεία όπου, μέσα από τις αποστροφές μαρτύρων, επιχειρούνται σχηματικές, γενικευτικές ερμηνείες, με την παρουσίαση του εμφυλίου ως πλήρως αποϊδεολογικοποιημένου ξεκαθαρίσματος προσωπικών λογαριασμών (σελ. 83: «Σ’ αυτήν την αναμέτρηση η ιδεολογία παίζει τον τελευταίο ρόλο…»). Υπάρχουν επίσης κάποιες παράγραφοι που αδικούν το βιβλίο με την επιθεωρησιακού τύπου επιφανειακότητά τους, λ. χ. η περιγραφή μιας κοπέλας που «οι γάμπες της αιφνιδίως απέκτησαν τρίχες και η φωνή της χόντρυνε», όταν «οργανώθηκε σε αριστερίστικη ομάδα».