ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ρολάν Πετί, ο ζωντανός μύθος του χορού

O Ρολάν Πετί δεν μοιάζει με 82χρονο. Ούτε το παρουσιαστικό του ούτε ο τρόπος ομιλίας του, προδίδoυν έναν άνθρωπο που έχει υπογράψει 150 χορογραφίες, έχει χορογραφήσει χορευτές-μύθους, είναι ο ίδιος ζωντανός μύθος και ας χαμογελά αινιγματικά όταν το ακούει. Συναντηθήκαμε στο Μέγαρο Μουσικής χθες το μεσημέρι, με αφορμή την ανασκόπηση σημαντικών στιγμών της καριέρας του, αποσπάσματα από έργα όπως Κάρμεν, Cheek to cheek, Κοππέλια, Ο Σαρλό χορεύει μαζί μας, που θα φιλοξενηθούν σήμερα, αύριο και στις 7, 8, 9 Δεκεμβρίου, στις 8.30 το βράδυ, στην Αίθουσα των Φίλων της Μουσικής.

Χαμογελαστός, παραστατικός, υπερκινητικός, ο δημοφιλής χορευτής και χορογράφος, μίλησε στα γαλλικά και στα αγγλικά, κατέφθασε με ένα τέταρτο καθυστέρηση, φορώντας μαύρη μπλούζα και τζιν, με ένα μαύρο πουλόβερ στους ώμους, σα να άφησε μόλις την πρόβα στη μέση… Κι εκεί που η κουβέντα πήγαινε να γίνει μελό, με αναμνήσεις, κολακείες, υπερβολές, ο Ρολάν Πετί έδινε το σύνθημα για να περάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο. «Είμαι πολύ, πολύ χαρούμενος που είμαι εδώ. Είχα ξανάρθει πριν από πολλά, πολλά χρόνια. Ημουνα πολύ νέος στο Ηρώδειο, θυμάμαι, έκανε πολλή ζέστη, πρέπει να έχουν περάσει 45-50 χρόνια. Και τώρα που είμαι σε προχωρημένη ηλικία, αναπολώ το πέρασμα μου από την Ελλάδα εκείνα τα χρόνια».

Τον ρωτήσαμε ποια είναι τα έργα που τον έχουν κουράσει και θα επιθυμούσε να μην χρειαστεί να ξαναδεί πάνω στη σκηνή… «Εχω κάνει 150 χορογραφίες. Είναι πολλές… Με τον καιρό, ξεχνάμε, ξεχνάμε, ξεχνάμε, και έχουμε φτάσει στο σημείο να μου ζητούν συνέχεια το ίδιο πρόγραμμα από Κίνα, Ιαπωνία, Αμερική, το ίδιο που θα δείξουμε και στο Μέγαρο. Εγώ θα ήθελα να αφήσω για λίγο τα συγκεκριμένα έργα και να καταπιαστώ με ξεχασμένα πράγματα».

Μιλάει με ενθουσιασμό για τους χορευτές που έχει φέρει μαζί του, χρησιμοποιεί συχνά τα χέρια του και όταν θέλει να γίνει ακόμη πιο πειστικός, μας κάνει κι ένα σύντομο μάθημα χορού. Ο Ρολάν Πετί παραμένει ένα παιδί, ένα παιδί που ξεκίνησε να χορεύει στα 9 του χρόνια. «Στα 5 μου είχα αποφασίσει ότι θα γίνω χορευτής. Οι γονείς μου φυσικά είχαν αντιρρήσεις. Στα εννιάμισί μου χρόνια ξεκίνησα την καριέρα μου. Βρέθηκα στην Αμερική, συνδυάζοντας τον κλασικό χορό με τα μιούζικαλ, γύρισα ταινία με τον Φρεντ Αστέρ, από τον οποίο, διδάχτηκα πολλά. Είχα την τύχη να κάνω την «Κάρμεν» με τη σύζυγο μου, Ζιζί Ζανμέρ, η οποία, μπορεί να μην χορεύει πια, αλλά παραμένει αυστηρός κριτής της δουλειάς μου».

Για έναν άνθρωπο που παραιτήθηκε από την Οπερα του Παρισιού μέσα σε έξι μήνες, που αγόρασε το 1970 το καζίνο του Παρισιού, που έγραψε την αυτοβιογραφία του όταν είχε τόσα ακόμη να δώσει στο μέλλον, που γνώρισε και συναναστράφηκε με ανθρώπους-θρύλους, όπως ο Πάμπλο Πικάσο, ο Ορσον Γουέλς, ο Τσάρλι Τσάπλι, μία ώρα, μία μέρα, μία ζωή, σίγουρα δεν είναι αρκετή. «Είμαι υπέρ του καινούργιου, αρκεί να έχει λόγο ύπαρξης. Μιλάω πάντα για τον κλασικό, μοντέρνο χορό γιατί αυτός είναι ο πραγματικός χορός». Και τότε πως αποφάσισε να χορογραφήσει Πινκ Φλόιντ; «Για όλα ευθύνεται η 12χρονη κόρη μου, η οποία, ήρθε μια μέρα και μου είπε: «Πρέπει οπωσδήποτε να ακούσεις αυτή τη μουσική». Εγώ στην αρχή ήμουν αρνητικός. Τελικά ετοίμασα μια χορογραφία που έμεινε στο ράφι για 20-30 χρόνια. Οταν ήρθε η στιγμή να πάμε στην Κίνα, σκέφτηκα να δείξω το κομμάτι των Πινκ Φλόιντ. Ολοι προσπάθησαν τότε να με αποτρέψουν. Εγώ ήμουνα σίγουρος για την επιτυχία, όπως και έγινε».