ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Γράφω για να είμαι ευτυχισμένος»

Επιλέγοντας προφανώς να κρατήσει αποστάσεις από τον πολιτικό θόρυβο που προκάλεσε η βράβευσή του με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, ο Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ εκφώνησε χθες στη Στοκχόλμη την καθιερωμένη ομιλία με την ιδιότητα του νομπελίστα λίγα 24ωρα πριν από την επίσημη τελετή απονομής (10/12). Ο Παμούκ διάβασε στα Τουρκικά ένα κείμενο 11 πυκνογραμμένων σελίδων, το οποίο τιτλοφόρησε «Η βαλίτσα του πατέρα μου». Κείμενο συνειδητά σχεδόν ερμητικό σε άμεσες πολιτικές αναγνώσεις, διαπνέεται από το γνώριμο μελαγχολικό και αισθαντικό ύφος του Παμούκ. Γύρω από τον θάνατο του πατέρα του (το 2002), ο Παμούκ εξυφαίνει μία ιστορία με ψυχαναλυτικούς συμβολισμούς (όπως το άνοιγμα της πατρικής αποσκευής) και μικρές, οξείες εξάρσεις πάθους και έντασης, για να μιλήσει εν τέλει για την αυτοσυνειδησία του ως συγγραφέα μέσα από τα δίπολα σχήματα πατέρα και γιου, νεότητας και ωριμότητας, μοναξιάς και κοινωνίας, φαντασίας και πραγματικότητας, θανάτου και ζωής περιφέρειας και κέντρου, Δύσης και Τουρκίας. Η δική του Ιστανμπούλ είναι η ραχοκοκαλιά. Ο ίδιος στέκει στον πυρήνα.

Τακτική επιλογή

Ο Παμούκ δεν είναι πολιτικός συγγραφέας, αλλά βρίσκεται μακράν από το να χαρακτηρισθεί α-πολιτικός. Ωστόσο, χθες, έκανε μία επιλογή. Εστιάζοντας σε μια λογοτεχνική, πολύ ουσιαστική, μεν, αλλά με ασφάλεια όχι πολιτική, ομιλία, ο Παμούκ περιχαράκωσε τον ζωτικό χώρο του. Οσο και ανοικτή σε συμβολισμούς ή αναγωγές να στέκει η ομιλία του, είναι σαφές ότι ο Παμούκ θέλησε να διαφοροποιηθεί από τις πολιτικές συνδηλώσεις της βράβευσής του στη συγκεκριμένη συγκυρία (Γαλλία – γενοκτονία Αρμενίων, Τουρκία – Ε. Ε.) και να δηλώσει εμμέσως την ενόχλησή του για την υποβάθμιση της κυρίως ιδιότητάς του ως λογοτέχνη από τα διεθνή ΜΜΕ. Ενδεχομένως να επέλεξε απλώς χαμηλούς τόνους, αποφεύγοντας την ευθεία αντιπαράθεση με το τουρκικό κατεστημένο. «Η λογοτεχνία ποτέ δεν είναι απλώς μια εθνική υπόθεση», είπε χθες. «Ο συγγραφέας που κλείνεται σ’ ένα δωμάτιο και πρέπει πρώτα να ταξιδέψει μέσα στον εαυτό του, θα ανακαλύψει με τα χρόνια τον αιώνιο κανόνα της λογοτεχνίας».

Ο Παμούκ άφησε στην ομιλία του να συμπλεύσει το προσωπικό με το οικουμενικό και συχνά κατέληγε σε σχήματα που «άδειαζαν» κοινές βεβαιότητες. «Η λογοτεχνία μπορεί να διερευνήσει τους βασικούς φόβους των ανθρώπων, τον φόβο της περιθωριοποίησης, τον φόβο της πλήρους αφάνειας και τα συναισθήματα της απαξίωσης που αναβλύζουν από αυτούς τους φόβους (…) όταν έρχομαι κατά μέτωπο με τέτοια συναισθήματα, και με την ανορθολογική, υπερβολική γλώσσα με την οποία συνήθως εκφράζονται, γνωρίζω πως χαϊδεύουν το εσωτερικό μου σκοτάδι. Εχουμε γίνει συχνά μάρτυρες λαών, κοινωνιών και εθνοτήτων έξω από τον Δυτικό κόσμο -και μπορώ με ευκολία να ταυτίζομαι μαζί τους- να υποκύπτουν σε φόβους που ενίοτε τους οδηγούν να διαπράξουν ανοησίες, και όλα αυτά εξαιτίας του φόβου τους για ταπείνωση και εξαιτίας των ευαισθησιών τους. Γνωρίζω επίσης πως στη Δύση -έναν κόσμο με τον οποίο μπορώ εξίσου εύκολα να ταυτίζομαι- έθνη και λαοί με υπερβολική αλαζονεία για τα πλούτη τους, και ως φορείς προς εμάς της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού και του Μοντερνισμού, έχουν, από καιρό σε καιρό, υποκύψει σε μια αυτο-ικανοποίηση στα όρια της ανοησίας».

Κωνσταντινούπολη

«Αυτό που αισθάνομαι τώρα βρίσκεται στον αντίποδα όσων ένιωθα ως παιδί και ως νέος άνδρας: για μένα το κέντρο του κόσμου είναι η Ιστανμπούλ. Αυτό δεν συμβαίνει γιατί εκεί έζησα όλη μου τη ζωή, αλλά γιατί, στη διάρκεια των τελευταίων 33 ετών, αφηγούμαι τους δρόμους της, τις γέφυρές της, τους ανθρώπους της, τα σκυλιά της, τα σπίτια της, τα τζαμιά της, τις κρήνες της, τους παράδοξους ήρωές της, τα μαγαζιά της, τους ονομαστούς τύπους της, τα σκοτεινά της σημεία, τις μέρες και τις νύχτες της, κάνοντάς τα όλα αυτά κομμάτι του ίδιου μου του εαυτού, αφομοιώνοντάς τα όλα. Είχα φθάσει σε ένα σημείο όπου αυτός ο κόσμος που είχα φτιάξει με τα χέρια μου, αυτός ο κόσμος που υπήρχε μόνο στο κεφάλι μου, ήταν πιο αληθινός για μένα από τον κόσμο στον οποίο ζούσα στην πραγματικότητα».

«Γράφω γιατί θέλω οι άλλοι, όλοι μας, σε όλον τον κόσμο, να μάθουν τι είδους ζωή ζούμε, και εξακολουθούμε να ζούμε, στην Ιστανμπούλ, στην Τουρκία (…) Γράφω γιατί πιστεύω στη λογοτεχνία, στην τέχνη του μυθιστορήματος, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Γράφω γιατί είναι συνήθεια, πάθος. Γράφω για να είμαι μόνος. Ισως να γράφω γιατί ελπίζω να καταλάβω γιατί είμαι τόσο πολύ, πολύ οργισμένος με όλους εσάς, τόσο πολύ, πολύ οργισμένος με όλους (…) Γράφω γιατί δεν κατάφερα ποτέ να είμαι ευτυχισμένος. Γράφω για να είμαι ευτυχισμένος».