ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Επανένωση της τέχνης στο Βερολίνο

Η διπλή κληρονομιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ανατολικογερμανικού κομμουνιστικού καθεστώτος βαραίνει ακόμα στο Νησί των Μουσείων. Ωστόσο, με την επαναλειτουργία του Bode Museum, το πολιτιστικό αυτό πάρκο στο τέως Ανατολικό Βερολίνο έκανε ένα ακόμα βήμα για την ανάκτηση της θέσης του ως ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα τέχνης του κόσμου. Μετά και την ανακαίνιση της Arte Nationalgalerie, το 2001, δύο από τα πέντε μουσεία του νησιού είναι τώρα σε άριστη κατάσταση. Με την αποκατάσταση του Μπόντε, που χρειάστηκε οκτώ χρόνια και 170 εκατομμύρια ευρώ, το μουσείο συναγωνίζεται τη λαμπρότητα που είχε τον καιρό των εγκαινίων του από τον Κάιζερ Φρειδερίκο, το 1904.

Καταλαμβάνοντας ένα τριγωνικό οικόπεδο στο βόρειο άκρο του νησιού στον ποταμό Σπρέε, το μουσείο είναι και πάλι ένα αληθινό ανάκτορο της τέχνης που καλωσορίζει τους επισκέπτες του στην τεράστια νεομπαρόκ αίθουσα υποδοχής και στις πινακοθήκες που διαθέτουν φυσικό φωτισμό, μαρμάρινα πατώματα και ξυλόγλυπτα ταβάνια. Πιστό στο πνεύμα του ιδρυτή του, Βίλχελμ φον Μπόντε, ο οποίος πίστευε στην ανάμειξη των συλλογών τέχνης, το μουσείο παρουσιάζει μόνιμες εκθέσεις με έργα βυζαντινής τέχνης, γλυπτά από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα, νομίσματα από όλες τις εποχές, αναγεννησιακά έργα ζωγραφικής, καθώς και συλλογές διακοσμητικών τεχνών.

Εκεί κοντά, δύο άλλα μουσεία, το Μουσείο της Περγάμου και το Altes Museum, το Παλαιό Μουσείο, εξακολουθούν να προσελκύουν πλήθος επισκεπτών καθώς περιμένουν την ώρα της ανακαίνισής τους, ενώ οι εργασίες συνεχίζονται στο Neues Museum, το Νέο Μουσείο, το οποίο υπέστη σοβαρές ζημιές από βομβαρδισμούς στη διάρκεια του πολέμου και είχε αφεθεί ερειπωμένο.

Και πολιτιστικό κέντρο

Εκτός από αυτά, πρόκειται επίσης να κτιστεί, δίπλα στο Νeues Museum, ένα πολιτιστικό κέντρο σχεδιασμένο από τον Βρετανό αρχιτέκτονα Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ. Το κτίριο με τη γυάλινη πρόσοψη, που θα πάρει το όνομα του Γερμανοεβραίου φιλάνθρωπου των αρχών του 20ού αιώνα Γιάκομπ Σίμον, θα συνδεθεί με τα άλλα μουσεία με έναν υπόγειο διάδρομο που θα διακοσμηθεί με αντικείμενα αρχαιολογικής αξίας.

Αυτά τα φιλόδοξα σχέδια αποτελούν μέρος μόνο ενός τεράστιου παζλ που δημιουργήθηκε με την επανένωση της Γερμανίας το 1990. Επί 45 χρόνια, οι καλλιτεχνικοί θησαυροί της πόλης ήταν διαιρεμένοι και, καθώς το Νησί των Μουσείων ανήκε στην Ανατολική Γερμανία, το Δυτικό Βερολίνο αντιστάθμισε την απώλεια κτίζοντας τη δική του Neue Nationalgalerie και την Gemaldegalerie. Από τη στιγμή που επανενώθηκε, το Βερολίνο βρέθηκε με τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς του σκορπισμένους σε 17 κρατικά μουσεία.

Ετσι, μαζί με την αποκατάσταση του Νησιού των Μουσείων, το Πρωσικό Ιδρυμα Πολιτιστικής Κληρονομιάς, στο οποίο ανήκουν τα 17 μουσεία, αναδιοργανώνει βαθμιαία τις συλλογές, πράγμα που την περασμένη χρονιά σήμαινε ότι μετακινήθηκαν αιγυπτιακές αρχαιότητες, ανάμεσά τους η περίφημη προτομή της Νεφερτίτης, στο Altes Museum. Οταν θα έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία, ίσως το 2020, το Νησί των Μουσείων θα έχει να επιδείξει μια ανθολογία τέχνης από την αρχαιότητα έως το 1900.

Σύμφωνα με το σχέδιο, η μοντέρνα και η σύγχρονη τέχνη θα στεγάζεται τότε στην Gemaldegalerie στο Μουσείο Hamburger Bahnhof και άλλα μουσεία του τέως Δυτικού Βερολίνου, ενώ η Neue Nationalgalerie του Μις βαν ντερ Ρόε θα αφιερωθεί κυρίως σε εκθέσεις σύγχρονων καλλιτεχνών.

«Το Βερολίνο θα γίνει πόλη της τέχνης», λέει ο Πέτερ-Κλάους Σούστερ, γενικός διευθυντής των κρατικών μουσείων του Βερολίνου, «όπου θα αντιπροσωπεύονται τα πάντα, από τη Βαβυλώνα έως τον Μάθιου Μπάρνεϊ». Ωστόσο, ώσπου να κτιστεί το παράρτημά του, η σημερινή εγκατάσταση του Μπόντε δεν είναι πιθανό να αλλάξει. Και κατά την άποψη πολλών ειδικών, αυτό είναι το καλύτερο. Γράφοντας στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, ο Νιλ Μακγκρέγκορ, διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, χαιρέτισε «την πιο περιεκτική έκθεση ευρωπαϊκής γλυπτικής στον κόσμο» και πρόσθεσε: «Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι στο νέο Μουσείο Μπόντε η Ευρώπη θα μπορεί για πρώτη φορά να διαβάσει την ιστορία της, πνευματική και πολιτική, σε τρισδιάστατη μορφή».

Η παρουσίαση των συλλογών

Είναι, βέβαια, μια ιστορία ισχυρά διαμορφωμένη από τον χριστιανισμό, η οποία φτάνει πίσω στην ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και το λυκόφως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ περιλαμβάνει επίσης πέτρινα ανάγλυφα και ξυλόγλυπτα από την Αίγυπτο του 5ου αιώνα. Τα εβένινα ανάγλυφα και τρίπτυχα από την Κωνσταντινούπολη του 10ου αιώνα ήδη προσδιορίζουν την καλλιτεχνική σύνθεση της Σταύρωσης που θα επηρέαζε τους Ευρωπαίους γλύπτες και ζωγράφους μέχρι τον 18ο αιώνα.

Η παρουσίαση των συλλογών είναι γεωγραφική όσο και χρονολογική, με τη βυζαντινή και τη γοτθική τέχνη της Ευρώπης να εκτίθενται χωριστά στον πρώτο όροφο του μουσείου, ενώ μια παρόμοια διαίρεση εφαρμόζεται στον δεύτερο όροφο με την αναγεννησιακή και την μπαρόκ τέχνη. Το πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι ότι παρά το γεγονός ότι επιδεικνύονται άνω των 1.700 γλυπτών, το μουσείο δεν δίνει καμιά αίσθηση συνωστισμού. Επιπλέον, με τολμηρό πνεύμα, εκθέτει τα περισσότερα αγάλματα και γλυπτά χωρίς την προστασία γυάλινων προθηκών, προσφέροντας στους επισκέπτες μια σπάνια εγγύτητα με έργα μεγάλης ομορφιάς και αξίας.

Η επίδραση της λατρείας της Παναγίας («μαριανισμός») στην πρώιμη θρησκευτική τέχνη είναι φανερή σε ξύλινα, μαρμάρινα και κεραμικά γλυπτά, πολλά από τα οποία εκτίθενται στην «basilica galerie» όπως την αποκαλούν, η οποία έχει διαμορφωθεί με πρότυπο μια αναγεννησιακή φλωρεντινή εκκλησία βασιλικού ρυθμού.

Ο δεύτερος όροφος

Στον δεύτερο όροφο του μουσείου εκτίθενται 150 πίνακες ζωγραφικής δανεισμένοι από την Gemaldegalerie, ανάμεσά τους έργα του Αλεσάντρο Αλόρι, του Τιντορέτο και του Βασάρι, καθώς και μερικά αναγεννησιακά κεραμικά και έπιπλα. Και εδώ, όμως, τα γλυπτά κυριαρχούν, ανάμεσά τους δύο μεγαλοπρεπείς ορειχάλκινες προτομές του Πάπα Σίξτου Ε΄ και του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄, έργα του Ταντέο Λαντίνι, καθώς και αλληγορικά αγάλματα του Μπελίνι. Τέλος, η «Γυναίκα που χορεύει», μαρμάρινο άγαλμα του 1809 του Αντόνιο Κανόβα, χρησιμεύει ως γέφυρα προς την τέχνη του 19ου αιώνα στην Alte Νationalgalerie.

Εκτός από την ποιότητα των εκθεμάτων, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι ο τρόπος που το μουσείο καταφέρνει, όπως είπε ο Μακ Γκρέγκορ, «να υποδηλώνει τη συνολική αισθητική και το πνεύμα μιας εποχής», ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τη θεματική συνοχή των εκθεμάτων. Το επίτευγμα αυτό ο Σούστερ το πιστώνει στον ίδιο τον Μπόντε, τον ιδρυτή του μουσείου. «Ηταν ένας δεξιοτέχνης του κολάζ» λέει, «αφοσιωμένος στη λατρεία της ομορφιάς. Ηθελε να εκπαιδεύει στο καλό γούστο». Ηταν αναμφίβολα καλή τύχη που ο Μπόντε πέθανε το 1929 -ο Σίμον, που χρηματοδότησε πολλές από τις αγορές του, πέθανε το 1932- λίγο πριν αρχίσει ο γερμανικός εφιάλτης του 20ού αιώνα. Η μνήμη των δύο ανδρών τιμάται εδώ με δύο μικρές προτομές. Ωστόσο, ολόκληρο το μουσείο σήμερα αποτίει τον μεγαλύτερο φόρο τιμής στο ξαναγεννημένο όνειρό τους.