ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η άμεση δημοκρατία της Χάνα Αρεντ

Πόλεμος και επανάσταση, τυραννία και δημοκρατία, εξουσία και βία. Ο ολοκληρωτισμός και οι συνθήκες που καθιστούν ανθρώπους του «πολιτισμένου» κόσμου ικανούς για την πιο αποκρουστική βαρβαρότητα. Η κυριαρχική δομή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες. Το όραμα της πολιτικής ελευθερίας.

Λίγοι στοχαστές έχουν αγγίξει με τόση διαύγεια και οξυδέρκεια όσο η Χάνα Αρεντ τα μεγάλα ζητήματα που έθεσε ο 20ός αιώνας. Φέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννησή της, και η επέτειος έδωσε την ευκαιρία να εκτιμηθεί η σημασία του έργου της κάτω από το φως των εξελίξεων τις τρεις δεκαετίες που πέρασαν από τον θάνατό της, το 1975.

Γόνος εβραϊκής οικογένειας της Γερμανίας, η Αρεντ ανήκε στην κοινότητα που έγινε στόχος εξόντωσης από το ναζιστικό καθεστώς. Η φιλελεύθερη ανατροφή της, μακριά από θρησκευτικές προκαταλήψεις, την όπλισε με ανεξαρτησία πνεύματος και αυτοπεποίθηση, οχυρώνοντάς την απέναντι στην ηττοπάθεια που γεννούσε σε πολλούς Γερμανοεβραίους η άνοδος του αντισημιτισμού. Οι σπουδές της -φιλοσοφία, θεολογία, αρχαία ελληνικά- την έφεραν σε επαφή με εξέχουσες προσωπικότητες της πνευματικής ζωής της Γερμανίας: Τον Καρλ Γιάσπερς (με τον οποίο την ένωσε ισόβια φιλία), τον Εντμουντ Χούρσελ, τον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Η αμοιβαία έλξη ανάμεσα στην ανήσυχη νεαρή Εβραία και τον «μυστικό μάγο της σκέψης» -όπως χαρακτήρισε η Αρεντ τον Χάιντεγκερ- εξελίχθηκε σε ερωτικό δεσμό, που συνέπεσε με μια από τις πιο παραγωγικές περιόδους του φιλοσόφου, όταν δούλευε το περίφημο βιβλίο του «Το Είναι και ο Χρόνος». Μοιραία όμως η σχέση τους οδηγήθηκε σε αδιέξοδο εξαιτίας της φιλικής στάσης του Χάιντεγκερ προς το ναζιστικό καθεστώς – πίστεψε στη χίμαιρα ότι οι νέοι ηγέτες θα έδιναν και πάλι στον γερμανικό λαό τη χαμένη του υπερηφάνεια.

Στο Παρίσι

Η Αρεντ παρακολούθησε με απορία τη βαθμιαία μόλυνση ολόκληρης της γερμανικής κοινωνίας, και ιδιαίτερα των πανεπιστημιακών κύκλων, από το μικρόβιο του αντισημιτισμού. «Τους εχθρούς μας τους γνωρίζαμε καλά, εκείνο που μας εξέπληξε ήταν η αντίδραση των φίλων μας», έγραψε αργότερα. Το 1933, σίγουρη πια ότι η ίδια η ζωή της κινδύνευε, έφυγε για το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε με άλλους εξόριστους, όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και ο κομμουνιστής δημοσιογράφος Χάινριχ Μπλύχερ, τον οποίο παντρεύτηκε το 1940. Τη χρονιά εκείνη, με τη Γαλλία να βρίσκεται πλέον υπό γερμανική κατοχή, ο Μπένγιαμιν αυτοκτόνησε, μετά την αποτυχημένη του προσπάθεια να περάσει τα σύνορα προς την Ισπανία. Προηγουμένως είχε εμπιστευθεί στην Αρεντ το χειρόγραφο του έργου του «Για την έννοια της ιστορίας», το οποίο αργότερα εκείνη φρόντισε να εκδοθεί.

Το 1941 η Χάνα Αρεντ έφυγε για τη Νέα Υόρκη μαζί με τον σύζυγό της. Ο Μπλύχερ, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη στροφή της Αρεντ προς την πολιτική σκέψη, στάθηκε κοντά της για τριάντα χρόνια, ιδεώδης σύντροφος και συμπαραστάτης. Μαζί του συζητούσε τις ιδέες της, σχηματίζοντας μια «μικρή κοινότητα σκέψης» που επεκτάθηκε και σε ευρύτερο κύκλο φίλων, ανάμεσά τους ο Οντεν, ο Χέρμαν Μπροχ και η Μαίρη Μακάρθι.

Η κοινοτοπία του κακού

Τα πολιτικά προβλήματα που έθεσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ώθησαν την Αρεντ από την «καθαρή» φιλοσοφία στον πολιτικό στοχασμό, στην κατανόηση της «ζώσας ιστορίας». Και ιδίως του φριχτού γεγονότος που σφράγισε τον 20ο αιώνα, όταν άνθρωποι της πολιτισμένης Ευρώπης έφτασαν να εξοντώνουν, ψυχρά, εκατομμύρια συνανθρώπους τους σαν να ήταν κοπάδια ζώων. Η προσπάθεια να απαντήσει στα ερωτήματα που έθεσαν τα εγκλήματα του ναζισμού, αλλά και να τοποθετηθεί πάνω στο θέμα της προσωπικής ηθικής ευθύνης σε καιρούς που η ανθρώπινη ζωή χάνει την αξία της, είχε ως αποτέλεσμα το βιβλίο «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού» (1951) και, αργότερα, τα ρεπορτάζ στο περιοδικό The New Yorker για τη δίκη του Αντολφ Αϊχμαν, τα οποία συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ – Η κοινοτοπία του κακού».

Ορισε τον ολοκληρωτισμό ως ριζική καταστολή της πολιτικής (της δυνατότητας, δηλαδή, των πολιτών να παρεμβαίνουν ελεύθερα στις δημόσιες υποθέσεις) και απόλυτη περιφρόνηση από μέρους της κρατικής εξουσίας των ατομικών δικαιωμάτων. Παρατήρησε όμως ότι ο ολοκληρωτικός μηχανισμός, για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χρειάζεται «εκτελεστές» σαν τον Αϊχμαν, ανθρώπους όχι αναγκαστικά μοχθηρούς ή σατανικούς, αλλά γκρίζους και μέτριους. Τα εγκλήματα του ολοκληρωτισμού είναι τρομερά αλλά οι εγκληματίες κοινότοποι, ασήμαντα ανθρωπάκια ανίκανα να σκεφτούν, καθώς η σκέψη συνεπάγεται να διαθέτεις φαντασία, να μπορείς να έρχεσαι στη θέση του άλλου. Για την Αρεντ, κριτική σκέψη σημαίνει και ηθική υπευθυνότητα, η οποία οδηγεί σε αντίσταση στη βαρβαρότητα. Αυτή η «αποδαιμονοποίηση» των ναζί εγκληματιών και η έμφαση που έδωσε στο γεγονός ότι οι Εβραίοι ελάχιστα αντιστάθηκαν στη ναζιστική επίθεση, είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί η Αρεντ οξείες επικρίσεις, με αποκορύφωμα τον τίτλο σε άρθρο του «Νουβέλ Ομπζερβατέρ»: «Είναι η Αρεντ ναζί;»

«Πόλις» και ελευθερία

«Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχής δίχως να συμμετέχει στη δημόσια ευτυχία, κανένας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος δίχως εμπειρία της δημόσιας ελευθερίας, και κανένας, τέλος, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος ή ελεύθερος δίχως να συμμετέχει στην πολιτική εξουσία». Για την Αρεντ, η «πόλις» -όπως την αναφέρει στα ελληνικά στα κείμενά της-, η αρχαιοελληνική Δημοκρατία όπου οι πολίτες συμμετείχαν άμεσα και ενεργά στη δημόσια σφαίρα, είναι ένα βιωμένο υπόδειγμα που προβάλλει το εφικτό της πολιτικής ελευθερίας. Το είδε να πραγματώνεται και σε άλλες, πολύ πιο πρόσφατες ιστορικές στιγμές, στα συμβούλια που λειτούργησαν αυθόρμητα στη διάρκεια επαναστάσεων – στην Αμερική και στη Γαλλία, στη Ρωσία, στην Ουγγαρία το 1956. Σπέρματα μιας αμεσοδημοκρατικής, οριζόντιας πολιτικής οργάνωσης που θα μπορούσε να εδραιωθεί σε ομοσπονδιακό σύστημα, όπου η εξουσία να οδεύει από τα κάτω προς τα πάνω. Οπως έγραψε στο δοκίμιό της «Για την επανάσταση», αυτός είναι ο «χαμένος θησαυρός» των επαναστάσεων, που στην εξέλιξή τους, όσες νίκησαν, οδήγησαν σε αυταρχικά καθεστώτα, κομματικές δικτατορίες ή, στην καλύτερη περίπτωση κατά την Αρεντ, σε αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όπου ο πολίτης «αναθέτει» με την ψήφο του την άσκηση της εξουσίας σε επαγγελματίες της πολιτικής.

Στη διάρκεια της ζωής της, τα κείμενα της Αρεντ και οι προσωπικές παρεμβάσεις της, πάντα κόντρα στα ρεύματα του συρμού, προκάλεσαν μεγάλο ενδιαφέρον αλλά δέχτηκαν και έντονη πολεμική, από τη Δεξιά όσο και την Αριστερά. Ωστόσο, στα χρόνια που πέρασαν από τον θάνατό της -πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1975, ενώ δακτυλογραφούσε το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου της «Η ζωή του νου»- η εκτίμηση για το έργο της συνεχώς ανεβαίνει. Οι ιδέες της για τον ρόλο της βίας στην πολιτική ζωή, για την άμεση δημοκρατία και τη σημασία των συνταγματικών θεσμών, για την ανάγκη να συμμετέχουμε μέσα από διαδικασίες διαλόγου στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή μας, αποκτούν κρίσιμο νόημα στον σημερινό «παγκοσμιοποιημένο» κόσμο, όταν η οικονομία παίρνει τα ηνία από την πολιτική, η ωμή βία διεκδικεί και πάλι ηγεμονικό ρόλο και οι πολίτες απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τα κέντρα εξουσίας.

Εργα της Χάνα Αρεντ στα ελληνικά

Τα πρώτα έργα της Αρεντ, η διδακτορική της διατριβή «Η έννοια της αγάπης στον Αυγουστίνο. Απόπειρα φιλοσοφικής ερμηνείας» (1928) και «Ραχήλ Φαρνχάγκεν, Βιογραφία μιας Γερμανίδας Εβραίας στην εποχή του Ρομαντισμού» (το ολοκλήρωσε το 1940) δεν έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Από το βιβλίο της «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού» (1951) έχει εκδοθεί σε ελληνική μετάφραση το τρίτο μέρος: «Το ολοκληρωτικό σύστημα» (εκδ. Ευρύαλος, 1988). Εχουν επίσης κυκλοφορήσει στα ελληνικά τα έργα της:

– Η ανθρώπινη κατάσταση – Vita activa (εκδ. «Γνώση, 1988).

– Σκέψεις για την πολιτική και την επανάσταση. (Συνομιλία της Αρεντ με τον Γερμανό συγγραφέα Αντελερτ Ριφ, εκδ. Ερασμος, 1987.)

– Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η κοινοτοπία του κακού (εκδ. Θύρσος, 1995).

– Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος (εκδ. Λεβιάθαν, 1996).

– Ανθρωποι σε ζοφερούς καιρούς (εκδ. Νησίδες, 1998).

– Περί βίας (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2000).

Το βιβλίο της «Για την επανάσταση» πρόκειται σύντομα να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια». Μεταξύ των έργων της που δεν έχουν εκδοθεί στα ελληνικά είναι και το τελευταίο της, «The Life of the Mind» («H ζωή του νου»), το οποίο εκδόθηκε στις ΗΠΑ μετά το θάνατό της, επιμελημένο από τη Μαίρη Μακάρθι.