ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Αυστηρώς ακατάλληλος» κινηματογράφος

Ηαρχή έγινε με το πολύ πρόσφατο «Shortbus» του Τζον Κάμερον Μίτσελ και περίπου δύο εβδομάδες αργότερα ακολούθησε το «Αυστηρώς ακατάλληλο», ταινία που διαρθρώνεται σε σύντομες αυτοτελείς ιστορίες και υπογράφουν επτά σκηνοθέτες: Οι Λάρι Κλαρκ, Γκασπάρ Νοέ, Μαρίνα Αμπράμοβιτς κ.ά. Και οι δύο ταινίες προβάλλονται στις αθηναϊκές αίθουσες. Τι κοινό έχουν; Σκηνές πραγματικού σεξ, σε βαθμό που τα όρια με την πορνογραφία να είναι δυσδιάκριτα. Αν η πρώτη αφορά σε μια ανοργασμική σεξολόγο η οποία επισκέπτεται εναλλακτικό κλαμπ για να βελτιώσει την ερωτική της ζωή, η δεύτερη ταινία αποτελεί είδος σπουδής πάνω στο σεξ και την πορνογραφία. Ξεχάστε το «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι», τις «120 Μέρες στα Σόδομα», τις «Εννιάμισι εβδομάδες» ή το «Βασικό ένστικτο»· εδώ μιλάμε για αληθινό σεξ.

Στην πραγματικότητα, η αρχή έγινε το 1998 με τους «Ηλιθίους» του Λαρς φον Τρίερς, ταινία που περιλαμβάνει μια μεμονωμένη σκηνή πραγματικού οργίου, αν και ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι τα σώματα των ηθοποιών ήταν «ντουμπλαρισμένα». Την περίοδο 1999 – 2001 ακολούθησαν τρεις γαλλικές ταινίες: η πρώτη, με τίτλο «Romance», περιλάμβανε στο καστ της και τον διάσημο Ιταλό πορνοστάρ Ρόκο Σινφρέντι. Στη συνέχεια, ήρθε το «Baise-moi» και ένα χρόνο μετά ο «Πορνογράφος», που αφηγείται το δράμα ενός βετεράνου πορνογράφου, κατάλοιπου της σεξουαλικής απελευθέρωσης της δεκαετίας του 1960, ο οποίος ονειρευόταν να συνδυάσει την πορνογραφία με το καλλιτεχνικό σινεμά.

Αν ο Τρίερς «ντούμπλαρε» τους ηθοποιούς του στις επίμαχες σκηνές και στις γαλλικές ταινίες χρησιμοποιήθηκαν επισήμως αστέρες του πορνό, τη διετία 2003 – 2004 είδαμε ηθοποιούς του λεγόμενου mainstream κινηματογράφου να επιδίδονται σε πραγματικό σεξ. Για παράδειγμα, η σκηνή στοματικού έρωτα με τη Χλόη Σεβινί στο «Brown Bunny» άφησε εποχή, ωστόσο, η ταινία που τάραξε τα νερά ήταν τα «Εννέα τραγούδια» του Μάικλ Γουιντερμπότομ (που μας έδωσε τον «Δρόμο για το Γκουαντάναμο»): εδώ δεν έχουμε μια μεμονωμένη σκηνή αλλά, με εξαίρεση τις ροκ συναυλίες (τα εννέα τραγούδια του τίτλου), χωρίς τις αλλεπάλληλες ερωτικές σκηνές ανάμεσα στους ηθοποιούς Μάργκο Στίλεϊ και Κίραν Ο’ Μπράιεν δεν υπάρχει καν ταινία. «Γιατί όχι;», έλεγε ο Γουιντερμπότομ σε συνεντεύξεις Τύπου. Γιατί να μη συμπεριλάβουμε το πραγματικό σεξ στον κινηματογράφο;

Τέχνη και πορνό

Ενδιαφέρουσα άποψη, αλλά όχι πρωτότυπη. Στην πραγματικότητα, το αίτημα αυτό είχε τεθεί από τους ίδιους τους πορνογράφους. Τόσο το 1972, όταν έγινε το «μπουμ» της πορνογραφίας, όσο και στο πρόσφατο (εξαιρετικό) ντοκιμαντέρ «Μέσα στο βαθύ λαρύγγι», ο Τζέραρντ Νταμιάνο, σκηνοθέτης της ταινίας «Βαθύ λαρύγγι», δήλωνε ξανά και ξανά, ότι το όνειρό του ήταν να συνδυάσει το σεξ με την τέχνη του σινεμά, όχι να γυρίζει ταινίες με στόχο την αυτοϊκανοποίηση. Το αίτημα του Νταμιάνο εκφράζει και ο Μπαρτ Ρέινολντς στον ρόλο σκηνοθέτη πορνό στην ταινία «Αγριες νύχτες» του Πολ Τόμας Αντερσον, που αναβιώνει πειστικά την άνθηση της πορνοβιομηχανίας το 1970 και την παρακμή της το 1980, με τον ερχομό του βίντεο.

Η συνύπαρξη του πορνό με την τέχνη ήταν λοιπόν ένα όνειρο που δεν έγινε πραγματικότητα, για διάφορους λόγους. Η ανάμειξη της μαφίας στην παραγωγή και τα κέρδη των ταινιών (μόνο το «Βαθύ λαρύγγι» στοίχισε 20.000 δολάρια αποφέροντας 200 – 600 εκατομμύρια) και η άνοδος της θρησκευτικής δεξιάς στην Αμερική (το 1980 δεν έφερε μόνο το βίντεο αλλά και τον Ρέιγκαν – και το AIDS) περιόρισαν το σεξ στην «πίσω πλευρά του Χόλιγουντ»: στο Σαν Φερνάντο Βάλεϊ της Καλιφόρνιας, τη «Μέκκα» της αμερικανικής πορνοβιομηχανίας, που γεωγραφικά βρίσκεται στην κυριολεξία πίσω από το mainstream Χόλιγουντ, πίσω από τον λόφο με την πασίγνωστη επιγραφή.

«Λούπες»

Εως το «Βαθύ λαρύγγι», το κινηματογραφικό πορνό αποτελούνταν από τις λεγόμενες «λούπες» που εμφανίστηκαν, σποραδικά, τη δεκαετία του 1950 και πολύ πιο μαζικά στα τέλη αυτής του 1960: ολιγόλεπτα βουβά φιλμάκια που προβάλλονταν επί πληρωμή στα περίφημα peep show. Η πρωταγωνίστρια του «Λαρυγγιού», η τραγική Λίντα Λάβλεϊς, πρωτοεμφανίστηκε σε αυτές τις «λούπες». Οταν όμως πρωτοπαίχθηκε το «Βαθύ λαρύγγι» στην κακόφημη τότε Τάιμς Σκουέρ της Νέας Υόρκης (προτού έρθει ο δήμαρχος Τζουλιάνι με τη «σκούπα» του) καλλιτέχνες και κοσμικοί του Μανχάταν σχημάτιζαν ουρές για να την παρακολουθήσουν. Από τον Νόρμαν Μέιλερ έως τη Ζακλίν Κένεντι, κανείς δεν έμεινε ασυγκίνητος.

Μιλώντας όμως για τέχνη και πορνό, την ίδια χρονιά με το «Βαθύ λαρύγγι», το 1972, προβλήθηκαν άλλες δύο ταινίες πορνογραφίας: το «Πίσω από την πράσινη πόρτα» και το «Ο διάβολος στην κυρία Τζόουνς», πάλι του Νταμιάνο. Και οι δύο έχουν πολύ περισσότερες καλλιτεχνικές αξιώσεις από το «Λαρύγγι», ειδικά η «Πράσινη πόρτα», όπου στο φινάλε, τα διάφορα φίλτρα στο κάδρο και η ψυχεδελική μουσική δημιουργούν μια αισθησιακή, υποβλητική ατμόσφαιρα που δεν υπάρχει σχεδόν σε καμία άλλη ταινία του είδους – και σίγουρα όχι σε αυτές που γυρίζονται σήμερα.

Μολονότι ο Νταμιάνο δεν κατάφερε ποτέ να κάνει «καλλιτεχνική πορνογραφία», αυτή η τάση(;) σύγχρονων σκηνοθετών να εντάξουν το πορνό στο έργο τους, σε μια εποχή σεξουαλικής ελευθεριότητας αλλά όχι και απελευθέρωσης, τον δικαιώνει κατά κάποιο τρόπο. Τίθενται διάφορα ερωτήματα εδώ: αν όντως πρόκειται για τάση, αν θα έχει συνέχεια και ώς πού θα φτάσει, και, τέλος, αν αυτό οφείλεται σε καθαρά καλλιτεχνικές αναζητήσεις ή σχετίζεται πιο άμεσα με τις τρέχουσες κοινωνικές – πολιτικές εξελίξεις. Για κάποιους κριτικούς, ταινίες σαν το αμερικανικό «Shortbus» μοιάζουν να είναι σπασμωδικές αντιδράσεις στη λαίλαπα του θρησκευτικού νεοσυντηρητισμού. Αντίθετα, πειραματισμοί των Ευρωπαίων Τρίερς και Γουιντερμπότομ μοιάζουν να είναι ακριβώς αυτό: πειραματισμοί που δεν κρίνονται παρά μόνο από το αποτέλεσμα. Οποιες και αν ήταν οι προθέσεις του «πορνογράφου» Νταμιάνο ή του «καλλιτέχνη» Γουιντερμπότομ, τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Κι όσον αφορά το ίδιο το πορνό, παραμένει μια κερδοφόρα βιομηχανία, ασφαλής μέσα στο περιθώριό της. «Η πορνεία είναι το αρχαιότερο επάγγελμα», έχει γράψει ο Αγγλος συγγραφέας Μάρτιν Εϊμις, «ενώ το πορνό το πιο νέο». Και οι ηθοποιοί του, σύμφωνα πάντα με τον Εϊμις, «σύγχρονοι μονομάχοι. Φυσικά, οι μονομάχοι ήταν σκλάβοι – μερικοί όμως κέρδισαν την ελευθερία τους». «Ο,τι κι αν είναι το πορνό», συνεχίζει ο Εϊμις, «ό,τι και αν κάνει, μπορεί να προβληματιστείς γι’ αυτό, αλλά δεν μπορείς να το απορρίψεις. Παραφράζοντας τον Φάλσταφ: εξαφανίστε το πορνό και εξαφανίζετε τον κόσμο όλο».

Τέλος στη λογοκρισία;

«Μήπως ωριμάζουμε επιτέλους;», αναρωτιέται ο Τιμ Ανταμς, δημοσιογράφος του «Observer», στο πλαίσιο συνέντευξής του με τον σκηνοθέτη του «Shortbus». Το ρητορικό ερώτημα ήρθε μετά το γεγονός ότι για πρώτη φορά μια ταινία με περιεχόμενο που κινείται στη σφαίρα του πορνό δεν λογοκρίθηκε στις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Λαμβάνοντας υπόψη τον πορνογραφικό χαρακτήρα που έχουν πολλές εκπομπές της τηλεόρασης (βλέπε Reality shows) και την εισβολή του πορνό στην καθημερινότητά μας μέσω Διαδικτύου, θέτει ένα ακόμα ερώτημα: «Πόσο παράξενο είναι που ένα τέτοιο φιλμ δεν είχε γυριστεί ώς τώρα; Γιατί να γυρίζουμε ρομαντικές κομεντί για μεγάλους, οι οποίες σταματούν μόλις αρχίζει το σεξ, όταν όλη η κωμωδία και το δράμα των σχέσεων προκύπτει εξαιτίας του σεξ;» O ίδιος ο Μίτσελ, ο δημιουργός του «Shortbus», αναφερόμενος στον σαδισμό των «Παθών του Χριστού» του Μελ Γκίμπσον, έθεσε ένα άλλο ερώτημα: «Γιατί να προτιμήσω να δω ένα τρίωρο φιλμ όπου γδέρνουν κάποιον ζωντανό αντί για δύο ανθρώπους που τη βρίσκουν μεταξύ τους;». Κατά τον T. Ανταμς, ο στόχος του πορνό είναι ο σεξουαλικός ερεθισμός, ενώ στόχος του Μίτσελ ήταν να εξερευνήσει μέσω του σεξ τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του. Ισως να ωριμάζει πια η Αμερική, λέει ο T. Ανταμς. «Ισως εξαιτίας του πολέμου η χώρα να είναι πια έτοιμη για λίγο ειλικρινή ηδονισμό».

Το σκάνδαλο του Καλιγούλα

Μπορεί το hardcore σεξ να εξορίστηκε τελικά στα πορνοσινεμά, ωστόσο, σκηνοθέτες όπως ο Ντούσαν Μακαβέγιεφ, στο «Sweet Movie» και στα ραϊχικά «Μυστήρια του οργανισμού» ή ο πρώιμος Βερχόφεν στο ωμό «Spetters» (1980), συμπεριέλαβαν κάποιες «αμαρτωλές» σκηνές στις ταινίες τους. Ετσι κι αλλιώς, από το 1970 και μετά υπήρξαν πολλές ταινίες που περιείχαν έστω και μια φευγαλέα σκηνή πραγματικού σεξ. Μεγάλος θόρυβος όμως προκλήθηκε το 1979 με τον «Καλιγούλα» του Τίντο Μπρας: μολονότι οι πρωταγωνιστές Μάλκολμ Μακντάουελ, Ελεν Μίρεν (η πρόσφατη «Βασίλισσα»), Πίτερ Ο’ Τουλ συμμετέχουν σε σκηνοθετημένες ερωτικές σκηνές, στην ταινία συμμετέχει επίσης ένα πλήθος πορνοστάρ κομπάρσων, οι οποίοι επιδίδονται σε πραγματικά όργια – γεγονός που οι παραπάνω ηθοποιοί, όπως και ο σερ Τζον Γκίλγουντ, ο οποίος υποδυόταν τον Σενέκα, ισχυρίστηκαν ότι αγνοούσαν καταθέτοντας αγωγές και μηνύσεις.