ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Μπόρατ», ο ρεπόρτερ από το Καζαxστάν

Η φασαρία ξεκίνησε με οργισμένες αντιδράσεις στο Καζαχστάν, που τις ακολούθησε ο πνιχτός ήχος βεβιασμένου γέλωτα από τους διπλωμάτες της χώρας, οι οποίοι αναγκάστηκαν να προσποιηθούν ότι κατάλαβαν το αστείο. Μπορεί όμως να τελειώσει με μια σειρά πολυδάπανες δίκες. Ενώ οι Καζάκοι υποχώρησαν μπροστά στην εκρηκτική εμπορική δύναμη του «Μπόρατ», του αγροίκου ρεπόρτερ από το Καζαχστάν, ο οποίος τριγυρίζει στην Αμερική παίρνοντας συνεντεύξεις και γελοιοποιώντας ανυποψίαστους πολίτες, φαίνεται ότι ο δημιουργός και ενσαρκωτής του, ο Βρετανός κωμικός Σάσα Μπάρον Κοέν, δεν διδάχτηκε ένα σημαντικό μάθημα στη διάρκεια της περιοδείας του στις ΗΠΑ: Οταν οι Αμερικανοί προσβάλλονται, κάνουν μηνύσεις.

Τους ξεγέλασε

Ο ήχος των νομισμάτων που πέφτουν βροχή στα ταμεία για το φιλμ «Μπόρατ» συνοδεύεται τώρα από τις οιμωγές των προσβεβλημένων και τις αγορεύσεις των Αμερικανών δικηγόρων, που ευελπιστούν να ωφεληθούν κι αυτοί από την ταινία. Οταν το φιλμ βγήκε στις αίθουσες, ο Κοέν διαβεβαίωσε, όπως κάθε θεατής είχε ήδη καταλάβει, πως το αστείο δεν ήταν εις βάρος του Καζαχστάν, αλλά εις βάρος εκείνων που «ξεμπροστιάζει» ο καλλιτέχνης στη διάρκεια της ταινίας. Ο Μπόρατ, είπε, είναι ένα εργαλείο για να εκτεθούν ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός.

Είναι αλήθεια ότι ο ομοφοβικός οργανωτής ροντέο και τα μεθυσμένα κολεγιόπαιδα που «εξέθεσε» ο Μπόρατ μπορεί να μη βρουν ιδιαίτερη κατανόηση στην όποια αίτησή τους να αποζημιωθούν. Δεν ισχύει το ίδιο όμως για όλα του τα θύματα. Οι μηνύσεις που έχουν κατατεθεί έως τώρα ρίχνουν νέο φως στις μεθόδους που χρησιμοποίησε η εταιρεία παραγωγής του Κοέν για να ξεγελάσει διάφορους πολίτες.

Η προσέγγιση των ανθρώπων που θα έδιναν συνεντεύξεις στον «ρεπόρτερ από το Καζαχστάν» γινόταν από εκπροσώπους μιας εταιρείας-βιτρίνας, που συνήθως έφερε το όνομα One America Productions. Η Λίντα Στάιν, π.χ., μια καλλιτέχνις και φεμινίστρια που γίνεται στόχος του Μπόρατ στην ταινία, συνομίλησε αρχικά με μια εκπρόσωπο της εταιρείας υπό το ψευδώνυμο Τσέλσι Μπάρναρντ. Η Στάιν έψαξε για την One Productions στο Ιντερνετ και δεν βρήκε τίποτα. Φοβούμενη ότι μπορεί να ήταν κάλυμμα για κάποια ακροδεξιά ομάδα, ρώτησε την Μπάρναρντ, η οποία της είπε ότι η χρηματοδότηση του «ντοκιμαντέρ» γινόταν από τηλεοπτικό δίκτυο της Λευκορωσίας.

Στους ανυποψίαστους «σταρ» της ταινίας προσφέρθηκαν μικροποσά, από 150 έως 400 δολάρια, για τον χρόνο τους. Και καθώς το συνεργείο ετοιμαζόταν για το γύρισμα, προτεινόταν στα θύματα να υπογράψουν έντυπα συγκατάθεσης σε περίπλοκη νομικίστικη γλώσσα, με τα οποία τελικά δήλωναν ότι δεν πρόκειται να προβάλουν κανενός είδους αξίωση ή αγωγή εναντίον των παραγωγών. Η Στάιν ομολογεί ότι σχεδόν δεν διάβασε το έντυπο προτού το υπογράψει, αλλά αμφισβητεί την εγκυρότητά του δεδομένου ότι συνυπογράφηκε από την Τσέλσι Μπάρναρντ – όνομα επινοημένο.

Παραίτηση από αξιώσεις

Σύμφωνα με τον Φιλ Σέρελ, δικηγόρο ειδικευμένο στα ΜΜΕ, ο όρος για την παραίτηση από αξιώσεις εναντίον των παραγωγών δεν θα στεκόταν στη Βρετανία. «Οι ενάγοντες μπορούν να προβάλουν ισχυρό επιχείρημα πως ο χαρακτήρας της κινηματογραφικής παραγωγής τούς παρουσιάστηκε με απατηλό τρόπο και ότι η συμφωνία είναι επομένως άκυρη», λέει. «Καμιά συμφωνία δεν μπορεί να ισχύσει αν οι ενάγοντες εξαπατήθηκαν για τη φύση της ταινίας στην οποία παρασύρθηκαν να συμμετάσχουν».

Ο Κοέν πιθανόν να έδειξε γενναιότητα βάζοντας στο στόχαστρο τους Αμερικανούς, τους πιο δικομανείς ανθρώπους στον κόσμο. Σίγουρα όμως δεν θα περίμενε επίθεση από τους Ρουμάνους. Την περασμένη Δευτέρα, μια αγωγή 30 εκατομμυρίων δολαρίων κατατέθηκε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν στο όνομα των Νικολάε Τοντοράτσε και Σπιριντόμ Τσιορεμπέα, δύο κατοίκων του ρουμανικού χωριού Γκλοντ, το οποίο παρουσιάζεται στην ταινία ως η ιδιαίτερη πατρίδα του Μπόρατ στο Καζαχστάν. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι τους διαβεβαίωσαν πως η ταινία ήταν ένα ντοκιμαντέρ για τη φτώχεια στη Ρουμανία, που θα περιέγραφε τον τρόπο που ζουν. «Τίποτα δεν είναι πιο μακριά από την αλήθεια», αναφέρεται στην αγωγή. «Πρόθεση της ταινίας είναι να παρουσιάσει τους ενάγοντες και άλλους κατοίκους του χωριού σαν βιαστές, κλέφτες, πόρνες, ρατσιστές, ηλίθιους και αγροίκους».

Είναι αλήθεια ότι η χρησιμοποίηση από τον Κοέν των κατοίκων του Γκλοντ έχει να κάνει περισσότερο με την ηθική και τη δεοντολογία της βιομηχανίας του θεάματος. Ο Φιλ Σέρελ πιστεύει ότι η αρνητική δημοσιότητα θα σπρώξει τους παραγωγούς της ταινίας να επιδιώξουν μια ρεαλιστική συμφωνία προτού η υπόθεση φτάσει στα δικαστήρια. «Το να εξευτελίζεις Ρουμάνους χωρικούς για να προκαλέσεις γέλιο», λέει, «δεν είναι καθόλου καλό από άποψη δημοσίων σχέσεων».