ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Με τη δύναμη του παρόντος

Κώστας Βούλγαρης: «H περούκα της Σοφίας Νέρη». Εκδόσεις «Μεταίχμιο», 2005, σελ. 188.

Με το πρόσχημα μιας κατ’ οίκον, απλής φαινομενικά εργασίας, ο αφηγητής, ο οποίος έχει αποδεχτεί την πρόσκληση μιας φίλης του να διδάξει στο τμήμα Θεατρολογίας του Ανοιχτού Πανεπιστημίου, συμβάλλει στην έμμεση, πάντως ουσιαστική αισθητική προπόνηση τριάντα σπουδαστών, σχεδόν συνομηλίκων του, καθαρόαιμων τέκνων της μεταπολίτευσης. H άσκηση, η ενδεχόμενη δηλαδή παραγωγή ενός «σκηνικού διηγήματος» μέσα από παλαιότερα κείμενα, ως επί το πλείστον εγκιβωτισμένα στη σκόνη των δημόσιων βιβλιοθηκών, συνιστά κατ’ ουσίαν συγκερασμένη εμπέδωση πατριδογνωσίας. Αλλά και ένα είδος απόδοσης δικαιοσύνης: η αντιμετώπιση και η παρεπόμενη διαγραφή των εν πολλοίς επικίνδυνων ιδεοληψιών και των συναφών κοινωνικών πλανών είναι υπόθεση οριακών αντιστροφών και δραστικών ανακατανομών του κεκτημένου πραγματολογικού υλικού. Υπό τη σκοπιά μάλιστα του διορατικού επιχειρήματος του Σενέκα «ταράσσει τους ανθρώπους ου τα πράγματα, αλλά τα περί των πραγμάτων», το όλο εγχείρημα των σπουδαστών αποκτά μια πρόσθετη σημασία, αυτήν της ηθικής αποκατάστασης των επωνύμων και ανωνύμων θυμάτων της Δόξας.

Η ευεργετική αναμόχλευση κειμενικών απολιθωμάτων αποβλέπει στην ανασύσταση της αντικειμενικότητας, στον επανακαθορισμό των συντελεστών του τοπίου μιας απώτερης αλήθειας. Γι’ αυτό άλλωστε η διαστολή του παρόντος σε υπερ-χρόνο, σε ένα ελαστικό φάσμα αναστοχαστικών συναρμολογήσεων και ευφυών ανατροπών, αποτελεί τον κύριο πλέον κρίκο του σωκρατικής καταγωγής ζεύγματος διδάσκοντος και διδασκομένων. Το ιστορικο-πολιτικό γεγονός παύει άλλη μια φορά να θεωρείται απόλυτο ή ακήρατο. Μέσα από τη γραφή των υποψιασμένων μελών της κοινωνικής κυψέλης τελείται η επαναδιαπραγμάτευση της παρακαταθήκης της σωρείας των ατομικών ή συλλογικών αυταπατών. Οι περισσότεροι σπουδαστές φαίνεται, λοιπόν, να γνωρίζουν ότι «το υποθετικό νόημα της ιστορίας δεν εξαρτάται από τους ιστορικούς, αλλά από τον πολίτη που δίνει μια συνέχεια στα γεγονότα του παρελθόντος. Απομένει […] ο αδιάκοπος ανταγωνισμός ανάμεσα στην επιθυμία πιστότητας της μνήμης και την αναζήτηση της αλήθειας στην ιστορία», όπως διευκρινίζει ο Paul Ricoeur, (βλ. Στέφανος Ροζάνης, «Walter Benjamin, Η ιεροποίηση του αποσπάσματος», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2006, σελ. 43).

Η κάθε στιγμή του φραστικού ερειπιώνα πρέπει συνεπώς να απομονωθεί. Τότε, μέσα στην ατομική της πολυεδρικότητα, θα μπορέσει να ξεχωρίσει ακέραιη η χρησμική ουσία της. Τίποτε δεν είναι αυτονόητο. Ολα τίθενται, για να το πω αλλιώς, στη διάθεση της ριζικής, βεβαίως διαλεκτικής αναθεώρησης αιτίων και αιτιατών. Οι (ιδανικοί) σπουδαστές, οι οποίοι ομόθυμα αποδέχθηκαν το στοίχημα του αντισυμβατικού δασκάλου, δικαιώνουν εκόντες άκοντες ένα από τα βασικά νιτσεϊκά προτάγματα, το οποίο απαιτεί, ως γνωστόν, την άμεση ακύρωση της μονολιθικότητας του συμβάντος στο όνομα μιας κατ’ εξοχήν διεξοδικής και ρηξικέλευθης ερμηνείας.

Διευρύνοντας διακριτικά πάντα γνωσιολογικούς ορίζοντες και επαναξιολογώντας με νηφαλιότητα υφολογικά πρότυπα, ο δάσκαλος και προφανώς πειραματικός συγγραφέας, έχοντας επιτύχει να προκαλέσει το ειλικρινές ενδιαφέρον των ακροατών – συνεργατών του γίνεται στην πράξη ο Μέντωρ ενός αιφνίδιου λογοτεχνικού ήθους. Η μνήμη αναπλάθεται, η διαχείριση των πολιτιστικών δεδομένων αναθεωρείται σε βάθος, το εν γένει θέαμα από «φρουρός του ύπνου», όπως το κατέδωσε ο Γκι Ντεμπόρ, καταλήγει στο εργαστήριο της γραφής για την περαιτέρω βιοψία. Οι αναγραμματισμοί, οι παγίδες ενός διφορούμενου πριν δεν επικυριαρχούν. Αντιθέτως εξαρθρώνονται. Η προοδευτική μάλιστα μεταμόρφωση του δήθεν ευτελούς και άχρωμου πληροφοριακού προϊόντος του παρελθόντος σε εμφανέστατο δείκτη πολύσημης δημιουργικής γραφής δίνει αντίστοιχα το έναυσμα για νέες αναλύσεις και αναζητήσεις στην επικράτεια της Μάγια των ινδουιστών, δηλαδή στο μείζον πεδίο των απατηλών φαινομένων. Στον βαθμό μάλιστα που «η νεοελληνική ζωή υπήρξε, ήδη από τη γέννησή της, μια παρτιτούρα επινοημένων οίστρων, που κάθε γενιά ερμήνευσε και άκουσε με τον ίδιο στερεότυπο και άμουσο τρόπο», όπως συνοψίζει εμβριθώς ο Κώστας Μαυρουδής στη «Στενογραφία» (εκδόσεις Κέδρος, 2006, σελ. 37), τότε το καθήκον του τμήματος της Θεατρολογίας είναι σαφώς επαυξημένο, εφόσον καλείται να ξαναστήσει αντικειμενικότητες.

Ο Κώστας Βούλγαρης ολοκληρώνοντας με την «Περούκα της Σοφίας Νέρη» τον αφηγηματικό του κύκλο «Το εμφύλιο σώμα» απέδειξε ότι ελέγχει την εκφραστική του μηχανή, αποδίδοντας ταυτόχρονα τη δέουσα σημασία στο ζήτημα της εκ των έσω ανανέωσης της θεματολογίας του.