ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας κορυφαίος Ελληνας στοχαστής θυμάται…

O δεύτερος τόμος των «Αναπολήσεων» του Κωνσταντίνου I. Δεσποτόπουλου κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπαζήση. O πρώτος είχε εκδοθεί μέσα στο 2005 και κάλυπτε τα πρώτα χρόνια της ζωής του κορυφαίου Ελληνα στοχαστή. Στον δεύτερο τόμο ο συγγραφέας μάς μεταφέρει στα δύσκολα χρόνια από το 1940 έως το 1960. Λιτή, παρατακτική, μεστή αφήγηση που συνδυάζεται με στοχαστική διάθεση και σπάνια ικανότητα ενδοσκόπησης.

Η «K» αναδημοσιεύει σήμερα ενδεικτικά αποσπάσματα από τον τόμο αυτό. Η.Μ.

Υποχώρηση

«Δεν μου είχε συμβεί ποτέ άλλοτε να αισθανθώ τόσο μόνος, ερημικός, αμήχανος, όπως εκείνη την ώρα, στην υγρή νύχτα, μόλις είχα διαφύγει από τα εκτυφλωτικά φώτα και τους πυκνούς πολυβολισμούς των Γερμανών. Ενοιωθα σαν να ήμουν βυθισμένος σε χάος υπαρξιακό ή και ηθικό: με βαθύ συναίσθημα εκμηδενισμού της πρωτοβουλίας μου για την ίδια τη ζωή μου, και σύνδρομης πικρίας για τη διάλυση, όπως διαισθανόμουν, της στρατιωτικής μονάδας μου και μονάδας τού έως την προηγουμένη ένδοξου ελληνικού στρατού. Γρήγορα όμως βρήκα την αυτοκυριαρχία μου και άρχισα να βαδίζω προς νότο, αόριστα με την ακοή μου σε υπερένταση για να συλλάβω τυχόν ήχο γύρω μου οδηγητικό της πορείας μου. […] Δεν είχα κοιμηθεί τρία μερόνυχτα ήδη. Και μου συνέβη στην άχαρη αυτή πορεία, δίχως την υπερένταση της διοικητικής ευθύνης, να κυριευθώ από τον ύπνο, ενώ βάδιζα με τους άλλους, και, όταν κάποτε ξύπνησα, όρθιος πάντοτε, να αισθανθώ πάλι ολομόναχος, καθώς βρέθηκα για μια στιγμή ολομόναχος, ενώ άρχισε να ροδίζει ο ουρανός με το προμήνυμα της αυγής της 9ης Απριλίου».

Εμφύλιος

«Και ξημερώνει με ανταριασμένο το στρατόπεδο η 6 Απριλίου 1948, επέτειος της επιθέσεως των Γερμανών το 1941. Ηχοι άγριοι σαλπίγγων και τυμπάνων και άλλοι θόρυβοι δημιουργούν ατμόσφαιρα τρόμου. H σκηνή μου ήταν η πρώτη και της πρώτης σειράς. Μας καλούν να παρουσιασθούμε στον Διοικητή πρώτοι εμείς από τους άλλους κρατουμένους αξιωματικούς. […] Προσέρχομαι στον Διοικητή εγώ τότε. Ορθιος ο εύσωμος εκείνος παλαιός Συνταγματάρχης με υποδέχεται με τη φράση: «Ηρθε η ώρα να εξεμέσεις το δηλητήριο που επότισες την ελληνική νεολαία. Ή αμέσως υπογράφεις τη δήλωση μετανοίας ή πηγαίνεις αμέσως για λιντσάρισμα στο Γ΄ Τάγμα». […]

Οι δήμιοι με άρπαξαν. Δεν με πήγαν στο Γ΄ Τάγμα. Επί τόπου άρχισαν να με χτυπούν σε διάφορα σημεία του σώματος με τα μικρά ξύλινα ρόπαλά τους. Εμεινα όρθιος και άντεχα στα χτυπήματα, όταν ένας από τους δήμιους έρχεται να με χτυπήσει εκ των όπισθεν στο κεφάλι με σιδερένιο λοστό. Παλαιός αθλητής, δεξιοτέχνης εγώ του Volley-Ball, διέθετα μίαν ταχύτατη αντίληψη των κινήσεων του αντιπάλου, αλλά και μία ιδιαίτερη ευκινησία των χεριών. Αντιλήφθηκα λοιπόν έγκαιρα την εκ των όπισθεν κίνηση του αδιστάκτου εκείνου δημίου και αστραπιαία έφερα τον αγκώνα του αριστερού χεριού προς ημικάλυψη του κεφαλιού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο αγκώνας μου εμείωσε τη δύναμη του χτυπήματος στο κεφάλι. Εσπασε ο αγκώνας, έπεσα, έχασα τις αισθήσεις μου, αλλά επέζησα. Οφείλω στον αθλητισμό τη σωτηρία μου, όταν δέχθηκα το φονικό εκείνο χτύπημα».