ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ξαναδιαβάζοντας τον Ευγένιο Βούλγαρη

Φέτος, το 2006, που συμπληρώνονται 200 χρόνια από τον θάνατο του Ευγένιου Βούλγαρη (1716-1806), έχουμε άραγε να εισφέρουμε κάποια νέα στοιχεία για τη ζωή και το έργο αυτού του λογίου που έχει από παλιά μελετηθεί και που η φήμη του ως ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού έχει εδώ και δεκαετίες καθιερωθεί;

Ο εορτασμός της επετείου θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο αν μπορούσαμε, με την αφορμή αυτή, να εισφέρουμε κάτι νέο το οποίο να μας βοηθήσει να γνωρίσουμε καλύτερα τη σκέψη και το έργο του· να τιμήσουμε, με άλλα λόγια, τον Βούλγαρη με αυτό τον τρόπο, αποφεύγοντας τις επαναλήψεις των γνωστών;

Σε μια τέτοια αντίληψη στοχεύουν και όσα ακολουθούν: να παρουσιάσουν, με άκρα συντομία, κάποια νέα στοιχεία τα οποία η έρευνα έχει φέρει στο φως και τα οποία αφορούν και τις σχέσεις του Βούλγαρη με το έργο του Βολταίρου και τις επιδόσεις του στη δημιουργία νεολογισμών. Κλείνοντας το σύντομο κείμενό μου, θα επισημάνω την ανάγκη να ξαναδούμε προσεκτικά το θέμα της επιστολογραφίας του.

Κρίση για τον Βολταίρο

Ο Ευγένιος Βούλγαρης ήταν από τους πρώτους Ελληνες που ήρθε σε επαφή με το έργο του Βολταίρου: διάβασε έργα του, μετέφρασε πονήματά του στα ελληνικά και διατύπωσε αμφίσημες κρίσεις για την προσωπικότητά του. «O Βολτάριος πάντοτε είναι Βολτάριος, καλά κακοίς συναναφέρων εν τοις εαυτού πονήμασι, και συγκαταμιγνύς με τα άξια παραδοχής και επαίνου τα αποστροφής και μέμψεως άξια», είναι μία από τις κρίσεις του Βούλγαρη για τον Γάλλο «φιλόσοφο» του Διαφωτισμού, κρίση που πήρε δημοσιότητα, καθώς περιέχεται σε βιβλίο που εκδόθηκε στη Λειψία το 1768.

Τέσσερα χρόνια αργότερα σε ένα άλλο βιβλίο του, που δημοσιεύτηκε χωρίς να αναγράφεται το όνομά του στη σελίδα τίτλου και χωρίς να αναφέρεται ο τόπος και ο χρόνος έκδοσης του εντύπου, χρησιμοποιεί ένα έργο του Βολταίρου, τον οποίο μάλιστα χαρακτηρίζει ως «περιώνυμο συγγραφέα». Αναφέρομαι στο δοκίμιο «Στοχασμοί εις τους κρισίμους Καιρούς, του Κράτους του Οθωμανικού», που σήμερα γνωρίζουμε πως δημοσιεύτηκε στην Πετρούπολη το 1772 και για την πατρότητα του έργου δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, αφού ο ίδιος ο Βούλγαρης το αναγράφει στον κατάλογο των έργων του. Στο δοκίμιο λοιπόν αυτό χρησιμοποιεί το τρίτομο έργο του Βολταίρου «Nouveaux Mlanges philosophiques, historiques, critiques», που είχε δημοσιευτεί στη Γενεύη το 1765.

Το περίεργο είναι πως η σχέση του Βούλγαρη με το έργο αυτό του Βολταίρου έχει μείνει αθησαύριστη, μολονότι ο Ευγένιος παραπέμπει ρητά στο έργο. H αιτία νομίζω πως είναι ότι παραπέμπει ρητά, αλλά αποδίδει τον τίτλο του Βολταίρου στα ελληνικά. H παραπομπή του Βούλγαρη είναι: «Ουολταΐρ. Νέ. Μισγάγ. Φιλοσ. Ιστορ. Κριτ.».

Και εδώ αρχίζει να αναδύεται το δεύτερο στοιχείο που θέλω να τονίσω και έχει να κάνει με την αγάπη του Βούλγαρη για τους νεολογισμούς: μέσα από τη μετάφραση του τίτλου του έργου του Βολταίρου στα ελληνικά προβάλλει ο νεολογισμός που ο Βούλγαρης δημιούργησε για να αποδώσει στη γλώσσα του τον όρο «Mlanges», ένας νεολογισμός αθησαύριστος που, καθώς δεν κατανοήθηκε από τους μελετητές του έργου του Βούλγαρη, αποτέλεσε, όπως νομίζω, την αιτία για την οποία έμεινε άγνωστο στην έρευνα ένα έργο του Βολταίρου το οποίο διάβασε και χρησιμοποίησε ο Βούλγαρης.

Μelanges = Μισγάγκεια

Σήμερα έχει καθιερωθεί να αποδίδεται στα ελληνικά ο γαλλικός όρος «Mlanges» ως «Σύμμεικτα». Δεν ήταν όμως αυτονόητη η απόδοση του όρου στα χρόνια του Βούλγαρη, ούτε καν στα χρόνια του Κοραή. O τελευταίος χρησιμοποιεί τον όρο «Ατακτα» για να αποδώσει τη συλλογή και συνέκδοση φιλολογικών πονημάτων.

Ο Βούλγαρης ανασύρει από το αρχαιοελληνικό λεξιλόγιο την ομηρική λέξη «μισγάγκεια» που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον τόπο συνένωσης κοιλάδων, όπου συναθροίζονται τα νερά ποταμών: «τόπος ένθα δύο ή πλείονες φάραγγες ορέων ενούνται και εις ον τα ύδατα αυτών πανταχόθεν εισορμώσιν» (Λεξικό Lidell – Scott). O Καζαντζάκης και ο Κακριδής θα αποδώσουν στα νεοελληνικά τη λέξη ως «συλλάγκαδο». O Βούλγαρης αλλάζοντας την αρχική έννοια της λέξης την χρησιμοποιεί για να αποδώσει στα ελληνικά τον όρο «mlanges».

Η «ανεξιθρησκεία»

Η τάση του Ευγένιου για τη δημιουργία νεολογισμών δεν πρωτοεμφανίζεται με τη λέξη «μισγάγκεια», είναι γνωστό πως σε εκείνον οφείλουμε και τη λέξη «ανεξιθρησκεία» με την οποία απέδωσε στα ελληνικά τον όρο «tolrance».

Ας σημειωθεί, ωστόσο, πως νεολογισμός δεν θεωρείται μόνο η δημιουργία νέων λέξεων αλλά και η χρήση παλιών με νέο περιεχόμενο. Τα δύο παραδείγματα που αναφέραμε αποδίδουν τις επιδόσεις του Βούλγαρη και στις δύο αυτές όψεις της έννοιας των νεολογισμών. Οι επιδόσεις του όμως κάθε άλλο παρά εξαντλούνται στους δύο αυτούς όρους. O Στέφανος Κουμανούδης που κατέγραψε τις νέες λέξεις που λόγιοι έπλασαν και δημοσίευσαν από την περίοδο της Αλωσης ώς τα τέλη του 19ου αιώνα, έχει αποθησαυρίσει ένα σημαντικό αριθμό νέων λέξεων που προσγράφονται όλες στον Ευγένιο.

Δεν είναι βέβαια εδώ ο κατάλληλος χώρος να τις απαριθμήσουμε· να σημειώσουμε μόνο πως την τάση του για τη δημιουργία νεολογισμών την ενέπνευσε και στους μαθητές που είχε στην Αθωνιάδα. O Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο Χριστόδουλος Παμπλέκης και ο Σέργιος Μακραίος, όλοι μαθητές του Βούλγαρη στην πιο ίσως λαμπρή στιγμή της διδασκαλικής του σταδιοδρομίας, δημιούργησαν και αυτοί νέες λέξεις, μιμούμενοι προφανώς και σε αυτό το σημείο τον δάσκαλό τους.

Στο φως οι επιστολές του

Το τελευταίο αλλά όχι μικρότερης σημασίας νέο στοιχείο, που πρόσφατα ήρθε στο φως, αφορά την επιστολογραφία του Βούλγαρη.

Ο Βούλγαρης στη διάρκεια της μακράς ζωής του έγραψε ένα μεγάλο αριθμό επιστολών. Οι συχνές μετακινήσεις του, η ευκολία που είχε στο γράψιμο και το γεγονός πως έμεινε ακμαίος πνευματικά ώς το τέλος της ενενηντάχρονης ζωής του, είναι κάποιες από τις αιτίες που οδηγούν αβίαστα στην εκτίμηση πως οι «έγγραφοι λόγοι» του «προς απόντας» πρέπει να ήταν πολυάριθμοι.

Για τη σημασία της μελέτης της επιστολογραφίας του ως ιστορικής πηγής τόσο για την αποκάλυψη πτυχών της προσωπικότητάς του αλλά γενικότερα για την έρευνα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, έχουμε από πολύ νωρίς και από τα πιο έγκυρα χείλη μια επισήμανση διατυπωμένη με τρόπο αφοριστικό. Οποιος δεν γνωρίζει την ιδιωτική αλληλογραφία του Ευγένιου Βούλγαρη, έγραφε το 1954 ο K. Θ. Δημαράς, δεν μπορεί να γνωρίσει τον Βούλγαρη και όποιος δεν γνωρίζει τον Βούλγαρη δεν μπορεί να κατανοήσει τις αντινομίες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Παρά την επισήμανση όμως αυτή, το αίτημα της μελέτης και έκδοσης της επιστολογραφίας του δεν κατέστη δυνατό έως σήμερα, από διάφορες αιτίες, να ικανοποιηθεί.

Ο εντοπισμός όμως της χειρόγραφης συλλογής που, με την καθοδήγηση και την άμεση επίβλεψη του ίδιου του Βούλγαρη, συγκροτήθηκε, θα συμβάλει ασφαλώς στην ικανοποίηση του αιτήματος, καθώς έχουμε πλέον ένα σημαντικό τεκμήριο: ό,τι ο ίδιος ο Βούλγαρης έκρινε άξιο να μείνει από την πληθωρική επιστολογραφική παραγωγή του.

Ενα και μόνο παράδειγμα θα δείξει, νομίζω, όχι μόνο την ανάγκη μελέτης κάτω από αυτό το νέο δεδομένο της επιστολογραφίας του, αλλά και την ανάγκη επανέκδοσης όσων επιστολικών του κειμένων είχαν δημοσιευτεί στο παρελθόν.

Ο Βούλγαρης γράφοντας στον Οικουμενικό Πατριάρχη Σεραφείμ B΄ του έπλεκε το εγκώμιο για την έγνοια του για την εκπαίδευση. Στο κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1882 ο Βούλγαρης φέρεται να έγραφε στον Πατριάρχη για τα σχολεία τα «ανακαιζόμενα, α δε και εκ βάθρων αναδομούμενα». Το χειρόγραφο όμως παραδίδει και μια ενδιάμεση φράση που έχει τη σημασίας της: «ανακαιζόμενα, α δε και εκ βάθρων και ταύτ’ εν μέσω και προ οφθαλμών των ημάς αιχμαλωτησάντων αναδομούμενα».

Για κάποιες τέτοιες «λεπτομέρειες», που αποκαλύπτουν όμως έναν ολόκληρο κόσμο, αξίζει να ξαναδούμε, με βάση τα νέα δεδομένα που ένα μέρος τους παρουσίασα εδώ, τον Ευγένιο Βούλγαρη ως προσωπικότητα και ως προνομιακό μάρτυρα της εποχής του.

* O κ. Δημήτρης Γ. Αποστολόπουλος είναι διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, αντιπρόεδρος της «Διεθνούς Εταιρείας Μελέτης του 18ου αιώνα» (ISECS).