ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ξεριζώνοντας τη μνήμη

W.G. Sebald

Οι ξεριζωμένοι

μετ. Γιάννης Καλλιφατίδης

εκδ. Αγρα

Αν ένα βιβλίο αξίζει να το διαβάσει κανείς μόνο όταν αξίζει και να το ξαναδιαβάσει, όπως σοφά διατείνεται η Σούζαν Σόνταγκ, τότε οι «Ξεριζωμένοι» του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ (1944-2001) είναι ένα από τα βιβλία που πρέπει κανείς να βάλει στις πλέον άμεσες προτεραιότητές του. Διότι ο Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ, παρά το περιορισμένο λογοτεχνικό έργο που κατέλιπε, λόγω του πρόωρου θανάτου του αλλά και της καθυστέρησης με την οποία προσήλθε στη συγγραφή, μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ένας από τους τελευταίους κλασικούς του εικοστού αιώνα.

Πολυδιαβασμένος σε Ευρώπη και Αμερική, πολυβραβευμένος, ο Ζέμπαλντ επέλεξε πολύ νέος την αυτοεξορία, την απόσταση από την πολύ καθολική και πολύ συντηρητική γενέθλια Βαυαρία και τη ναζιστική οικογένειά του. Εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, δίδαξε γερμανική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Νόριτς, έγραψε πολλά σημαντικά συγγράμματα περί λογοτεχνίας. Και προσπάθησε να αντιπαλέψει με κάθε τρόπο την αποσιώπηση και τη λήθη που έτειναν να επικρατήσουν στη χώρα του όσον αφορά τη φρίκη του ναζισμού και τις πολλαπλές και εξακτινωμένες συνέπειές της.

Φωτογραφίες

Διαποτισμένος από την Ιστορία, αντίθετος προς τη «βιομηχανία του Ολοκαυτώματος» και την επίσημη λογοτεχνία «του πένθους και της μνήμης», ο Ζέμπαλντ εισηγήθηκε μια πλάγια οπτική στην αποτύπωση της ευρωπαϊκής βαρβαρότητας. Και αντέτεινε στον Αντόρνο ότι μπορεί και πρέπει να γραφτεί λογοτεχνία μετά το Αουσβιτς, μια λογοτεχνία όμως υπαινικτική και χαμηλόφωνη, αφού η θηριωδία δεν μπορεί να περάσει στον λόγο και ο θάνατος δεν επιδέχεται εξοικείωση. Ετσι, πρότεινε μια νέα λογοτεχνική μορφή, στη συμβολή της μυθοπλασίας, της αυτοβιογραφίας, του ταξιδιωτικού, του λόγου και της εικόνας – ενθέτοντας φωτογραφίες και οπτικά ντοκουμέντα στα κείμενά του. Και μίλησε για όλα όσα ξεριζώνουν τον άνθρωπο όχι μόνο από την πατρίδα του αλλά και όσα είναι γι’ αυτόν πατρίδα, όπως ένας έρωτας· για τη σταδιακή υπονόμευση του ίδιου του ενστίκτου της επιβίωσης, για τη μνήμη που συχνά είναι ανώφελη, όταν δεν είναι καταστροφική.

Ο Ζέμπαλντ στήνει τις ιστορίες του ξεκινώντας από το πραγματικό, το οποίο αναπαριστά στην παραμικρή του λεπτομέρεια, από τα λουλουδάκια των αγρών ώς τα τούβλινα κτίρια του Μάντσεστερ και από τα καζίνο του Μόντε Κάρλο και της Ντωβίλ, τα παλιά ξενοδοχεία και τα ντοκ στο λιμάνι – προσφέροντας στον αναγνώστη θαυμάσιες, αστικές κυρίως, τοπιογραφίες. Μέσα από τις εικαστικής τελειότητας περιγραφές του, προβάλλουν στη συνέχεια τα πρόσωπα, οι κινήσεις τους, η ζωή τους, και τέλος η ψυχή τους που συνταράζεται από βουβά κύματα, σαν ωεκανός.

Ο Χένρυ Σέλγουιν εγκαταλείπει παιδί τη Λιθουανία, σταδιοδρομεί ως γιατρός, ζει μέσα στην άνεση και τη χλιδή με τη γυναίκα του, και κάποια στιγμή, είτε επειδή αυτή μαθαίνει την εβραϊκή καταγωγή του είτε επειδή η αγάπη τελείωσε, απομακρύνονται, ο Σέλγουιν συνταξιοδοτείται, το παρελθόν κερδίζει διαρκώς έδαφος και η αυτοκτονία είναι το φυσικό επακόλουθο της έσχατης μόνωσης. Ο Πάουλ Μπεράιτερ είναι Γεραμανοεβραίος που αισθάνεται εντελώς Γερμανός – όπως οι Εβραίοι που έκλαιγαν στο Ισραήλ για το Στάλινγκραντ. Αυτό δεν τον προφυλάσσει ωστόσο από τη ναζιστική μανία ούτε του δίνει πίσω τη ζωή του, στην οποία δίνει τέλος εντέλει στις ράγες ενός τρένου σαν αυτά που οδηγούσαν τους ομοίους του στον θάνατο.

Οι ιστορίες κλιμακώνονται και στο πορτρέτο του Αμπροζ Αντελβαρτ, μετανάστη στην Αμερική, επιτυχημένου οικονόμου που γύρισε ολόκληρο τον κόσμο παρέα με τον ευαίσθητο και ιδιόρρυθμο γιο των πάμπλουτων αφεντικών του, η τεχνική της υποβολής και του υπαινιγμού, μαζί με τη σταδιακή ανάδυση των προσώπων μέσα από τα πράγματα, αγγίζουν τα όρια της τελειότητας. Ο Αντελβαρτ θα εγκλειστεί εκουσίως στην ψυχιατρική κλινική όπου ο αγαπημένος του φίλος παραδόθηκε στο σκοτάδι και θα προσπαθήσει να εξαλείψει τη διανοητική και μνημονική του ικανότητα με κάθε τίμημα. Τέλος, ο Φέρμπερ παλεύει με την τέχνη να ξορκίσει τα φαντάσματά του, χωρίς ελπίδα και λύτρωση καμιά. Ολοι τους κάνουν ό,τι μπορούν για να ξεφύγουν, ερωτεύονται, δουλεύουν, κάνουν τον γύρο του κόσμου, δημιουργούν. Εις μάτην. Ολοι έχουν μέσα τους μια μυστική πληγή που αιμορραγεί και τους απομακρύνει σταδιακά από «τον λεγόμενο πραγματικό κόσμο», τους οδηγεί «στο χείλος του σκότους» και στον ίδιο τον ζόφο. Μένουν οι φωτογραφίες τους, ως καθηλωμένα ερωτηματικά, ως διερωτήσεις για την ανθρώπινη ψυχή που βαδίζει στα δικά της, κρυφά μονοπάτια και οι λέξεις την πολιορκούν ίσως, εντέλει, καλύτερα από τις εικόνες.

Ανέφικτες διαφυγές

Ο Ζέμπαλντ στοχάζεται πάνω στην Ιστορία που άλλοτε τσακίζει τον άνθρωπο και άλλοτε τον αδειάζει μεθοδικά από τη βαθύτερη ουσία του. Οι φωτογραφίες, ασχολίαστες, λειτουργούν ως πυροκροτητής για τη γραφή που ανασυστήνει τους μαιάνδρους της ανθρώπινης ψυχής. Η διαφορετικότητα, η πολλαπλή απώλεια, οι ανέφικτες διαφυγές σημαίνουν την αβίωτη ζωή και σκάβουν τα χαντάκια της απόστασης: «όπου και να βρισκόταν […] ήταν πάντα σχεδόν 2.000 χλμ. μακριά σε ευθεία νοητή γραμμή. Μακριά από πού όμως;». Οι ξεριζωμένοι του Ζέμπαλντ βρίσκονται μακριά απ’ όλα όσα αγάπησαν και όσα πόθησε η ψυχή και η καρδιά τους, συνειδητά και ασύνειδα. Κι ο αναγνώστης μέσα σε μια λογοτεχνία τόσο ριζική, που αλλάζει την αντίληψή του για τον κόσμο, τα πράγματα και τον ίδιο του τον εαυτό.