ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Βιζυηνός στο άσυλο – και επί σκηνής

Δ εν πρόλαβε να γεράσει ο Γεώργιος Βιζυηνός, αλλά καθώς φαίνεται ούτε στα ελληνικά γράμματα θα γεράσει εύκολα. Αντίθετα, όσο περνάει ο καιρός, όλο και περισσότερους αναγνώστες και μελετητές κερδίζει το πεζογραφικό έργο του – έξι όλα κι όλα εκτενή διηγήματα που δημοσίευσε γύρω στα 35 του και που δεν είναι στην ουσία παρά μια αυτοβιογραφία. Ιδιοφυώς γραμμένη όμως, με την οποία επιχειρείται για πρώτη φορά στη νεοελληνική γραμματεία τέτοιο ψαύσιμο τοπίων της ανθρώπινης ψυχής. Ο ορφανός Θρακιώτης από τα περίχωρα της Πόλης, ο λόγω εξαιρετικών επιδόσεων σπουδαγμένος με υποτροφίες σε Γερμανίες και Λόντρες, Παρίσια πάνω στη Φιλοσοφία και την Αισθητική, ο πολλά υποσχόμενος λόγιος και επιστήμονας, που επιστρέφοντας στη μίζερη Αθήνα του τέλους του 19ου αιώνα δεν αξιώθηκε πανεπιστημιακή θέση αλλ’ αντίθετα παραγκωνισμό και καταφρόνια, ωσότου έσβησε 47 χρονώ το 1896 στο Δρομοκαΐτειο, γοητεύει όλο και περισσότερο έναν αιώνα αργότερα -μεταξύ άλλων και το θέατρό μας. Ιδού τώρα, μια νέα παράσταση από το «Δραματικό Θέατρο» της Ρούλας Πατεράκη στο θέατρο «Εμπρός» βασισμένη στο βιβλίο του Μισέλ Φάις «Ελληνική αϋπνία», το οποίο συνιστά μια συνομιλία, θα έλεγε κανείς, με τον Βιζυηνό και την εποχή του. «Εχει ένα γούστο ο τίτλος «Ελληνική αϋπνία» που έδωσε ο Φάις στο έργο του», σχολιάζει η κ. Πατεράκη, «γιατί ο Βιζυηνός έπασχε από αϋπνίες, ενώ και οι δύο μεγάλοι «αντίπαλοί» του, ο μεν Παπαδιαμάντης έπασχε από… αγρυπνίες, που τις επιδίωκε ο ίδιος με ολονυκτίες σε εκκλησάκια, ο δε Ροΐδης έπασχε από υπνηλία! Εξ ου και «Ελληνική αϋπνία»».

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ρούλα Πατεράκη περνάει στο σανίδι λογοτεχνικό κείμενο. Θυμίζουμε μόνο τις δύο πιο πρόσφατες, και εξαιρετικές, παραστάσεις της «Ο ανηψιός του Βιτγκενστάιν», στους Μονολόγους της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, και τον «Φιλόσοφο», σε κείμενο του Γιάννη Πάνου, συγγραφέα και συντρόφου της, που πέθανε πριν από μερικά χρόνια, παράσταση του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών για την οποία τιμήθηκε τις μέρες αυτές από την Ενωση Κριτικών με το φετινό Βραβείο Ερμηνείας. «Με απασχολεί από παλιά η μεταφορά λογοτεχνίας στο θέατρο», λέει η ίδια. «Διδάσκοντας από πολύ νέα στο θέατρο, είχα βάλει ένα τέτοιο μάθημα, και μάλιστα το πρώτο λογοτεχνικό έργο που είχα δώσει στους μαθητές μου να δουλέψουν ήταν οι «Δουβλινέζοι» του Τζόις. Είχε γίνει εκεί πολλή κι ενδιαφέρουσα δουλειά, κι από εκεί κατέκτησα μια ευκολία στον τομέα αυτό. Το ενδιαφέρον για μένα στο ζήτημα αυτό, εκτός φυσικά από το ότι περνά στη σκηνή η ουσία σημαντικών κειμένων, είναι η έννοια της περφόρμανς. Αυτό που καλείται να κάνει ο ηθοποιός με τέτοια κείμενα και το οποίο βρίσκεται πέραν της ορθόδοξης υποκριτικής – όπου σκιαγραφείς χαρακτήρες μόνο».

– Η σχέση σας, τώρα, με τον Βιζυηνό ποια είναι;

– Συμφωνώ απόλυτα με τους σύγχρονους αναλυτές που σ’ αυτόν τον συγγραφέα, με τον πλάνητα βίο και τα αρκετά χρόνια ζωής στην Ευρώπη, βρίσκουν μεγάλη σχέση με τον Εντγκαρ Αλαν Πο. Είναι ένας συγγραφέας που δημιουργεί μέσα από τα έργα του τεράστια πλοκή – αυτή την έννοια πλοκής και ίντριγκας που σήμερα επανέρχεται κατά κάποιο τρόπο, διαφορετικό βέβαια, μέσα από την περιπέτεια του post modern. Ο Βιζυηνός δημιουργεί ένα κόσμο τρομακτικά ατμοσφαιρικό, μυστηριακό, πάρα πολύ προσωπικό και -επειδή ενέχεται ο ίδιος στις ιστορίες του, είναι η ζωή του από πίσω- άκρως ψυχαναλυτικό. Αυτό μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ στον Βιζυηνό.

Τρισυπόστατο κείμενο

– Πώς βλέπετε τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύεται ο Φάις την περίπτωση Βιζυηνός;

– Ο Φάις είναι λάτρης του Βιζυηνού, το βλέπεις αυτό από το βιβλίο του. Το οποίο είναι ένα περίεργο αφήγημα-δοκίμιο. Τρισυπόστατο, γιατί αρθρώνεται ως εξής: υπάρχει μια σειρά επιστολών τις οποίες απευθύνει προς τον Βιζυηνό κάποιος σύγχρονός μας. Αυτό είναι ένα μέρος του βιβλίου. Το δεύτερο είναι ένα γλωσσάρι, ένα κατεβατό λέξεων που συναντάμε στα διηγήματα του Βιζυηνού. Αγνωστες σήμερα λέξεις, πολλές από τα τούρκικα, αφού ο Βιζυηνός καταγόταν από κείνα τα μέρη, πράγμα που δημιουργεί κάτι σαν μαγεία, σαν μυσταγωγία μοιάζει, σαν τελετουργία. Ενας τέτοιος πίνακας λέξεων υπάρχει πάντα έπειτα από κάθε επιστολή. Το τρίτο που υπάρχει στο βιβλίο είναι μια σειρά από περιπτώσεις ψυχασθενών, ιστορίες ανθρώπων που είχαν νοσηλευθεί στο Δρομοκαΐτειο την περίοδο που και ο Βιζυηνός ήταν εκεί, δηλαδή 1892 ώς το 1896 που πέθανε. Πρόκειται για αληθινές περιπτώσεις, μαρτυρίες από αρχείο. Εχουμε λοιπόν στο βιβλίο την εναλλαγή γλωσσάρι -επιστολή- περίπτωση, η οποία επαναλαμβάνεται μ’ ένα τρόπο έμμονο, μονότονο, δίνοντας όμως ένα πολύ δυνατό αποτέλεσμα.

– Πώς αντιμετωπίσατε σκηνικά αυτό το κείμενο;

– Μοίρασα το έργο σε τρία πρόσωπα: Το ένα (Αγλαΐα Παππά) είναι αυτό που απευθύνει τις επιστολές στον Βιζυηνό. Το δεύτερο (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης) είναι η ενσάρκωση του ίδιου του Βιζυηνού επί σκηνής, την περίοδο που είχε χάσει πια τον έλεγχο κι ήταν κλεισμένος στο ψυχιατρείο. Τον δίνουμε μάλιστα κάπως τσαπλινέσκ, στο είδος δηλαδή του Τσάρλι Τσάπλιν. Από αυτόν ακούγονται όσα λόγια του Βιζυηνού περιλαμβάνονται αυτούσια μέσα στις επιστολές. Και το τρίτο πρόσωπο (Τασία Σοφιανίδου) αναφέρεται στις περιπτώσεις ψυχασθενών – αυτό είναι το σχολιαστικό μέρος, είναι το πρόσωπο που βλέπει τα πράγματα με τον τρόπο που τα βλέπει και τα φωτίζει ο Φάις. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η σύλληψη της παράστασης και έτσι έκανα τη διασκευή του κειμένου. Χρησιμοποίησα όλο το εύρος του, με τις αναγκαίες συντομεύσεις βέβαια, και από τις περιπτώσεις των ψυχασθενών διάλεξα εκείνες που μοιάζουν με τις κρίσεις που πάθαινε ο Βιζυηνός λόγω του προχωρημένου σταδίου σύφιλης από την οποία έπασχε, κι έτσι όλ’ αυτά εμφανίζονται να είναι σαν εκρήξεις του ίδιου μέσα στο άσυλο. Για το στήσιμο της παράστασης είχα την τύχη πολύ αρμονικής συνεργασίας με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως οι Κένι ΜακΛέλαντ σκηνικά-κοστούμια, Νίκος Ξυδάκης μουσική, Αποστολία Παπαδαμάκη κίνηση και Κατερίνα Μαραγκουδάκη στους φωτισμούς.

Η μουσική του Ξυδάκη

– Η μουσική του Ξυδάκη είναι η γνωστή που έχει κάνει επάνω στον Βιζυηνό (δίσκος «Το αμάρτημα της μητρός μου») ή συνέθεσε καινούργια ειδικά για την παράσταση;

– Είναι καινούργια μουσική, και εξαιρετική. Αλλά χρησιμοποιούμε και πολλά παραδοσιακά κομμάτια, δοσμένα βέβαια μ’ ένα φαντασιακό τρόπο – τη θρακιώτικη γκάιντα, λόγω της καταγωγής του Βιζυηνού, και μικρασιάτικα της εποχής του, καθώς επίσης και κομμάτια δυτικής, κλασικής μουσικής. Το «Πένθιμο εμβατήριο» του Σοπέν λ.χ., με το οποίο τον πήγανε στο ψυχιατρείο και υπό τους ήχους του οποίου ήθελε να παντρευτεί στο τέλος εκείνο το μικρό κοριτσάκι, την περίφημη Μπετίνα. Ηθελε δηλαδή να κάνει ένα γάμο σαν κηδεία, και μετά τον αρπάξανε και τον κλείσανε στο ψυχιατρείο απ’ όπου και δεν βγήκε.

– Και η επόμενη παράστασή σας θα είναι από πεζό κείμενο, απ’ ό,τι ξέρουμε, ιστορικό αυτή τη φορά, τον «Πελοποννησιακό Πόλεμο» του Θουκυδίδη για το Φεστιβάλ Αθηνών.

– Ελπίζω. Εκκρεμεί ακόμη. Δεν έχω ακόμη κανένα νέο από τον κ. Λούκο. Τώρα που θα τελειώσω με την Ελληνική αγρυπνία, θα το δούμε κι αυτό. Είναι κάτι που θέλω πολύ να το κάνω, ένα πράγμα που το έχω μελετήσει και το αγαπώ πολύ. Δύσκολο και απαιτητικό βέβαια, που θέλει μεγάλη προετοιμασία – και ο χρόνος τρέχει. Ελπίζω να σταθώ τυχερή και να μου δοθεί η ευκαιρία να το κάνω.