ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οψεις

Η εφημερίδα «Ντέιλι Τέλεγκραφ» αφιέρωσε αρκετό χώρο αυτή την εβδομάδα στην ιδέα για μια καινούργια λέσχη. Σε μια επιστολή του, ο αναγνώστης Μπράιαν Ντίξον παραπονέθηκε για την πληθώρα των δημοσιευμάτων με θέμα την παράσταση «Η μελωδία της ευτυχίας» που ανέβηκε σε νέα παραγωγή στο Γουέστ Εντ. Ο ίδιος δεν είχε δει ποτέ την ταινία και ούτε είχε καμιά πρόθεση να δει την παράσταση. Κανένας, απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω, δεν προτίθεται να τον κουβαλήσει διά της βίας στο ταμείο του θεάτρου, εφόσον όμως θέλει να μάθει ο κόσμος τις προτιμήσεις του και η εφημερίδα δεν έχει αντίρρηση να τις δημοσιεύσει, ουδέν πρόβλημα. Μόλις, όμως, δημοσιεύτηκε η επιστολή του κ. Ντίξον, όλοι οι κάτοικοι της Βρετανίας, όπως φαίνεται, θέλησαν να δημοσιοποιήσουν τα καπρίτσια και τις αντιπάθειές τους. Τι να κάνουμε, αυτά έχει η δημοκρατία.

Η «Ντέιλι Τέλεγκραφ» έχει αρχίσει τώρα να μαζεύει όλα τα γράμματα που πήρε επί του θέματος: «Με υπερηφάνεια σας λέω ότι ποτέ δεν…» Σκοπεύει να τα εκδώσει, μαζί με μια σειρά γελοιογραφίες, σε ένα χιουμοριστικό βιβλίο που θα είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει τα Χριστούγεννα του 2007. Τον Ιανουάριο του 2008 σχεδιάζω να στείλω μια επιστολή στην εφημερίδα, δηλώνοντας με υπερηφάνεια ότι δεν διάβασα το βιβλίο και δεν πρόκειται ποτέ να το κάνω, κι έτσι όλη αυτή η κουραστική διαδικασία θα ξαναρχίσει. Εκείνο που με ενοχλεί στην ιδέα της «Εταιρείας των ανθρώπων που ποτέ δεν….» είναι η σπουδαιοφανής ορθοφροσύνη που κρύβεται πίσω της. Διάφοροι άνθρωποι έκαναν τον κόπο να γράψουν για να διαλαλήσουν το γεγονός ότι ποτέ δεν έφαγαν χάμπουργκερ, ποτέ δεν αγόρασαν λαχείο, ποτέ δεν ψήφισαν σε τηλεοπτικό ριάλιτι σόου, ποτέ δεν πήγαν διακοπές στις Μπαχάμες.

Εύκολα διαφαίνεται μια διάθεση σνομπισμού: οι επιστολογράφοι δεν έχουν ποτέ κάνει αυτό ή το άλλο γιατί, κατά κάποιον τρόπο, είναι υπεράνω. Μερικά γράμματα, αν και όχι όλα, περιέχουν το υποδόριο μήνυμα: «Δεν έχω κάνει ποτέ αυτά τα πράγματα γιατί είμαι καλλιεργημένο άτομο και όχι κακόγουστος». Μου θυμίζει, κάνοντάς με να ανατριχιάζω, τις πολλές φορές που έχω φτάσει να ξεστομίσω σε κάποια λογομαχία «Ετσι νομίζω, και όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι συμφωνούν μαζί μου». Στην πραγματικότητα, η μόνη επιστολή που μου έφτιαξε το κέφι ήταν από τον Μάρτιν Χέις, ο οποίος έγραψε για να πει ότι είναι υπερήφανος που ποτέ πριν δεν είχε διαβάσει τόσο εγωκεντρικές και φαρισαϊκές σαχλαμάρες.

Αν δεν καταλαβαίνετε γιατί ο κ. Χέις κι εγώ αντιδρούμε τόσο αρνητικά, δοκιμάστε να το παίξετε αυτό σαν παιχνίδι συναναστροφής με μια ομάδα φίλων σας. Πολύ γρήγορα, κάποιος θα δηλώσει με καμάρι ότι ποτέ δεν έχει κάνει κάτι το οποίο εσείς αγαπάτε ιδιαίτερα, όπως να φοράει χρωματιστά σοσόνια ή να ακούει τους Κάρπεντερς, και θα το δηλώσει με τόσο περιφρονητικό τρόπο που θα σας κάνει να νιώσετε μειωμένος. Καταλαβαίνετε τι εννοώ; Εχει να κάνει με την επίδειξη ανωτερότητας. Πού είναι η μετριοπάθεια και η σεμνότητα; Πού είναι η ανθρωπιά; Για να επανέλθει η ισορροπία, προτείνω στην εφημερίδα να ιδρύσει μια αντίπαλη λέσχη, που να ταιριάζει περισσότερο στο πνεύμα της ταπεινοφροσύνης, το οποίο τόσο πολύ τιμά η αγγλική παράδοση. Η λέσχη θα μπορούσε να ονομαστεί «Εταιρεία των ανθρώπων που ντρέπονται επειδή…» και εγγυώμαι ότι θα έχει μεγάλη επιτυχία μεταξύ των εμφορούμενων από ενοχές. Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω τον χορό. Παρ’ όλο που έχω πτυχίο αγγλικής φιλολογίας -εδώ είναι το σημείο όπου δηλώνω πως είμαι μορφωμένη- δεν έχω ποτέ διαβάσει ολόκληρη την «Ερημη χώρα» του Ελιοτ.

Δεν έχω επίσης διαβάσει κανένα έργο του Ντράιντεν ή του Σπένσερ, και ντρέπομαι γι’ αυτό. Δεν έχω πάει στην Αφρική, δεν καταλαβαίνω καθόλου το ευρωπαϊκό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών και δεν στέλνω ευχετήριες κάρτες. Δεν καταφέρνω να είμαι συνεπής στο γυμναστήριο, δεν ξέρω να παίζω βιολί και δεν διαβάζω άρθρα με οικονομικές συμβουλές στις εφημερίδες, αν και ξέρω πως θα ήταν προς όφελός μου. Δεν είμαι υπερήφανη γι’ αυτά τα πράγματα – κάθε άλλο. Είμαι απολύτως σίγουρη ότι πολλοί έχουν τέτοια μυστικά που τους κάνουν να ντρέπονται. Αν συνέβαινε να τα συγκεντρώσω σε ένα πολύ ελκυστικό βιβλίο και να βγάλω ένα σωρό λεφτά πουλώντας το, να είστε βέβαιοι ότι θα ένιωθα και γι’ αυτό μεγάλη ενοχή.