ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο χρόνος, το πένθος και η μνήμη

1) Βασίλης Γκουρογιάννης: «Από την άλλη γωνία». Εκδόσεις «Μεταίχμιο», 2006, σελ. 151.

Το βιβλίο «Από την άλλη γωνία» του Βασίλη Γκουρογιάννη (γεν. το 1951 στη Γρανίτσα Ιωαννίνων) απαρτίζεται από δέκα διηγήματα, άνισα ως προς το μέγεθός τους και με πρόδηλες τις υφολογικές τους διαφορές, οι οποίες και τα κατατάσσουν, χονδρικά, σε δύο κατηγορίες: στα ρεαλιστικά και σε όσα θα ήταν δυνατόν να υπαχθούν υπό τον τίτλο «διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων», τον τίτλο δηλαδή που στέγαζε τα κείμενα που συνιστούσαν την πρώτη πεζογραφική εμφάνιση του συγγραφέα, το 1990 (είχαν προηγηθεί δύο ποιητικές καταθέσεις του). Μια δεύτερη διάκριση θα μπορούσε να γίνει ανάμεσα στα «αστικά» κείμενα του βιβλίου, όπου η αφήγηση εκτυλίσσεται στο αθηναϊκό σήμερα, και στα «ηπειρωτικά», που είναι και τα περισσότερα· σε αυτά ο γενέθλιος τόπος του συγγραφέα αναδεικνύεται συμπρωταγωνιστής, είτε ως μνήμη (πικρή ή ηδεία, πάντως ανεξίτηλα σημαδιακή) είτε με τη σημερινή του υπόσταση. Οι εξ Ηπείρου συγγραφείς (αν κρίνουμε όχι μόνο από τον Βασίλη Γκουρογιάννη αλλά και από τον Σωτήρη Δημητρίου, τον Μιχάλη Γκανά και αρκετούς άλλους) είναι από τους «περιφερειακούς» λογοτέχνες που κομίζουν και διατηρούν και στο άστυ το «ιδίωμά» τους, ως αναξάλειπτο στοιχείο της λογοτεχνικής τους ταυτότητας – και δεν εννοώ εδώ (μόνο) το γλωσσικό ιδίωμα.

Ωριμη γραφή

Επειτα από τρία μυθιστορήματα («Το ασημόχορτο ανθίζει» «Ο θίασος των Αθηναίων», «Βέβηλη πτήση») και την εμβόλιμη «ποιητική σύνθεση «Μήδεια», ο Γκουρογιάννης επανακάμπτει στη μικρότερη φόρμα, και με ώριμη γραφή ανακτά όσα πιστεύω πως είχαν απειληθεί στη «Βέβηλη πτήση», όπως ήταν η αφηγηματική ενάργεια και η σίγουρη σκόπευση. Ο τίτλος του βιβλίου, «Από την άλλη γωνία», που αποσπάται από το δεύτερο διήγημά του (ένα από τα δύο ποδοσφαιροκεντρικά, το πιο αδύνατο των δέκα του συνόλου, αφού εξαντλείται στη νατουραλιστική πινελιά), υποδεικνύει τη συγγραφική πρόθεση να θεωρηθεί η Ελλάδα του 20ού αιώνα και των αρχών του 21ου από μια πλάγια θέση, ώστε με τη λοξή ματιά να αναδειχθούν πτυχές υποφωτισμένες και να χλευαστούν έτσι κοινοί τόποι, δημοφιλείς δοξασίες και μαζικές σιωπηρές παραδοχές.

Αποτελεσματικότερα ως προς την απομυθευτική τους στόχευση και τη μεθόδευση της ειρωνείας τους είναι το διήγημα «Το φρύδι της βασίλισσας», μια ευρηματική αναδημιουργία του μύθου του Ακταίωνα (όπου, συν τοις άλλοις, γελοιογραφείται η παιδαριωδών αντιλήψεων αστυνομοκρατία επί βασιλείας καθώς και η δημαγωγική ευκολία με την οποία μοιράστηκαν αναδρομικώς οι τίτλοι του αντιστασιακού), και το «Δοκάρι κι έξω» · εδώ, μέσα από τις ποδοσφαιρικές συγκρούσεις Ελλήνων και Αλβανών λυκειοπαίδων στο Πεδίον του Αρεως, ο συγγραφέας αναμοχλεύει με χαριτωμένη, λυσιτελή «αφέλεια» το θέμα της πρωταγωνιστικής παρουσίας Αρβανιτών στην Επανάσταση του 1821.

Κάπως σαν εναλλασσόμενο ρεύμα, η γραφή κινείται από το ρεαλιστικό στο παραφυσικό, από το πραγματικό στο ονειρικό, από το δραματικό στο χιουμοριστικό, και αντιστρόφως, χωρίς αυτό να την τραυματίζει, χωρίς δηλαδή να δημιουργείται στον αναγνώστη η εντύπωση της κατασκευής, του (αδιάφορου κατά τα λοιπά) λογοτεχνικού παιγνίου. Το σαρκαστικό διήγημα «Το φρύδι της βασίλισσας» συμφωνεί, στο βάθος της γραφής, με το οιονεί μαγικορεαλιστικό «Ανθρωποχελίδονο», η δε «Ανταρσία στο Ουσάκ», με τα φαντάσματα του μικρασιατικού ’22, συμβάλλει με το «Ναζίφ, ο Τουρκογιαννιώτης», έτσι όπως επιχειρούν και τα δύο να φέρουν στο προσκήνιο της λογοτεχνίας (από διαφορετικούς δρόμους) ανθρώπινες κοινότητες που η «κανονική» ιστορία επείγεται να τις διαγράψει, εν προκειμένω τους Τουρκογιαννιώτες (ας θυμηθούμε εδώ και τη λογοτεχνική ανάπλαση της επίσης απωθημένης ύπαρξης των Τουρκοκρητικών στο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα «Αθώοι και φταίχτες») και, σε άλλες σελίδες, τους λατινόγλωσσους βλάχους, ο θαυματουργός Σεν Τζορτζ των οποίων αποτρέπει την καταστροφική διάνοιξη ενός δρόμου στα ηπειρώτικα βουνά. Στη σύνθετη και πέραν των σχημάτων της «καθαρότητας» Ελλάδα που μας κληρονόμησε η παλαιότερη ιστορία, αντιστοιχεί, στο βιβλίο, η επίσης ποικίλη σημερινή Ελλάδα, με τους οικονομικούς μετανάστες και τους πρόσφυγές της.

«Μείνε λυπημένος»

2) Γιάννης Ευσταθιάδης: «Γραμμένα φιλιά». Εκδόσεις «ύψιλον», 2006, σελ. 73.

Τα «Γραμμένα φιλιά» του ποιητή, πεζογράφου και δοκιμιογράφου Γιάννη Ευσταθιάδη (γεν. στην Αθήνα το 1946) είναι θερμή, θερμότατη λογοτεχνική επεξεργασία ενός βαθύτατου πένθους που επιτυγχάνει ό, τι το δυσκολότερο: να μη βουλιάξει σηκώνοντας αυτήν την τεράστια «πέτρα» και να συγκινήσει διά της τέχνης παρά διά της συναισθηματικής εμπλοκής του αναγνώστη.

Το κείμενο, μοιρασμένο σε 33 μέρη, παραμένει ενιαίο και ακέραιο, σαν ένα επιτύμβιο επίγραμμα γραμμένο σε πεζό, σαν ένα γράμμα που δεν πρόκειται να παραληφθεί. Ως ισοδύναμο 34ο μέρος θα μπορούσε να θεωρηθεί η φράση «Λυπημένος, είσαι λιγότερο λυπημένος. Μείνε λυπημένος» του Antonio Porchia, μια φράση-οδηγός και συμπέρασμα μαζί, η οποία καταλαμβάνει την τελευταία σελίδα. Στην αρχή του βιβλίου, ένα όνομα και από κάτω δύο χρονολογίες συνδεδεμένες μ’ εκείνη την παυλίτσα που σημαδεύει και αναπαριστάνει όχι τόσο το ταξίδι όσο το τέλος του («26.9.72 – 25.12.97»), υποδηλώνουν από ποιο πένθος κατάγεται το βιβλίο και πού απευθύνεται ο λόγος του, αυτά τα «γραμμένα φιλιά» που δοκιμάζουν το ανέφικτο, να ανατρέψουν το ίδιο το μότο που τα εισάγει, την πρόταση δηλαδή του Φραντς Κάφκα: «Τα γραμμένα φιλιά δεν φτάνουν στον προορισμό τους. Τα ρουφούν στο δρόμο τα φαντάσματα».

Σε τούτη την «επινόηση της αναδρομής», ο συγγραφέας απευθύνεται στο «πολυάχρονο πια» αγαπημένο μέλος της οικογένειάς του που έφυγε και επιστρατεύει όλες του τις αισθήσεις, σαν «δολιοφθορείς της λήθης», για να ρίξει «μια σταγόνα λαδάκι» στη «μηχανή του χρόνου» και να επινοήσει στην πραγματικότητα την αντοχή, όταν όλα φαίνονται άδεια κι άκυρα. Βαθιά συγκινημένος ο λόγος, δεν έχει ανάγκη το μελό για να ακουστεί, αλλά προτείνεται με μια ποιητική αυστηρότητα που η κατάκτησή της θα κόστισε αφόρητα πολύ, εξού και η αξία της.

«Πώς να σε σώσω με τις λέξεις… Πώς να σε προστατεύσω με ζεστά επίθετα… Πώς να σε προλάβω με ρήματα που, άλογα κουρασμένα, έτρεχαν προς την κατεύθυνση των αισθημάτων κι έμεναν πάντα πίσω… […] Πώς να σε σώσω με τις λέξεις… Αν η αφή είχε συντακτικό, αν τα βλέμματα κλίσεις, αν η γραμματική των ήχων αποστηθιζόταν, ίσως…», γράφει ο Γιάννης Ευσταθιάδης. Πάνω από έναν αιώνα πριν, στο ίδιο συμπέρασμα κατέληγε, στον συγκλονιστικό «Τάφο» του, ο Κωστής Παλαμάς, πολεμώντας με τον δικό του «ανιστόρητο καημό»: «Πάει και πάει! Το σκέπασεν / ο αγκρέμιστος ο τοίχος! / Μήτε ο καρδιοφλογιστής / ο Λόγος, μήτε ο Στίχος, // μήτε ο πλάστης ο Ρυθμός / κι η ναναρίστρα η Ρίμα / τη λευκή του ενθύμηση / γλιτώνουν απ’ το μνήμα. // Τούτων όλων ο καημός / και ο θρήνος και η φροντίδα / είναι μια ολόχρυση / της μνήμης προσωπίδα // καρφωτή στο πρόσωπο / τ’ αμάλαγο της λήθης. – Αχ! Εσύ που πέταξες / κι εσύ που μας αρνήθης!»

Μια άρνηση της άρνησης είναι ο λόγος, μια άρνηση του θανάτου η ποίηση. Και στα «Γραμμένα φιλιά», όπου ο πλούτος των αισθημάτων αποτυπώνεται με μετρημένο λόγο, η άρνηση αυτή συντελείται με τρόπο βαθύ και τίμιο.