ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Καναδική ματιά στην Τήνο

Ο Ρον Γουόκι, καθώς επιστρέφει ξανά και ξανά στην Τήνο, στο ορεινό χωριό Αρνάδος, σκαρφαλωμένο τόσο ψηλά, ώστε να είναι πιο κοντά στα σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό παρά στον κάμπο και τη θάλασσα, έχει την αίσθηση ότι «βλέπει το τέλος ενός παλιού κόσμου». Σε αυτήν την κυκλαδίτικη αετοφωλιά, με τα λευκά κυβιστικά σπίτια, μονιασμένα για να μη λυγάνε στους βοριάδες, ο Ρον Γουόκι έχει χτίσει φιλίες, με τη Φρόσω, τον Μάρκο, τον Στάθη και την Ανέζα, που ίσως να χρειάζονταν «αυτήν την έξωθεν ματιά» στον δικό τους, κλειστό κόσμο, κι έχει αφεθεί ανοικτός σε «πράγματα που δεν ήξερε».

Οσα δεν ήξερε, ο Ρον Γουόκι τα κύλησε σταδιακά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και τα ζύγισε σε μια λεπτή ισορροπία: «από τη μια ένιωσα ευάλωτος καθώς άφηνα τον εαυτό μου να παραδοθεί και από την άλλη είχα την ανάγκη να κρατήσω τον εαυτό μου αλώβητο», λέει. «Ηθελα να έχω τη ματιά του ανθρώπου που δεσμεύεται σε έναν σκοπό χωρίς να χάσω τον εαυτό μου».

Εγραψε βιβλίο για πρώτη φορά. Κάτι σαν προσωπικό ημερολόγιο, ταξιδωτική μαρτυρία, ανθρωπογεωγραφική ανάλυση ή στοχασμός στην ουσία της ζωής, το «Luminous Encounters on the island of Tinos» («Φωτεινές Συναντήσεις στην Τήνο») είναι ένα βιωματικό βιβλίο. «Θα μπορούσε να είναι για έναν οποιοδήποτε τόπο στη γη, αφού αυτό που με ενδιαφέρει είναι οι κοινότητες των ανθρώπων. Είναι όμως για την Τήνο».

Διόλου τυχαία, οι σχέσεις του Ρον Γουόκι με την Ελλάδα είναι παλιές και ορίζουν την προσωπική του ζωή. Οχι μόνο γιατί είναι παντρεμένος με Ελληνίδα, αλλά και γιατί ήδη από την αρχή της δεκαετίας του 1960, όταν νεαρός ακόμα είχε περάσει ένα χειμώνα στη Μύκονο καθώς τότε γύριζε τον κόσμο συλλέγοντας στοιχεία για μία εργασία. Η ματιά του παραμένει ακλόνητα οικουμενική.

Ιδεολόγος

Το διαπιστώνει κανείς εύκολα όταν τον συναντήσει. Ο Ρον Γουόκι -ως ένας αρχιτέκτονας από το Βανκούβερ- φέρει επάνω του την «ανοιχτωσιά» του Καναδά και την πολύ ιδιαίτερη κουλτούρα της Βρετανικής Κολομβίας. Με τα μακριά ασημένια μαλλιά του πιασμένα πίσω, ο Ρον δηλώνει εμμέσως με τον τρόπο που τοποθετεί τον εαυτό του στο περιβάλλον, την «απόσχισή» του από τη σημερινή κακοφωνία. «Ζούμε την τυραννία των πολλαπλών επιλογών», λέει. Δεν έχει κινητό, δεν έχει φωτογραφική μηχανή και η σκέψη ότι τα κτίρια σχεδιάζονται πλέον στον υπολογιστή του προκαλεί αποτροπιασμό. Είναι ένας ιδεαλιστής χειρώνακτας ο Ρον Γουόκι. Η πίστη του στον άνθρωπο δυναμώνει την πίστη του στα έργα του ανθρώπου. Γι’ αυτό τα πέτρινα σπίτια της Τήνου, οι πεζούλες της και οι ξερολιθιές της ψιθυρίζουν ένα μυστικό που εκείνος το ακούει καθαρά.

«Η τεχνολογία οργανώνει έτσι τη ζωή μας ώστε να μην έχουμε πραγματικές εμπειρίες», λέει. «Γι’ αυτό ακόμη και όταν βλέπω έναν έρημο δρόμο σε κυκλαδίτικο χωριό, το αισθάνομαι σαν μία σκηνή όπου οι άνθρωποι είναι απλώς απόντες». Είναι πρωτίστως μία διανοητική διεργασία αυτή που καθοδηγεί το ασκημένο χέρι του να σχεδιάζει σαν περιηγητής του 18ου αιώνα. Στο βιβλίο του για την Τήνο δεν έχει ούτε μία φωτογραφία. Το έχει εικονογραφήσει με τα σκίτσα του, σπιτιών και ανθρώπων, μαυρόασπρα περιγράμματα, που αφηγούνται ιστορίες και γεννούν αισθήματα. «Οταν βγάζεις μία φωτογραφία, σε απασχολεί να πετύχεις την καλύτερη δυνατόν λήψη», λέει. «Αντίθετα, όταν ζωγραφίζεις, αφήνεις τη σκέψη σου να απορροφήσει το αντικείμενό σου για ώρα πολλή».

Ζωή στο χείλος

Ετσι, η Τήνος του Ρον Γουόκι είναι ένα στυπόχαρτο στοχασμών, σκέψεων, αισθήσεων και προσώπων. Δύσκολα βρίσκει κανείς μια τόσο ανθρωποκεντρική αρχιτεκτονική ματιά όπως αυτή του Ρον. Γαντζώνεται στους ανθρώπους που έζησαν, που έχτισαν, που εξέφρασαν μια ανάγκη, μια επιθυμία, για να φθάσει στο τώρα και να αγκαλιάσει τους ζώντες. «Η παρουσία μου στο χωριό είναι αυτή που με έκανε κομμάτι του νησιού. Οχι το γράψιμο». Ζει με τους ανθρώπους, τους ανοίγεται. «Προκαλώ ακόμη και τις προκαταλήψεις τους. Μου αρέσει να τους φέρνω σε αμηχανία καμιά φορά. Ετσι όμως είναι που χτίζεται μια βάση αλήθειας και αμεσότητας».

Ολα όσα πρεσβεύει ο Ρον Γουόκι μοιάζει να συγκλίνουν στην έλξη που νιώθει για καθετί που επιζεί στο χείλος. Για τον ίδιον, η ζωή στο χωριό όπως την πρωτογνώρισε στις Κυκλάδες είναι έτοιμη να κατακρημνισθεί στη λήθη αν όχι στην ανυπαρξία, καθώς «οι νεότεροι αφομοιώνονται στα αστικά πρότυπα». Κάνει εντύπωση στον Ρον το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν έχει εκδηλωθεί όσο θα περίμενε κανείς η αντι-επανάσταση, η φυγή δηλαδή στη μικρή κλίμακα, στο χειροποίητο, στη βιολογική καλλιέργεια, στους φυσικούς πόρους, στην ανάπτυξη της πρωτογενούς εκείνης ποιότητας που μπορεί να βρει κανείς μακριά από τις μεγάλες πόλεις. Αλλωστε, η σημασία που δίνει για τα πράγματα που βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο τού έχει δώσει δύναμη για διδασκαλία, καθώς στο Βανκούβερ («όπου υπάρχει μεγάλη συζήτηση για τη συνοχή και τη μελλοντική ανάπτυξη») οργανώνει ένα ειδικό πρόγραμμα με φοιτητές. Ταξιδεύουν σε πόλεις του κόσμου, στην Ιερουσαλήμ, στη Βαρκελώνη, στην Αθήνα, στο Κάιρο, και μελετούν αστικούς ιστούς σε διάλυση, σε αποσύνθεση ή σε αναγέννηση.

Η ιδέα της απώλειας

«Στην Ελλάδα, η δραματικότητα του τοπίου γίνεται συχνά η αιτία να μην μπορεί κανείς να εστιάσει ορθολογικά», λέει. Οταν βλέπει τα χωριά, «αυτούς τους εξαίρετους μηχανισμούς ζωής», να ζωντανεύουν μόνο το καλοκαίρι, όταν επιστρέφουν οι απόγονοι από την πόλη, συνειδητοποιεί ότι και αυτά, ως οικισμοί, ζουν σε ένα μεταίχμιο ενός κύκλου δύο εξαμήνων.

Αλλά και ο ίδιος ο Ρον γνώρισε καλύτερα την Ελλάδα στο μεταίχμιο της μεταπολίτευσης, όταν ο παλαιός κόσμος με τη συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα έδινε χώρο στην ανάδυση των νέων -παράλληλων- κόσμων στον τελευταίο κύκλο του Ψυχρού Πολέμου.

Καθώς ο Ρον μιλάει για τους κύκλους των ανθρώπων, καθώς η φαιόλευκη Τήνος διυλίζεται αρμονικά μέσα στη διαύγεια του Βανκούβερ, η συζήτηση παίρνει και πάλι στροφή. «Ολα αυτά έχουν σημασία», λέει με ανανεωμένη θέρμη ο Ρον Γουόκι, «γιατί ο ίδιος ο κόσμος μας είναι ευάλωτος από κάθε άποψη. Ολες οι ιστορίες των πόλεων, των τοπίων, των ανθρώπων συγκλίνουν τραγικά στην ιδέα της απώλειας. Γι’ αυτό και αγαπημένη μου πόλη παραμένει η Αλεξάνδρεια. Η ιστορία της είναι η ιστορία της απώλειας. Και η αναγνώριση της ήττας είναι ένδειξη δύναμης. Αλλά αυτό μας πάει σήμερα τραγικά στην καρδιά της επικαιρότητας».