ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σε νέες βάσεις η βιομηχανία της πολυτέλειας

Μ ια αισθησιακή μεγαλούπολη με ένδοξο παρελθόν και συναρπαστικό παρόν υποδέχτηκε πρόσφατα μια παγκόσμια συνάντηση γύρω από τη βιομηχανία της καλής ζωής και των όμορφων πραγμάτων, καθώς η Ιnternational Herald Tribune διοργάνωσε το έκτο συνέδριο με θέμα την πολυτέλεια, 7 και 8 Δεκεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη. Μέσα από τους αιώνες, από το Βυζάντιο μέχρι την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Πόλη έμαθε να ζει και να εναλλάσσεται ανάλογα με τους καιρούς. Η σημερινή πραγματικότητα δεν αποτελεί εξαίρεση: οι ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας ξεθωριάζουν, όμως η χώρα εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Μέση Ανατολή και ο νομπελίστας Ορχάν Παμούκ απολαμβάνει παγκόσμια αναγνώριση. Σε αυτήν την πόλη των αντιθέσεων, των 12 ή μήπως 15 εκατομμυρίων κατοίκων, συνυπάρχουν σήμερα το πολύβουο Μεγάλο Παζάρι με το νεόδμητο Kanyon Mall – ένας πολυτελής μικρόκοσμος με καταστήματα («βιτρίνα» εδώ η βρετανική αλυσίδα Harvey Nichols), γραφεία, διαμερίσματα και χώρους αναψυχής.

Στο συνέδριο, η συζήτηση επικεντρώθηκε στα είδη πολυτελείας, εντόπια και διεθνή. Πώς χτίζεται ένα διεθνές όνομα (brand) και κατά πόσο πρέπει το όνομα αυτό να εκφράζει την ιδιαίτερη κουλτούρα της κάθε χώρας; Τι σημαίνει πολυτέλεια σήμερα;

Το χθες και το σήμερα

Για την ψυχή της συνάντησης, τη συντάκτρια μόδας της International Herald Tribune, Σούζι Μένκες (Suzy Menkes), η πολυτέλεια στη σύγχρονη εποχή είναι συνυφασμένη με την ποιότητα και την τέχνη του χειροποίητου, καθώς και με την ικανοποίηση των αισθήσεων, «όχι κάτι που «φωνάζει», αλλά κάτι πολύ πιο εσωτερικό». Παράλληλα όμως, η πολυτέλεια ως έννοια γίνεται όλο και περισσότερο αφηρημένη. Ετσι και ο καθαρός αέρας, το πράσινο, σύμφωνα με τη Μένκες, αποτελούν πολυτέλεια για τις πυκνοκατοικημένες πόλεις του κόσμου. Οσο για την Τουρκία, σημείωσε η Βρετανίδα δημοσιογράφος, το ερώτημα είναι κατά πόσο μπορεί να πετύχει ένα συνδυασμό τού χθες και τού σήμερα, μένοντας μακριά από το καθαρόαιμο φολκλόρ, αλλά πάντα κοντά στην πλούσια κληρονομιά της.

Ο Φρανσουά – Ανρί Πινό είναι μέλος του εκλεκτού εκείνου κλαμπ που κατευθύνει τον χώρο της πολυτέλειας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ως chairman και CEO του γκρουπ PPR, ο Πινό ηγείται πληθώρας brands και εταιρειών, όπως οι Gucci, Yves Saint Laurent, Alexander McQueen, Stella McCartney, Bottega Veneta και Sergio Rossi, αλλά και του οίκου δημοπρασιών Christie’s και των πολυκαταστημάτων FΝΑC.

«Να προκαλεί έκπληξη»

«Η βιομηχανία της πολυτέλειας βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή», τόνισε ο Πινό κατά τη διάρκεια των εργασιών, προσθέτοντας ότι η στρατηγική για την ανάπτυξη του κλάδου επικεντρώνεται στην ανάπτυξη του τομέα της «υψηλής πολυτέλειας». Οι εταιρείες πρέπει να προσωποποιήσουν τα brands σε σχέση με τους πελάτες τους, να μη φοβούνται να ρισκάρουν και να δίνουν συνεχή έμφαση στο χειροποίητο. Οι επενδύσεις πρέπει να προστατεύουν το μέλλον του εκάστοτε χώρου, ανέφερε ο Πινό, παραθέτοντας ως παράδειγμα τη σχολή που ίδρυσε η Bottega Veneta στη Βιτσένζα ως εγγύηση για τη συνέχεια της τέχνης και του savoir-faire στα δερμάτινα είδη.

Αποκλείει η υψηλή πολυτέλεια όλους εκείνους που δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να την αγγίξουν; «Η υψηλή πολυτέλεια οδηγεί την προσιτή πολυτέλεια», υποστήριξε ο Πινό, μιλώντας για την παράλληλη εμφάνιση νέων μεσαίων τάξεων αλλά και των νέων υπερ-πλουσίων. «Πρέπει κανείς να διεγείρει τους καταναλωτές με κάτι που δεν είχαν καν ονειρευτεί», συνέχισε. «Ο χώρος αυτός πρέπει να δημιουργεί την έκπληξη και όχι να καλύπτει μια πραγματική ανάγκη».

Ο Μπερνάρ Φορνάς, πρόεδρος και CEO της Cartier International (η οποία ανήκει στο δυναμικό του γκρουπ Richemont), μίλησε για την κομψότητα της χλιδής, τότε και τώρα. Μπορεί η φήμη του οίκου να χτίστηκε και να εδραιώθηκε μέσα από τον σχεδιασμό κοσμημάτων για ιδιαίτερους πελάτες -μεταξύ των οποίων και βασιλικές οικογένειες- όμως σήμερα, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας των βαθύπλουτων κάνει τεράστιες προσπάθειες για να κρατήσει χαμηλό προφίλ. Η χλιδή εξακολουθεί να αποτελεί ένδειξη «ισχύος» καθώς και σύμβολο «γοητείας και απόλαυσης», όμως πρέπει να συνοδεύεται από ηθικούς κανόνες, ανέφερε ο Φορνάς. Οπως και ο Πινό, σημείωσε ότι «ο πήχυς της πολυτέλειας ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά» και ότι η ζήτηση για ειδικές παραγγελίες ολοένα αυξάνεται, ενώ αποκάλυψε ότι ο ιστορικός οίκος εισέρχεται και στον τομέα των sur mesure αρωμάτων, όπου οι αποκλειστικές φόρμουλες φυλάσσονται σε ειδικές θυρίδες. Οι καλές σχέσεις της Τουρκίας με την οικογένεια Zegna ξεκινούν τη δεκαετία του 1970, την εποχή που ο ιταλικός οίκος ανέπτυσσε την παραγωγή του μοχέρ και συνεχίστηκαν τη δεκαετία του ’90, όταν η εταιρεία άνοιξε στη χώρα το πρώτο της κατάστημα αλλά και εργοστάσιο παραγωγής πουκαμίσων. Στη συνάντηση, ο Ermenegildo Zegna, μέλος της τέταρτης γενιάς, μίλησε με τρυφερότητα για τον παππού του (από τον οποίο πήρε το όνομά του) και το όραμά του για την παραγωγή «των καλύτερων υφασμάτων στον κόσμο». Σήμερα ο οίκος διατηρεί τα ηνία στον χώρο: παρουσιάζει πάντα εξαιρετικές πρώτες ύλες, όπως κασμίρι και μετάξι από την Κίνα και αλπακά από το Περού, αλλά και πρωτοποριακούς συνδυασμούς, όπως το cashco, ένα μείγμα από κασμίρι και κοτόν.

«Παλιότερα ο κανόνας ήταν μεγάλο κράτος και φτωχοί πολίτες. Αυτές τις μέρες είναι το αντίστροφο, μικρό κράτος και πλούσιοι πολίτες», είπε ο Τσεμ Μπόινερ, αντιπρόεδρος και CEO της Boyner Holdings, μιλώντας για χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και η πατρίδα του, η Τουρκία. Για τον Μπόινερ, το γκρουπ του οποίου περιλαμβάνει εταιρεία παραγωγής υφασμάτων, τα πολυκαταστήματα πολυτελείας Beymen αλλά και την κυκλοφορία πολυτελών brands στην Τουρκία, η παρούσα ατμόσφαιρα στην Κωνσταντινούπολη είναι ιδιαίτερα καλή, «λιγότερο φανταχτερή και περισσότερο οθωμανική ίσως». Ομως, συνέχισε ο Μπόινερ, ενώ η πόλη έχει εξελιχθεί σε πολιτιστική πρωτεύουσα, απέχει ακόμα πολύ από το να αποτελεί προορισμό για αγορές ειδών πολυτελείας.

Το ραντεβού της πολυτέλειας ήδη ανανεώθηκε για του χρόνου. Τόπος διεξαγωγής του η Μόσχα, μια ακόμη πόλη που αυτόν τον καιρό φλερτάρει έντονα με τη βιομηχανία της πολυτέλειας.

Η κουλτούρα κάθε τόπου κάνει τη διαφορά

Τέσσερις σχεδιαστές μόδας, εκ των οποίων τρεις με τουρκικές ρίζες, συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Γεννημένη στη Νίκαια από Τούρκους γονείς, η Νικόλ Φαρτσί μετράει ήδη 35 χρόνια στον χώρο. «Πολυτέλεια σημαίνει να παίρνεις χαρά μέσα από την καθημερινότητα» είπε η σχεδιάστρια, η οποία επιλέγει να προτείνει στους καταναλωτές παρά να τους κατευθύνει. Στα καταστήματα της Farhi, η μεγάλη γκάμα προϊόντων συχνά έχει έναν αέρα από ανατολίτικο παζάρι.

Γέννημα-θρέμμα της Κωνσταντινούπολης, ο Ριφάτ Οζμπεκ εμπνέεται από την πόλη του, όμως δεν επιθυμεί σε καμιά περίπτωση τα ρούχα του να θυμίζουν τοπικές ενδυμασίες. «Δεν μου αρέσει η ιδέα του ethnic δημιουργού», είπε ο Οζμπεκ, στα χέρια του οποίου ένα παραδοσιακό καφτάνι μετατρέπεται σε ένα μίνι, εξώπλατο φόρεμα φτιαγμένο από φουτουριστικά υφάσματα. Είτε δουλεύει πάνω στις συλλογές που φέρουν το όνομά του είτε ως σχεδιαστής της ιταλικής εταιρείας Pollini, ο Οζμπεκ αναγνωρίζει ότι η κουλτούρα του κάθε τόπου κάνει τη διαφορά. Ομως, για να γίνει κανείς διεθνής σχεδιαστής, όπως είπε χαρακτηριστικά, πρέπει να κρατά μια απόσταση μεταξύ του ιδίου και της κληρονομιάς του.

Για τον γεννημένο στη Λευκωσία, Τουρκοκύπριο, Χουσεΐν Σαλαγιάν, η απόσταση αυτή παρέχει την απαραίτητη αντικειμενικότητα. «Η μόδα είναι πιο σημαντική στο δυτικό κόσμο», ανέφερε ο σχεδιαστής, ο οποίος έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Λονδίνο. Γνωστός για τον εγκεφαλικό και ευρηματικό τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το αντικείμενό του, ο Σαλαγιάν δεν διστάζει να προκαλεί και να θέτει ερωτήματα μέσα από τη δουλειά του. Πολλές από τις εικόνες που έχει παρουσιάσει έχουν μείνει χαραγμένες στη μνήμη, όπως αυτή του μοντέλου που περπατώντας στη πασαρέλα ντυμένη από πάνω μέχρι κάτω, αρχίζει σιγά σιγά να αποκαλύπτει μέρη του σώματός της, έως τη στιγμή που μένει ολόγυμνη, με εξαίρεση το καλυμμένο κεφάλι της. Ο Τζιανφράνκο Φερέ έχει γράψει τη δική του σελίδα στην ιστορία της παγκόσμιας μόδας, δανειζόμενος στοιχεία κι από άλλες κουλτούρες εκτός από τη δική του, την ιταλική.

Πέρα από το δικό του όνομα, ο Φερέ ήταν χρόνια σχεδιαστής του οίκου Christian Dior προτού αυτός περάσει στα χέρια του γκρουπ LVMH. Για τον σχεδιαστή, ο οποίος έζησε στην Ινδία οκτώ χρόνια, πηγή έμπνευσης αποτελούν, μεταξύ άλλων, η Κίνα, η Αφρική και το Μεξικό. «Κάποια από αυτά τα ταξίδια τα έκανα στη πραγματικότητα», ανέφερε ο Φερέ, «ενώ κάποια άλλα έγιναν μόνο στο μυαλό και στη φαντασία μου».