ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κριτική–πωλήσεις, σημειώσατε «2»

«Κάθε Δευτέρα πρωί, από τις 9 μέχρι τις 12, αποφεύγω να σηκώνω το τηλέφωνο στο γραφείο μου», εξομολογείται στην «Κ» στέλεχος μεγάλου εκδοτικού οίκου. Η αιτία; Κάποιοι από τους συγγραφείς του οίκου τηλεφωνούν για να διαμαρτυρηθούν για αρνητική κριτική που δημοσιεύτηκε στα φύλλα του Σαββατοκύριακου. «Ορισμένοι αξιώνουν ότι ως εκδότες τους οφείλουμε να ασκούμε πιέσεις στους κριτικούς ώστε να δημοσιεύονται θετικές κριτικές για τα βιβλία τους», λέει.

Εχει άραγε τόση επιρροή ο λόγος της κριτικής της λογοτεχνίας στη χώρα μας; Σε ό,τι αφορά τον μικρόκοσμο του λογοτεχνικού σιναφιού, σαφώς. Το ζήτημα είναι τι γίνεται από κει και πέρα. Διότι τα στοιχεία των καταλόγων με τα ευπώλητα δείχνουν ότι η αγορά αγνοεί σχεδόν επιδεικτικά τον λόγο της κριτικής.

Ομοβροντία πυρών

Βιβλία όπως το «Μην πυροβολείτε τη νύφη» (Λιβάνης) της Χρύσας Δημουλίδου ή το «Αθηνά, ευτυχώς που δεν γεννήθηκα όμορφη» (Ψυχογιός) του Κώστα Καρακάση, με ιδιαίτερα υψηλές πωλήσεις, έχουν αγνοηθεί από τους κριτικούς, ενώ οι «Μαμάδες Βορείων Προαστίων» (Μελάνι) της Παυλίνας Νάσιουτζικ, μεγάλη εμπορική επιτυχία, δέχθηκαν την ομοβροντία των πυρών της κριτικής.

Αλλά αυτό δεν είναι κάτι νέο: Τα πολυσυζητημένα «O Ιούδας φιλούσε υπέροχα» της Μάιρας Παπαθανασοπούλου και «Οι μάγισσες της Σμύρνης» της Μάρας Μεϊμαρίδη, που έφτασαν τα 300.000 αντίτυπα το καθένα και μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση, έγιναν επίσης στόχος της κριτικής. Αν πάμε πιο πίσω, δεν είναι δυνατόν να μην αναφερθούμε στον Γιάννη Ξανθούλη: υψηλές πωλήσεις, αρνητικές κριτικές. «Οι κριτικοί έπεσαν να με φάνε, ότι ρίχνω το επίπεδο της λογοτεχνίας», επαναλαμβάνει κάθε τόσο, όχι χωρίς θυμό, ο Θανάσης Καστανιώτης, που εξέδιδε επί σειρά ετών τα βιβλία του Γ. Ξανθούλη.

Από την άλλη, έχουμε και τις περιπτώσεις βιβλίων ή καταξιωμένων συγγραφέων που λαμβάνουν θετικές έως και εγκωμιαστικές κριτικές, χωρίς όμως να βρίσκουν ανάλογη απήχηση στην αγορά.

Σύμφωνα με την Ελισάβετ Κοτζιά, κριτικό της «Καθημερινής»: «Η εικόνα είναι ότι στη χώρα μας η κριτική βρίσκεται εκτός αγοράς. Το υποψιασμένο αναγνωστικό κοινό είναι ένας μικρός κύκλος. Ενα μέτρο του πόσο μικρός είναι αυτός ο κύκλος είναι η απήχηση ενός καταξιωμένου συγγραφέα όπως ο Δημήτρης Νόλλας. Ενας συγγραφέας υψηλών προδιαγραφών, ανεξαρτήτως ενστάσεων που μπορεί να έχει κανείς από βιβλίο σε βιβλίο. Το ότι ο Νόλλας θα κάνει μία-δύο εκδόσεις (2.000-5.000 αντίτυπα), νομίζω ότι δείχνει το νούμερο των ανθρώπων που απαρτίζουν αυτόν τον κύκλο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι σε αυτόν τον κύκλο απευθύνεται η κριτική. Δεν θα επηρεαστεί από την κριτική αλλά θα συνομιλήσει μαζί της».

Ενας άνθρωπος που επί σειρά δεκαετιών παρακολουθεί την κίνηση της βιβλιαγοράς είναι η Μαρία Παπαγεωργίου της «Εστίας»: «Κάθε Δευτέρα-Τρίτη υπάρχει ζήτηση σε τίτλους που έχουν αναφερθεί στις κυριακάτικες εφημερίδες. Αλλά αυτό δεν αφορά τόσο την πεζογραφία. Κι εξαρτάται από την παρουσίαση, ειδικά όταν συνδυάζεται με συνέντευξη. Συμβαίνει δε και το εξής: Ερχεται κόσμος και μας ζητάει ένα βιβλίο με τον τίτλο της κριτικής, όχι με του βιβλίου. Θεωρώ όμως ότι η κριτική από μόνη της δεν φτάνει. Ειδικά η κριτική στα λογοτεχνικά περιοδικά δεν έχει καμία απολύτως απήχηση. Η κριτική διαβάζεται από λίγους και πολύ συχνά διαγωνίως: Στον αναγνώστη αρκεί ότι, π.χ., κυκλοφόρησε το βιβλίο του Σουρούνη στο οποίο μιλάει για την παιδική του ηλικία. Η γνώμη του κριτικού δεν τον αφορά».

Αρνητικές απόψεις

Και στις περιπτώσεις εκείνες που η κριτική είναι αρνητική; «Εκεί ο κόσμος στέκεται», λέει η M. Παπαγεωργίου. «Μα αυτό πάντα συνέβαινε. Ισως σε αυτό να οφείλεται, εν μέρει, το ότι οι «Μαμάδες» πούλησαν: δέχθηκαν πολύ αρνητικές κριτικές».

Οι υπεύθυνοι του βιβλιοπωλείου «Ναυτίλος» υπογραμμίζουν ότι: «Οι «Μαμάδες» είχαν ήδη αρχίσει να πουλάνε προτού ασχοληθεί μαζί τους η κριτική. Αβανταδόρικος τίτλος και θέμα που τράβηξε το ενδιαφέρον του γυναικείου κοινού. Θεωρούμε πάντως ότι παλαιότερα, επί εποχής κριτικών όπως του Σταματίου ή της πρώτης εποχής του Κούρτοβικ, η κριτική είχε πολύ μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό. Για παράδειγμα, ένα σχόλιο του Μαρωνίτη αρκούσε για να υπάρξει αυξημένη ζήτηση ενός τίτλου. Αλλά αυτό ήταν τότε που η αγορά ήταν πολύ πιο μικρή, τα βιβλία δεν έφευγαν από τους πάγκους μέσα σε δύο μήνες και ο λόγος του κριτικού ήταν πολύ πιο αιχμηρός, οξύς».

Αναφερόμενη στη δεκαετία του 1980, η M. Παπαγεωργίου τονίζει ότι «τότε ο κόσμος διάβαζε πιο προσεκτικά και πιο συνειδητά. Τώρα διαβάζει πιο επιφανειακά. Σήμερα έρχεται στο βιβλιοπωλείο και λέει: «Θέλω αυτό που συζητιέται αυτή την εποχή, αυτό που πουλάει». Είναι η λογική τού «θέλω να είμαι μέσα στα πράγματα». Είναι κατάσταση της τελευταίας πενταετίας. Ερχεται κόσμος με τις στήλες των μπεστ σέλερ και αγοράζει αυτό που λανσάρεται. Μόδα είναι αυτό που φοριέται. Και το βιβλίο δεν εξαιρείται».

Ανάλογη είναι και η άποψη του Γιώργου Θωμόπουλου, πωλητή στο βιβλιοπωλείο «Πολιτεία»: «Τα τελευταία χρόνια, με το που δημοσιεύεται κάτι σε μια εφημερίδα, για δυο-τρεις μέρες, άντε μια εβδομάδα, παρατηρείται κάποια κίνηση. Με το που κυκλοφορούν όμως οι εφημερίδες του επόμενου Σαββατοκύριακου, το βιβλίο αυτό έχει σχεδόν ξεχαστεί. Κάποτε είχε μεγάλη επιρροή η στήλη του Κωστή Παπαγιώργη στο «Αθηνόραμα» ή τα βιβλία που παρουσίαζε στην εκπομπή της η Μπίλιω Τσουκαλά. Πρόσφατα, μόλις η εκπομπή «Παρασκήνιο» έκανε αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καρούζο, ο πρώτος τόμος των απάντων του εξαντλήθηκε από τα δικά μας ράφια».

Αναγνώριση

Η Πόπη Γκανά, των εκδόσεων «Μελάνι», παρά τον ντόρο των «Μαμάδων», ακούγεται προβληματισμένη: «Θεωρώ ότι το βιβλίο δέχθηκε υπερβολικά αυστηρή κριτική. Αν δεν πίστευα ότι έχει κάποια λογοτεχνική αξία, δεν θα το εξέδιδα. Γενικά, περισσότερο κι από τις κριτικές σημαντικό ρόλο παίζουν οι συνεντεύξεις. Στην τελευταία έκθεση του βιβλίου συνέβη το εξής: Το Σάββατο δημοσιεύτηκε συνέντευξη της Λ. Διβάνη σε μεγάλη εφημερίδα και την Κυριακή στην έκθεση όλοι μάς ζητούσαν τη «Νάντια». Επίσης, όταν μεγάλο βιβλιοπωλείο της Αθήνας τύπωσε διαφημιστικό οδηγό και σε κάποιες σελίδες του συγγραφείς πρότειναν βιβλία, η ίδια συγγραφέας, η Λ. Διβάνη, είχε προτείνει το «Στο μυαλό των Serial Killers», των εκδόσεών μας, και λίγο μετά αυξήθηκαν οι πωλήσεις του συγκεκριμένου βιβλίου». H κ. Γκανά τονίζει πάντως: «Μπορεί η κριτική να μην επηρεάζει τόσο την αγορά, ωστόσο, θεωρώ ότι για να διαμορφώσει ταυτότητα και πρόσωπο ένας συγγραφέας, πρέπει να είναι αναγνωρισμένος από τους ομοτέχνους του κι από την κριτική, από το λεγόμενο σινάφι».

Ισως εκεί να βρίσκεται και η ουσία του ρόλου της κριτικής. Κι αυτός άλλωστε φαίνεται ότι είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο οι συγγραφείς αποζητούν τη θετική κριτική αποτίμηση. Σύμφωνα με την Ελ. Κοτζιά: «Πολλοί αντιλαμβάνονται ότι ο θόρυβος που τόσο συχνά δημιουργείται γύρω από ορισμένα βιβλία σε καμία περίπτωση δεν διασφαλίζει τον μελλοντικό βίο τους. Σε δέκα το πολύ χρόνια (για να μην πούμε σε ένα ή δύο) τα βιβλία αυτά έχουν ολοκληρωτικά ξεχαστεί. Τρανό παράδειγμα, τα δημοφιλέστατα κάποτε μυθιστορήματα της Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου. Ξεχωρίζοντας τα βιβλία με ενδιαφέρον και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού κανόνα, στη διαμόρφωση δηλαδή του σώματος των κειμένων που απαρτίζουν την πεζογραφική παράδοση κάθε εποχής, η κριτική αντιστρατεύεται τη λήθη. Αποτέλεσμα; Ακόμα και ένα βιβλίο που όπως «H ερωμένη της» της Ντόρας Ροζέτη για προφανείς λόγους ξεχνιέται, βρίσκει την ευκαιρία να ξαναέρθει στο φως. Το γεγονός ότι κάποτε απασχόλησε τον Γρηγόριο Ξενόπουλο ή τον Κλέωνα Παράσχο, εβδομήντα χρόνια αργότερα θα οδηγήσει μια οξυδερκή φιλόλογο όπως τη Χριστίνα Ντουνιά να το αναζητήσει και να το προσφέρει εκ νέου στο αναγνωστικό κοινό».