ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από τις φυτείες της Τζόρτζια στην κορυφή της σόουλ

Από μικρός μπήκε στον βιοπορισμό μαζεύοντας βαμβάκι στις φυτείες της Τζόρτζια και γυαλίζοντας παπούτσια, προτού συλληφθεί για ληστεία και κλειστεί σε αναμορφωτήριο σε ηλικία 15 ετών. O λόγος για τον «νονό της σόουλ», τον Τζέιμς Μπράουν, ο οποίος «έφυγε» ανήμερα τα Χριστούγεννα σε ηλικία 73 ετών. «O Ελβις πέθανε, εγώ πρέπει να συνεχίσω», έλεγε ο δαιμόνιος μουσικός. Οι Αμερικανοί θα αποτίσουν ύστατο φόρο τιμής στον μαύρο θρύλο, εκθέτοντας τη σορό του σε δημόσιο προσκύνημα στο αγαπημένο του θέατρο «Απόλο» του Χάρλεμ, όπου έγινε διάσημος. Γεννημένος το 1933, δοκίμασε να κάνει καριέρα ως μποξέρ και ως παίκτης του μπέιζμπολ, αλλά ένα πρόβλημα στο γόνατο τον οδήγησε στη μουσική. Ξεκίνησε ως τραγουδιστής γκόσπελ, αλλά γρήγορα στράφηκε στη ριθμ εν μπλουζ. H πρώτη μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1956 με την μπαλάντα «Please, please, please», όταν ο Μπράουν ηγείτο της μπάντας «Famous Flames» και στην ουσία έγραφε σχεδόν όλα τα τραγούδια. Το 1958 θα πετύχει το πρώτο «Νο. 1» με το «Try Me» και από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 θα αρχίσει σιγά σιγά να καθιερώνει τον «ήχο Τζέιμς Μπράουν», με πιο χρωματικές, τολμηρές συνθέσεις και ενορχηστρώσεις. Σε εκείνη την περίοδο γεννήθηκε και η ινστρουμένταλ επιτυχία «Night Τrain».

Και πάλι όμως η φήμη του δεν είχε ξεπεράσει τα όρια του αμερικανικού Νότου, ώσπου το 1962 θα εμφανιστεί ζωντανά στο θέατρο «Απόλο», χωρίς την έγκριση της δισκογραφικής εταιρείας του King Records. Είναι η εποχή που ο Μπράουν ανεβάζει στροφές και οι ρυθμοί του γίνονται πιο εκρηκτικοί. Το 1965 θα λανσάρει, μεταξύ των άλλων, το πασίγνωστο «I Got You» (I Feel Good), μπαλάντες όπως την επίσης γνωστή «It’s a Man’s Man’s Man’s World», μεταβάλλοντας δραστικά τον ήχο της χορευτικής μουσικής, σφραγίζοντας τη σόουλ και προετοιμάζοντας ουσιαστικά το έδαφος για τη μαύρη μουσική της δεκαετίας του 1970. Σε αυτό συνετέλεσε όχι μόνο η ικανότητά του ως συνθέτη και περφόρμερ αλλά και η ικανότητά του να επιλέγει απαιτητικούς μουσικούς της τζαζ. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγαθήρια όπως ο Μάιλς Ντέιβις δήλωναν δημοσίως ότι αυτός ο αυτοδίδακτος μουσικός τον είχε επηρεάσει καταλυτικά. Ηδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο Μπράουν, με το ιδιόμορφο στυλ τραγουδιού που είχε εισαγάγει (και που περιείχε στοιχεία πρόζας), προετοίμασε το έδαφος για τη ντίσκο αλλά και το ραπ και τη χάουζ, που θα γίνονταν πολύ αργότερα της μόδας.

Ωστόσο, ο Τζέιμς Μπράουν δεν έγραψε ιστορία μόνο μέσω των μουσικών του ικανοτήτων: αναζητώντας ανεξαρτησία ως καλλιτέχνης, αγόρασε δισκογραφικές εταιρείες, ήταν φανατικός υπέρμαχος των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών, ενώ αρκετές φορές απασχόλησε τις αρχές. Αν και προσβλήθηκε από καρκίνο του προστάτη, παρέμεινε δημιουργικός μέχρι το τέλος: είχε προγραμματίσει να εμφανιστεί την Πρωτοχρονιά στο Μανχάταν μαζί με τον B. B. King. Τις τελευταίες ημέρες όμως νοσηλευόταν με πνευμονία. Τις πρώτες ώρες της 25ης Δεκεμβρίου ακούστηκε να λέει: «Απόψε θα φύγω». Πήρε τρεις βαθιές ανάσες κι έκλεισε τα μάτια του για πάντα.