ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας «Καντίντ» στις ΗΠΑ

Η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών κάλεσε το 1950 τη Λίλιαν Χέλμαν για ανάκριση και εκείνη, ανταποδίδοντας την προσβολή, ζήτησε από τον Λέοναρντ Μπερνστάιν να συνεργαστούν σε μια διασκευή για μιούζικαλ, της μεγάλης σάτιρας του Βολταίρου «Καντίντ». Γι’ αυτήν όσο και για τον συνθέτη – μαέστρο, οι αναλογίες μεταξύ της Ιεράς Εξέτασης του βολταιρικού έργου και του κυνηγού μαγισσών Μακάρθι, ήταν προφανείς.

Παραλληλισμοί στον χρόνο

Η «κωμική οπερέτα», όπως την ονόμασαν, πρωτοπαρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη πριν από 50 χρόνια, με μικρή επιτυχία. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο Μπερνστάιν δούλεψε και ξαναδούλεψε το έργο πιο δραστικά, με το καινούργιο λιμπρέτο του Χιου Γουίλερ, το 1973. Κατά μία έννοια, κάθε παρουσίαση της νέας διασκευής ήταν μια πρεμιέρα. Οπως πρεμιέρα ήταν για τη Γαλλία η παρουσίαση, πρόσφατα, της τελευταίας και δραστικότερης διασκευής, στο Θέατρο του Σατλέ.

Ο Καναδός σκηνοθέτης της όπερας, Ρόμπερτ Κάρσεν, μεταμόρφωσε τόσο πολύ τον κόσμο του έργου, ώστε το κοινό δεν χρειαζόταν να εικάσει τις αναλογίες, που πιθανόν σήμερα να είναι εν πολλοίς ξεχασμένες. Τις αποκαλύπτει η σκηνοθεσία που καθιστά σαφές, με τα διαλογικά μέρη, κυρίως ότι στόχος της σάτιρας είναι οι ΗΠΑ, από τη δεκαετία του 1950 έως σήμερα.

Η παράσταση, όπως γράφει ο Αλαν Ράιντινγκ στην «Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν», θα ταξιδέψει φέτος στη Σκάλα του Μιλάνου και το 2008 στην Αγγλική Εθνική Οπερα του Λονδίνου.

Η σάτιρα του Βολταίρου είχε στόχο την οπτιμιστική κοσμοαντίληψη του Γερμανού φιλοσόφου Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς που έλεγε ότι επειδή ο Θεός είναι τέλειος, άσχετα από τα δεινά και τις αναποδιές μας, ζούμε στον «καλύτερο, δυνατό κόσμο». Ο Καντίντ δέχεται τις δυστυχίες του σαν τέτοια μοίρα και μόνο στο τέλος της ιστορίας βρίσκει σαν αποδοχή μια προσγειωμένη απάντηση: «να καλλιεργούμε το χωραφάκι μας». Ο Κάρσεν μετέτρεψε τη σκηνή του θεάτρου σε μια μεγάλη τηλεοπτική συσκευή η οποία στη διάρκεια της εισαγωγής της οπερέτας προβάλλει εικόνες από τη ζωή των μεσοαστικών, λευκών οικογενειών των ΗΠΑ, στην ευτυχή τους συνύπαρξη με τα νέα αυτοκίνητα, ψυγεία, αποχυμωτές και τα άλλα εμβλήματα της ευδαιμονίας της εποχής εκείνης, αλλά και της σημερινής. Τόσο στη σάτιρα των Βολταίρου όσο και στη μουσική διασκευή της από τον Μπερνστάιν, κεντρική σκηνή είναι η εκτέλεση στην πυρά του Καντίντ, προκειμένου να σωθεί η Πορτογαλία από ένα νέο σεισμό σαν εκείνο που ισοπέδωσε τη Λισσαβώνα το 1755. Ο σκηνοθέτης, κρατώντας το ειρωνικό τραγούδι «τι ωραία μέρα για εκτέλεση», αναβιώνει το αρχικό όραμα των Χέλμαν – Μπερνστάιν στην αίθουσα των ακροάσεων της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών, με πυρσοφόρα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν, ως χορό. Κατά κάποιο τρόπο πρόκειται για ένα «εξαμερικανισμένο» Καντίντ και μολονότι τα λόγια των τραγουδιών μένουν αναλλοίωτα, ο σκηνοθέτης πήρε την άδεια από τους κληρονόμους του Χιου Γουίλερ να αλλάξει το λιμπρέτο.

Κοντά στο Μπροντγουέι

Η μουσική του Μπερνστάιν όμως είναι αυτή που απογειώνει την παράσταση. Βαλσάκια, γκαβότες, πόλκες και ρούμπες εναλλάσσονται με λυρικές άριες, δημιουργώντας ένα μουσικό σώμα το οποίο λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ όπερας και μιας μουσικής κωμωδίας που δεν βρίσκεται μακριά και από το τυπικό μιούζικαλ του Μπροντγουέι. Το οποίο άλλωστε είναι και ο τελικός στόχος του σκηνοθέτη.