ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντηχησεις

Σε όλες τις εποχές τα παιδιά διασκεδάζουν με τη σκέψη ότι ο χρόνος αλλάζει αιφνίδια στις 31 Δεκεμβρίου κι ότι εκείνη τη μαγική στιγμή κάθετι φετινό θα γίνει περσινό. O χρόνος θα υλοποιηθεί, θα χάσει την ομιχλώδη (κι ίσως λίγο πληκτική στα παιδικά μάτια) υπόστασή του, θα κινηθεί με μεγάλη ταχύτητα για να παραγράψει το παρελθόν και να ορίσει το μέλλον. H παραγραφή αποκτά σχεδόν χριστιανική σημασία. Είναι παραγραφή του κακού, της «αμαρτίας». Μια νέα αρχή.

Στην ατμόσφαιρα αιωρείται η αίσθηση χαμένης αθωότητας: θα ζήσουμε για λίγο χωρίς εγκλήματα, απάτες, σκευωρίες; Ακόμη και οι υπεύθυνοι πολεμικών επιχειρήσεων είθισται να τρώνε με την οικογένειά τους. H ζωή ακίνητη – ένα λαμπερό ρεβεγιόν.

«Θα σας δούμε του χρόνου!» λένε τα παιδιά, λίγο πριν την αλλαγή της χρονιάς – και το απολαμβάνουν. O ενθουσιασμός τους θυμίζει αχνά πώς είναι να σκαρφαλώνεις τον χρόνο λες και είναι φράχτης και να περνάς στην άλλη πλευρά ανάλαφρος, καινούργιος.

Απάτητο χιόνι. Ετσι ζήσαμε: περιμένοντας το θαύμα του χρόνου αμέσως μετά το θαύμα των Χριστουγέννων. Την ενσάρκωση του γέρου που φεύγει, κάπως άσπλαχνα είναι η αλήθεια, («φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά») παραχωρώντας τη θέση του στον «νέο, με τα δώρα».

Η λαϊκή φιλοσοφία εικονογραφεί ιδανικά το γιορτινό τραπέζι, όπου γέροι και παιδιά συναντιούνται αυτές τις μέρες, καθώς η καταπτοημένη, διάσπαρτη οικογένεια αγωνίζεται να συνυπάρξει, να συμφιλιώσει το παρελθόν με το μέλλον της.

Κάτω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα παιδιά των φίλων μας σέρνουν πολυθρόνες, τις ενώνουν μεταξύ τους ώστε να σχηματίσουν αυτοσχέδιο κρεβάτι και κάνουν πρόβες για το ξενύχτι του ρεβεγιόν.

Πώς θα κοιμηθούν με τις φωνές των μεγάλων να τους νανουρίζουν, πώς θα φτιάξουν σκηνές με τις κουβέρτες τους, πώς θα ονειρευτούν για πρώτη φορά ένα ταξίδι ελευθερίας, μακριά από τους γονείς, στη βάρκα που έφτιαξαν ενώνοντας δύο καρέκλες. Οι καρέκλες στο σπίτι των φίλων μας είναι παλιές, σουηδικές, σαν εκείνες που συναντούσες στα περισσότερα αθηναϊκά σπίτια στη δεκαετία του ’60.

Αναπόφευκτα θυμόμαστε τις δικές μας απόπειρες να μαγέψουμε έπιπλα και να τα μεταμορφώσουμε σε οχήματα, να σαλπάρουμε χωρίς αληθινή θάλασσα, σχηματίζοντας περιπετειώδη κυματοδαρμένα τοπία στον νου μας. O χρόνος έχει αυτή την ειδική ποιότητα στις γιορτές: σε αναγκάζει να θυμηθείς και να πονέσεις γλυκά με τις αναμνήσεις.

Οι εφημερίδες αποσκοπούν στο ίδιο αποτέλεσμα με αναδρομές στον χρόνο που πέρασε. O καθένας τις διαβάζει με άκρως προσωπικό τρόπο. Που ήμουν, τι πρωτοσκέφτηκα όταν άκουσα για τα καρτέλ των γαλακτοβιομηχανιών. Για τις υποκλοπές. Για τον φόνο των κυνηγών. Πώς η ζωή μας διασταυρώνεται με τις ειδήσεις, πώς οι ειδήσεις αφυπνίζουν την ανάγκη μας για τάξη, δικαιοσύνη, εσωτερική αλληλουχία των συμβάντων – της ίδιας της ζωής.

Λένε ότι λίγοι άνθρωποι διαβάζουν εφημερίδες στις γιορτές. Ακούγεται λογικό: ο χρόνος πρέπει να σταματήσει. Μόνο ο επιθεωρητής Μαιγκρέ εξιχνιάζει μια υπόθεση τις ημέρες των γιορτών, στη νουβέλα «Un Noel de Maigret». Αλλά δεν πρόκειται για φόνο. Είναι η απάτη μιας ξιπασμένης μικροαστής και του πρώην εργοδότη της. Κατά σύμπτωση είναι η μόνη υπόθεση που φέρνει τον Μαιγκρέ στους κόλπους της δικής του κοινωνικής τάξης, όπως ο ίδιος παραδέχεται.

Η δολοπλόκος μένει στο απέναντι διαμέρισμα. O επιθεωρητής δεν χρειάζεται να μπει στο μυαλό των πλουσίων ή των στυγερών δολοφόνων. Πράγματι, τα Χριστούγεννα, παρατηρείς συστηματικά τους ομοίους σου. Εξιχνιάζεις τα μικρά και τα μεγάλα «εγκλήματα» της δικής σου οικογένειας. Οι εσωτερικές ειδήσεις σε απορροφούν, έστω για λίγες μέρες ή ώρες.

Εκφωνείς νοερά το δικό σου δελτίο ειδήσεων – ποιος πέθανε, ποιος απομακρύνθηκε, ποιος νοιάζεται ακόμα. Παιδί και γέρος ταυτόχρονα, όπως ο χρόνος που φεύγει, ο χρόνος που έρχεται, άμυαλος και σοφός, στρογγυλοκάθεσαι στον εαυτό σου. Δεν χρειάζεσαι άλλες ειδήσεις.