ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Θείες, θειάδες, θείτσες. Είναι τρελές, κακές και επικίνδυνες; Ή άνετες, φλύαρες και ολοπρόθυμες να σε παρηγορήσουν; Είναι επιπόλαιες, ανεύθυνες και φορτικές; Ή αξιόπιστες, θετικές και έγκυρες; Οι ανιψιοί και οι ανιψιές τους τις λατρεύουν, περιμένοντας ανυπόμονα να τις αγκαλιάσουν ή τρέμουν τις κουραστικές επισκέψεις τους κρυμμένοι κάτω από το κρεβάτι; Το βιβλίο του Rupert Christiansen «The complete book of aunts» (Faber, σελ. 264) αποτελεί σύμφωνα με την κριτικογράφο του TLS Sheena Joughin μια συναρπαστική μελέτη για «την πιο παρεξηγημένη μορφή απ’ όλους τους συγγενείς: τη θεία». Αρχίζει μ’ ένα πορτρέτο της θείας του Janet και καταλήγει με μια εικόνα δική του, την οποία φωτογράφησε η θεία του όταν ο ίδιος ήταν εννέα ετών. Ο συγγραφέας υπερασπίζεται μαχητικά τη συγγενική αυτή μορφή, χωρίς ωστόσο να αποφεύγει και τη σαρκοβόρα ποικιλία των θειάδων που τόσο συχνά αποκαλύπτει η αγγλική λογοτεχνία. Την αποθέωσή της συναντάμε στο πρόσωπο της Λαίδης Bracknell στο έργο «The importance of being Ernest» του Οσκαρ Ουάιλντ, αν και η γκροτέσκα μορφή της θείας του Roald Dahl δεν υστερεί. Η θεία της Τζέιν Εϊρ αποτελεί επίσης φοβερό πρόσωπο, όπως και του Χάρι Πότερ, όχι όμως του Δαβίδ Κόπερφιλντ.

Ο Rupert Christiansen δεν περιορίζεται ωστόσο μόνο στις θείες που φιλοτέχνησε η δημιουργική φαντασία της πεζογραφίας, αλλά ασχολείται και με τις πραγματικές θείες. Κατ’ αρχάς με λογοτεχνικές θείες όπως με την Τζέην Οστιν και τη «φτωχή, αγαπημένη, χαζούλα, γριά θεία Βιρτζίνια (Γουλφ)», των οποίων πρώτοι βιογράφοι υπήρξαν οι ανιψιοί τους. Συνεχίζει με μια σειρά από «βικτωριανές, φιλάνθρωπους γεροντοκόρες θείες» μεταξύ των οποίων η «εκπληκτική, παράλογη και μεγαλοπρεπής» Emma Baylis της οποίας η αξιοθαύμαστη εγκράτεια επέτρεψε στην αφοσιωμένη της ανιψιά Lilian να δημιουργήσει το περίφημο θέατρο Old Vic. Ανάμεσα στις ιστορίες του, ο συγγραφέας παρεμβάλλει ποιήματα που σχετίζονται με τις θείες, προσωπικές αναφορές, αλλά και έναν ετυμολογικό κατάλογο όπου όπως αναφέρει η Sheena Joughin περιλαμβάνεται στη «μάλλον ανησυχητική» πληροφορία ότι για την «αδελφή της μητέρας» οι Ιάπωνες χρησιμοποιούν την ίδια λέξη που χρησιμοποιούν και για την «ερωμένη του πατέρα». Το βιβλίο καταλήγει μ’ έναν κατάλογο Χρυσών Κανόνων προς τις Θείες και έναν ακόμα προς τις Ανιψιές και τους Ανιψιούς – το τελευταίο άρθρο του οποίου αναφέρει: «Μη διακόπτετε την επαφή, επικοινωνείτε μαζί τους».

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, αναδύθηκε στη Βρετανία ένα πλήθος μαχητικών οργανώσεων όπως λόγου χάρη η Εθνική Ενωση Επαγρύπνησης με στόχο τον έλεγχο δημοσίευσης άσεμνου υλικού και την άσκηση πιέσεων για την απαγόρευσή του. Στη μελέτη της «British modernism and censorship» (Cambridge University Press, σελ. 270), η Celia Marshnik εξετάζει την επίδραση που είχε η αυτόκλητη αυτή ηθική αστυνομία πάνω στο έργο σημαντικών συγγραφέων της περιόδου. Ξεχωριστά κεφάλαια αφιερώνονται στους Ντάντε Γκάμπριελ Ροζέτι, Τζορτζ Μπέρναρντ Σω, Βιρτζίνια Γουλφ, Τζέιμς Τζόις και Jean Rhys και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο επηρεάστηκε η αποτύπωση στο έργο τους του θέματος της πορνείας. Σε συγγραφείς όπως η Βιρτζίνια Γουλφ και η Jean Rhys δεν ασκήθηκε άμεση λογοκρισία. Διότι λόγω του φύλου και της κοινωνικής τους θέσης, οι συγγραφείς αυτές φρόντισαν να αυτολογοκριθούν αναζητώντας έμμεσους τρόπους προκειμένου να σατιρίσουν τους ηθικολόγους και την υποκρισία τους. Σε συγγραφείς όπως ο Τζέιμς Τζόις, η συγκεκριμένη αυτή μορφή λογοκρισίας λειτούργησε ιδιαιτέρως δημιουργικά. Διότι ύστερα από την αποτελεσματική δικαστική αγωγή η οποία ανέστειλε τη δημοσίευση του «Οδυσσέα» στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο συγγραφέας πρόσθεσε ακόμα μεγαλύτερες ποσότητες σεξουαλικού υλικού στο έργο του. Αμφισβητώντας ότι όλοι οι εξεταζόμενοι συγγραφείς μπορούν να τιτλοφορηθούν μοντερνιστές, ο κριτικογράφος του TLS Matthew Creasy παρατηρεί, ωστόσο, ότι το βιβλίο της Celia Marshik περιέχει πλούσιο, υπό τη μορφή αναθεωρημένων δοκιμίων, υλικό το οποίο αποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς αυτολογοκρίθηκαν.