ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η απαξίωση της δημοκρατίας των ελίτ

Κρίστοφερ Λας

Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της Δημοκρατίας

μετ. Βασίλης Τομανάς

εκδ. Νησίδες

Είμαι εκείνος που διασχίζει τις Πολιτείες

με διεστραμμένη γλώσσα

Ρωτώντας όποιον συναντώ

Ποιος είσαι εσύ που ζήτησες

να σου πουν μόνον ότι γνώριζες ήδη;

Ποιος είσαι εσύ που θέλησες

μοναχά ένα βιβλίο να σε συντροφεύει στην ανοησία σου;

Γουόλτ Γουίτμαν

Ο Κρίστοφερ Λας (Ομάχα 1932 – Πίτσφορντ 1994) ενσαρκώνει το μέτρο και τη φωνή της δημοκρατικής συνείδησης σε έναν κόσμο αιχμάλωτο του ναρκισσισμού. Ο απόφοιτος του Χάρβαρντ και του Κολούμπια, παρά τις περγαμηνές που κατείχε, απέφυγε με επιμονή τις σειρήνες του συμβιβασμού, παραμένοντας ένας ανεξάρτητος και ειλικρινής δημοκράτης· έως την ύστατη στιγμή που η επάρατη νόσος του στερούσε αρκετά ακόμη χρόνια δημιουργικής εργασίας.

Βρισκόμαστε στο 1977, ο Λας -καθηγητής, εκείνη την εποχή, στο πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ- εκδίδει το «Καταφύγιο σε έναν άκαρδο κόσμο: Η οικογένεια υπό πολιορκία». Το έργο σηματοδοτεί τη διαμόρφωση ενός νέου στοχασμού: «η πίστη μου στην εξηγητική δύναμη των παλιών ιδεολογιών άρχισε να κλονίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν η μελέτη της οικογένειας με οδήγησε να αμφισβητήσω το πρόγραμμα της Αριστεράς».

Εντός μιας εποχής, όπου η οικογένεια εμφανίζεται ως συνώνυμο της καταπίεσης και της πατρικής τυραννίας, ο Λας αποφασίζει να την υπερασπιστεί. Η οικογένεια συνιστά τη μήτρα διαμόρφωσης του δημοκρατικού πολίτη. Εντός της αναπτύσσονται η ανεξαρτησία της κρίσης, η πρωτοβουλία, αλλά και η αυτοπειθαρχία.

Ο σύγχρονος νάρκισσος

Δύο χρόνια αργότερα, το 1979, ο Λας αποφασίζει να σηκώσει τον καθρέφτη της κριτικής και να αφήσει το νεωτερικό υποκείμενο να κάνει αυτό που πραγματικά λατρεύει, να αντικρίσει φιλάρεσκα το είδωλό του· μόνον που τούτη τη φορά ο καθρέφτης θα «πει» την αλήθεια. Στο έργο του «Η κουλτούρα του Ναρκισσισμού», ο σύγχρονος νάρκισσος προσιδιάζει στον τελευταίο άνθρωπο του Νίτσε: ψυχικά εξασθενημένος και παθητικός απέναντι στη ζωή και την ίδια στιγμή έντρομος εμπρός στην ιδέα του θανάτου.

Το πορτρέτο θα ολοκληρωθεί το 1984, με το έργο ο «Ελάχιστος Εαυτός». Παρότι η όρεξή του σύγχρονου ανθρώπου εμφανίζεται ακόρεστη, η θέλησή του είναι εξαντλημένη. Αδύναμος εμπρός από ένα παρόν γεμάτο ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ο κυνικός νάρκισσος αδυνατεί να δεσμευτεί, να τηρήσει υποσχέσεις, να συγκροτήσει μακροπρόθεσμες σχέσεις.

Ποια είναι, όμως, η γενεσιουργός αιτία; Αποδεχόμενος τα όρια της ανθρώπινης συνθήκης, ο Λας αντιπαρατάσσει την ελπίδα στην επιθετική αισιοδοξία, καταδικάζοντας την ανούσια ελευθερία των άμεσων επιθυμιών, αλλά και την ανεξέλεγκτη λογική της αγοράς που την αναπαράγει. Καίτοι με το έργο του «Ο Αληθινός και Μοναδικός Παράδεισος» (1991) επιτίθεται στο κακέκτυπο του Προμηθεϊκού άνθρωπου του Διαφωτισμού, προσδιορίζοντάς τον ως μονοδιάστατο, η κριτική του είναι εν τέλει χειραφετική. Η πλήρης ασυδοσία -συμπυκνούμενη στη γνωστή επωδό: «τα πάντα επιτρέπονται»- συνιστά κι αυτή μία τυραννία· την τυραννία της ανευθυνότητας και της πλήρους έλλειψης ενοχών.

Υπενθυμίζοντάς μας την αναγκαία πολιτική διάσταση της ελευθερίας -την ελευθερία που συνυπολογίζει την ευθύνη των επιλογών και των πράξεων- ο Λας αποκαλύπτει την πνευματική του συγγένεια με τον Ρουσσώ, τον Τοκβίλ και τον Οκσοτ. Γι’ αυτό και στα τελευταία κυρίως έργα του, επιδιώκει να προσφέρει και τις απαιτούμενες πολιτικές εναλλακτικές. Πηγή έμπνευσης των -αναμφισβήτητα μη συστηματικών ή ολοκληρωμένων- προτάσεών του θα αποτελέσει η αμερικανική παράδοση του ποπουλισμού (τέλη 18ου – αρχές 19ου αιώνα): περιορισμός των κοινωνικών ανισοτήτων, προστασία της μικρο-ιδιοκτησίας γης, τόνωση της πολιτικής συμμετοχής και ενίσχυση της πολιτικής αρετής.

Το σύνολο της εργογραφίας του Λας, στο οποίο θα πρέπει κανείς να συμπεριλάβει τα σημαντικά δοκίμιά του για τον φεμινισμό, το διαζύγιο, τα προάστια, την εκπαίδευση και τις ελίτ, δίνει μορφή στο ιδιόρρυθμ και οξύ βλέμμα ενός στοχαστή που συνδυάζει το εκτόπισμα ενός ιστορικού και την «ευλυγισία» ενός «ανατόμου». Στη μέθοδό του η ιστορία επανασυνδέεται με το -υποτιθέμενα αυτοφυές- παρόν, και η μεγάλη αφήγηση, εγκαταλείποντας την αλαζονική της θέση, κατεβαίνει στα χαμηλά, στην καθημερινότητα και στη ζωή της μεσαίας τάξης. Εν κατακλείδι, ο Λας αποδεικνύεται σε έναν περίτεχνο χειριστή της κλίμακας: από τα ψηλά στα χαμηλά και από το γενικό πλάνο στη λεπτομέρεια, κατορθώνοντας να εξεικονίσει γλαφυρά τα όρια, τις ελπίδες και τις προσδοκίες της σύγχρονης ανθρώπινης συνθήκης.

Ψευδοδιλήμματα life style

Η «εξέγερση των Ελίτ» εξετάζει και αξιολογεί τις επιπτώσεις της ολοένα αυξανόμενης απόστασης μεταξύ των ιθυνουσών τάξεων και των υπόλοιπων πολιτών των ΗΠΑ. Το έργο συνιστά, κατ’ ουσίαν, το αντεστραμμένο είδωλο του «Η Εξέγερση των Μαζών» (συγγραφέας: Ορτέγκα υ Γκασέ, 1930). Αν ο συντηρητικός Ισπανός στοχαστής του Μεσοπολέμου κατέγραφε τους κινδύνους της αναδυόμενης υπερ-δημοκρατίας, ο Λας διαπιστώνει, με λύπη, την ουσιαστική απαξίωση της. Στη θέση των απαίδευτων μαζών που επιχειρούν την πολύβουη είσοδό τους στη δημόσια σφαίρα, ο Αμερικανός τοποθετεί μία απαθή ελίτ, η οποία προσβλέπει μονάχα στην αδιάλειπτη και απρόσκοπτη κοινωνική αναρρίχηση και στην αδιάλειπτη οικονομική ενδυνάμωση. Το κακομαθημένο παιδί της ανθρώπινης ιστορίας δεν είναι πια ο «μαζάνθρωπος» του Ορτέγκα, αλλά -μεταξύ πολλών άλλων- ο επαγγελματίας Ακαδημαϊκός και το πολυταξιδεμένο στέλεχος της πολυεθνικής. Αμφότεροι αισθάνονται μίλια μακριά από τον πραγματικό γείτονα και συμπολίτη τους, αρνούμενοι να μετέχουν στις αγωνίες ή στις απαντοχές του.

Ο Λας, φανερά απαισιόδοξος σε αυτό έργο, παρατηρεί και καταγράφει τις παθολογίες μιας κοινωνίας, όπου η εκπαίδευση έχει μεταβληθεί σε υπόσχεση αξιοκρατικής κοινωνικής ανόδου, η οικογένεια έχει υποκατασταθεί από τους κρατικούς μηχανισμούς και την -αλλόγλωσση- οικιακή βοηθό, και όπου η αξία της ανοχής έχει μετατραπεί σε αδιαφορία. Πρόκειται για έναν κόσμο όπου κανείς δεν επιθυμεί να εκφράσει την άποψή του για τα πραγματικά και ουσιαστικά ερωτήματα: «Τα ζητήματα που μας χωρίζουν δήθεν απελπιστικώς αποκαλύπτεται πως είναι ζητήματα «τρόπου ζωής (life style)» όπως τα λέμε σήμερα. Πώς πρέπει να ντύνομαι; Τι πρέπει να τρώω; Ποια πρέπει να παντρευτώ; Ποιους πρέπει να έχω για φίλους; Στο πλαίσιο αυτό, το ερώτημα που έχει πράγματι σημασία – Πώς πρέπει να ζω; – γίνεται κι αυτό ζήτημα γούστου, ιδιοσυγκρασιακής προσωπικής προτίμησης, στην καλύτερη περίπτωση θρησκευτικής ή εθνικής ταυτότητας».

*Ο Βασίλης Μουρδουκούτας είναι πολιτικός επιστήμων.