ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Μετά την «Τροία» και τον «Αλέξανδρο» τον Μέγα, το Χόλιγουντ έστρεψε την προσοχή του στους τριακόσιους του Λεωνίδα και τις Θερμοπύλες ή μάλλον τις «πύλες της φωτιάς». Σε κόμικ στηρίχτηκε το σενάριο της νέας ταινίας, που απλούστευσε ακόμα περισσότερο το ήδη απλοϊκό. Κατά συνέπεια, το ερώτημα αν έλαβαν υπόψη τους οι παραμυθοποιοί τον Ηρόδοτο έχει την ίδια απάντηση, την αρνητική, που είχε το ερώτημα αν οι σεναριογράφοι της «Τροίας» συνυπολόγισαν την «Ιλιάδα» ή αν οι κατασκευαστές του «Αλέξανδρου» μελέτησαν πρώτα τον Αρριανό, για να δουν ποια γνωρίσματα των ηρώων τους θα αναδείξουν. Οση όρεξη έχει ο Τζορτζ Μπους να λάβει μαθήματα από τον Θουκυδίδη, όπως τον συμβουλεύουν ουκ ολίγοι διανοούμενοι και δημοσιογράφοι της χώρας του με την ψευδαίσθηση ότι θα ανακαλύψει τη φρονιμάδα, άλλη τόση έχουν και οι κατασκευαστές ταινιών του Χόλιγουντ να μαθητεύσουν στην Ιστορία πριν γίνουν διδάσκαλοι. Η πρόθεσή τους δεν είναι να διαβάσουν Ιστορία αλλά να φτιάξουν Ιστορία, και να τη φτιάξουν και διά της παρερμηνείας και της νοθεύσεως, και όπως αλλιώς θα τους καθοδηγήσει η απαιδευσία και η αλαζονεία τους. Δεν έχουν άλλωστε να απολογηθούν στην Κλειώ, τη μούσα της ιστοριογραφίας, αλλά στον Κερδώο Ερμή· το make history, όπως έχει κινηματογραφικώς αποδειχθεί, είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για να μη μείνει σκέτος λόγος το make money.

Περιττεύει πάντως η ιερή αγανάκτηση, περιττεύουν οι οιμωγές και τα αναθέματα κατά των «ασεβών» που πρώτα με το κόμικ τους και τώρα με την ταινία καταντούν χυλό την Ιστορία και τον «νοστιμεύουν» με τόνους κέτσαπ, που αναπαριστάνει το αίμα πάνω στο σελιλόιντ. Αλήθεια, πόσο εύκολο είναι να εγκαλέσουμε τώρα εμείς, σαν «κληρονόμοι», όσους παίζουν με τις Θερμοπύλες, όταν προλάβαμε να κατασκευάσουμε κωπηλατοδρόμιο στο πεδίο της μάχης του Μαραθώνα, το οποίο μετά τους Ολυμπιακούς παραδόθηκε στα φύκια; Πώς να εμφανιστούμε σαν τιμητές όταν και των Μαραθωνομάχων τον τύμβο και των Σαλαμινομάχων τους εγκαταλείψαμε επί χρόνια στα αγριόχορτα και στα σκουπίδια; Ισως οι μόνοι που δικαιούνται να αισθάνονται ενοχλημένοι είναι οι Ιρανοί, που διαπίστωσαν ότι η «δυτική ανωτερότητα» εμφανίζει τους Πέρσες σαν πλάσματα άθλια, προπολιτισμικά, σχεδόν μη ανθρώπινα. Οι αρχαίοι Ελληνες, οι Αθηναίοι ιδιαίτερα, διαφοροποιούσαν τον δικό τους κόσμο από τον κόσμο της Ανατολής με όρους πολιτικούς: στην Ανατολή υπήρχαν τύραννοι, απόλυτοι άρχοντες. Στα νεότερα χρόνια ωστόσο οι «αναπαραστάσεις» της Ανατολής στον νου των Δυτικών την εμφανίζουν πολιτισμικά κατώτερη, σαν τον τόπο του σκοτεινού, του έκφυλου, του σατανικού, του Κακού. Γνωστό είναι άλλωστε ότι ο «πόλεμος των πολιτισμών» διεξάγεται πρώτα (ή και αποκλειστικά) στο πεδίο των αναπαραστάσεων.

Για να επανέλθουμε στη θορυβοποιό ταινία, δεν περιττεύει μόνο η «ιερά οργή» αλλά και ο ενθουσιασμός. Αυτοτροφοδοτούμενος ο ενθουσιασμός ετούτος, και χρησιμοποιώντας σαν αναβολικά τα εισιτήρια των κινηματογραφικών αιθουσών, καταλήγει σε επιπόλαιες δηλώσεις του είδους «η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι στο κέντρο του κόσμου» ή «το ηρωικό ήθος των τριακοσίων παραδειγματίζει την οικουμένη όλη, η οποία επιστρέφει όλο σέβας στην αρχαία πηγή». Επιπόλαιο είναι βέβαια και το να περιμένουμε ότι, λόγω της ταινίας, θα αυξηθεί ο τουρισμός προς την Ελλάδα, και ιδιαίτερα προς τη Σπάρτη και τις Θερμοπύλες. Αυτά έπαψε να τα πιστεύει ώς και ο κ. Δ. Αβραμόπουλος που, ως υπουργός Τουρισμού, είχε περάσει ολόκληρη οδύσσεια στο Χόλιγουντ αναζητώντας «φιλέλληνες» σκηνοθέτες, πρόθυμους να γίνουν προπαγανδιστές των «μύθων» της Ελλάδας.

Με τον χονδροειδή της τρόπο (με τον Εφιάλτη να φέρνει στο Γκόλουμ του «Αρχοντα των δαχτυλιδιών», με τους «λεπρούς» εφόρους της Σπάρτης, με τους Πέρσες σαν πλάσματα τερατώδη, βγαλμένα θαρρείς από τη φαντασία του Τόλκιν, με τους πολεμιστές βλακώδεις μηχανές θανάτου, κάπως σαν Νίντζα από σίδερο), η ταινία δείχνει πόσο εύκολη υπόθεση είναι η εργαλειοποίηση της Ιστορίας, το άλεσμά της. Ετσι κι αλλιώς, σαν υπήκοοι στην Εικονόσφαιρά μας, έχουμε μάθει να σκανάρουμε παρά να διαβάζουμε, να αρπαζόμαστε από τα δοτά και εύπεπτα κλισέ παρά να μπαίνουμε στον κόπο της αναζήτησης, να απομνημονεύουμε εικόνες παρά λόγους. Ο Λεωνίδας που τρώει το φρέσκο μήλο του με πτώματα αμέτρητα γύρω του είναι μια εικόνα (τόσο ταιριαστή σε έναν πολιτισμό που αισθητικοποιεί τη βία, την εξαθλίωση, την πείνα και τον θάνατο) η οποία απειλεί να γίνει εφεξής το μοναδικό σύμβολο των Θερμοπυλών. Εντάξει, το «μολών λαβέ» θα αντέξει, έστω και με ολονένα περισσότερο σκοτεινιασμένο εκείνο το «μολών», μάλλον όμως δεν θα συμβεί το ίδιο με ένα άλλο σήμα κατατεθέν των Στενών: Ο Ξέρξης, κατάπληκτος, να μαθαίνει από τον Δημάρατο για τη συνήθεια των Σπαρτιατών να περιποιούνται τα μαλλιά τους όταν πρόκειται να μπουν σε κίνδυνο θανάτου· «επεάν μέλλωσι κινδυνεύειν τη ψυχή, τότε τας κεφαλάς κοσμέονται» γράφει ο Ηρόδοτος. Αλλά την ίδια έκπληξη θα ένιωθε κι αν μάθαινε ότι, από τον καιρό του Λυκούργου, για τους Σπαρτιάτες ήταν προτιμότερος ο δοξασμένος θάνατος από τη επονείδιστη ζωή («αιρετότερον είναι τον καλόν θάνατον αντί του αισχρού βίου» όπως γράφει ο φιλολάκων Ξενοφών στη «Λακεδαιμονίων Πολιτεία»).

Λοιπόν, ο Ηρόδοτος είναι ο ένοχος κατά κάποιον τρόπο. Ο Ηρόδοτος και η δήλωσή του πως είναι «αναγκασμένος να κάνει υποθέσεις («δόκησιν δε δει λέγειν») για τον αριθμό των πολεμιστών που προστέθηκαν στο αρχικό στράτευμα του Ξέρξη μόλις πέρασε στην Ευρώπη. Κάνει βέβαια τους αυστηρούς υπολογισμούς του ο πατέρας της ιστοριογραφίας και δίνει, ως σύνολο στρατιωτών, έναν απίστευτο αριθμό («μυριάδες διηκόσιοι και εξήκοντα και τέσσερες, έπεισι δε ταύτησι εκατοντάδες εκκαίδεκα και δεκάς»: δύο εκατομμύρια εξακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εξακόσιοι δέκα πολεμιστές), η ομολογία του όπως ότι υποθέτει δίνει το δικαίωμα και σε άλλους (εν οις και οι κινηματογραφιστές μας) να προβούν στις δικές τους εικασίες, στα δικά τους σενάρια.

Ενα μέτριο βιβλίο είναι πλουσιότερο και ερεθιστικότερο και από την πιο εντυπωσιακή ταινία, ακόμα και αν αυτή αναπαράγει ένα γερό μυθιστόρημα και όχι ένα αφελέστατα μανιχαϊστικό κόμικ όπως στην περίπτωση των «Τριακοσίων». Ο Ηρόδοτος, μέσα στους τεράστιους αριθμούς και μέσα στην ιστόρηση των απίστευτων ανδραγαθημάτων, νοιάζεται και για το πρόσωπο, και μάλιστα για το πρόσωπο που λιποψυχεί και αντιβαίνει στον κανόνα του ηρωικού θανάτου. Αυτή είναι η διαφορά της ιστορίας από το παραμύθι – ή τη φενάκη. Αν για τους κινηματογραφιστές σώζεται εν τέλει ένας από τους μηχανοποιημένους ή ρομποτικούς τριακόσιους, κατ’ εντολήν μάλιστα, «για να πει την ιστορία», κατά τον Ηρόδοτο σώθηκαν δύο, ο Αριστόδημος και ο Παντίτης, για τον ανθρωπινότερο των λόγων: επειδή δείλιασαν. Είχαν φύγει σε κάποια αποστολή, προλάβαιναν να γυρίσουν και να πολεμήσουν αλλά χρονοτρίβησαν για να σωθούν, για να πεθάνουν αργότερα, ο μεν Αριστόδημος στις Πλαταιές, μαχόμενος, ο δε Παντίτης αυτοαπαγχονισθείς στη Σπάρτη γιατί δεν άντεχε την περιφρόνηση. Η δική τους ταπεινή ανθρωπινότητα (από κοινού ίσως με την αφανή γενναιότητα των 700 Θεσπιέων) επικυρώνει και την υψηλή ανθρωπινότητα όσων φύλαξαν εν τέλει τις Θερμοπύλες και έπεσαν· αλλιώς θα ήταν καρικατούρες σε κόμικ ή κινηματογραφικώς αναλώσιμα ρομπότ.