ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Γουίνι «καθαγίασε» την Επίδαυρο

Σάμουελ Μπέκετ

Ευτυχισμένες μέρες

Σκην.: Ντέμπορα Γουόρνερ

Θέατρο: Επιδαύρου

Επειτα από μια κατακλυσμική καταστροφή. Ερημιά και ερείπια. Απόλυτη ξεραΐλα. Ούτε ένα δέντρο για λίγη σκιά. Το σκηνικό οικείο, έτσι όπως τα φέρνουν οι συγκυρίες. Ο τριβελιστικός μονόλογος «Ευτυχισμένες Μέρες», με δανεισμένο τον τίτλο από ένα ποίημα του Βερλέν (το «Colloque sentimental»), γύρω στην απελπισία και την επιμονή για επιβίωση μέσα στις πιο απέλπιδες συνθήκες, είναι γραμμένος από τον Σάμουελ Μπέκετ στις αρχές του 1960. Θεωρείται από τα σημαντικότερα κείμενα των τελευταίων πενήντα χρόνων. Οχι αναγκαστικά τα θεατρικά. Η ιστορία της μεσήλικης Γουίνι που στην πρώτη πράξη φλυαρεί κοινότοπα και ασταμάτητα, θαμμένη μέχρι τη μέση της μέσα στη γη, έχει προκαλέσει αμέτρητες λόγιες αναλύσεις – που δεν ξεπερνούν βέβαια σε όγκο αυτές για τον «Γκοντό» του ίδιου συγγραφέα. Μερικοί θεωρούν τον νομπελίστα Ιρλανδό σαν πρωτεργάτη του θεάτρου του παραλόγου (φυσικά και δεν είναι) ή ακόμα σαν μετα-υπαρξιστή (ούτε τέτοιος είναι). Το πιθανότερο είναι πως ο Σάμουελ Μπέκετ δεν έχει ανάγκη από ταμπέλες. Σίγουρα χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο περιστατικό.

Η Γερμανίδα ηθοποιός Εύα-Καταρίνα Σουλτς που έπαιξε τη Γουίνι στο Βερολίνο σκηνοθετημένη από τον ίδιο τον συγγραφέα αναφέρει πως: «…είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι δεν έπρεπε να του κάνω ερωτήσεις πάνω στο νόημα του έργου του και ότι το έργο ήταν απλά αυτό που ήταν». Κι όταν κάποτε της διάβασε το κείμενο, «…η ανάγνωσή του ήταν επίπεδη, η φωνή σταθερή, χωρίς σκαμπανεβάσματα, ωστόσο απέπνεε μια ιδιαίτερη ζωντάνια… (Ο Μπέκετ ήταν) η καλύτερη Γουίνι που θα μπορούσε να υπάρξει…».

Ο ρόλος της Γουίνι

Και όσο οι άνδρες ηθοποιοί -σίγουρα πρέπει να- απαξιούν να υποδυθούν στο έργο τον Γουίλι (έναν ηθοποιό με μία αράδα κείμενο όλο κι όλο, ο οποίος εμφανίζεται ελάχιστα στη σκηνή – και με την πλάτη) τόσο ο ρόλος της Γουίνι αποτελεί το όνειρο κάθε γυναίκας ερμηνεύτριας. Οπως όλοι οι άνδρες εκστασιάζονται με τον «Αμλετ», έτσι και και οι γυναίκες με τη Γουίνι. Ενας ρόλος «κορυφής». Ελεγε η θρυλική Πέγκυ Ασκροφτ. Ενας δύσκολος ρόλος γεμάτος παγίδες. Γιατί εδώ η διαβόητη μαύρη απαισιοδοξία του Μπέκετ είναι ψιλοκεντημένη με διαμαντάκια αστραφτερού χιούμορ που έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν στον θεατή μια πρωτόγνωρη ευεξία, παρουσιάζοντας καταστάσεις (ή καλύτερα τη μία και μοναδική ζοφερή κατάσταση ακινησίας), οι οποίες είναι πολύ χειρότερες από αυτές που ονομάζουμε συνήθως ως «αντίξοες». Οσοι πέρασαν μεγάλο σεισμό ή πυρκαγιά και λένε «Τουλάχιστον είμαι ακόμα ζωντανός. Δόξα τω Θεώ!» μπορούν ενδεχομένως να δώσουν το δικό τους νόημα στο έργο. Λέγεται μάλιστα ότι το έγραψε όταν η γυναίκα του, η Μωρήν Κούσακ, τον παρακίνησε να γράψει κάτι «πιο ευχάριστο» μετά τον «Κραππ».

Τώρα η Φιόνα Σο, η οποία άνοιξε δρόμους παίζοντας τη Γουίνι στην Επίδαυρο. Ηταν καλή γιατί την αισθανόσουν ακόμα και αν δεν ήξερες τη γλώσσα που μιλούσε.

Ριψοκίνδυνη απόφαση

Αισθανόσουν το χιούμορ της, το γυναικείο της νάζι, τον τρόπο με τον οποίο έδιωχνε από κοντά της την απελπισία. Ενας χαρακτήρας που ακτινοβολούσε ανθρωπιά ακόμα και όταν στη δεύτερη πράξη ήταν θαμμένη μέχρι τον λαιμό. Μία ηθοποιός την οποία ένιωθες να επικοινωνεί με τους θεατές ακόμα και στην αχανή Επίδαυρο. Επιβλήθηκε απόλυτα. Ομως, αληθινός νικητής της βραδιάς υπήρξε ο διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ο Γιώργος Λούκος, ο οποίος πήρε τη ριψοκίνδυνη απόφαση για ένα παρόμοιο – σύγχρονο και με έναν ηθοποιό- εγχείρημα στην ιερά Επίδαυρο. Προσοχή: δεν βάζω σε εισαγωγικά το ι ε ρ ά, γιατί πιστεύω πραγματικά στην ιερότητα του αρχαίου Θεάτρου, στον χώρο όπου οι αρχαίοι Ελληνες τιμούσαν έναν ιατρό-θεό, τον Ασκληπιό, και οι κατοπινότεροι Βυζαντινοί ομόθρησκοί μας (συγκεκριμένα ο Μέγας Θεοδόσιος το 426 μ.Χ.) το απαγόρευσαν.

Η παράσταση που σκηνοθέτησε για το Εθνικό Θέατρο Βρετανίας η Ντέμπορα Γουόρνερ με τη Φιόνα Σο -ε, ας το πω και έτσι- «καθαγίασε» την Επίδαυρο περισσότερο από πολλές άλλες ακατάληπτες, άκομψες και βαρετές παραστάσεις ελληνικού περιεχομένου. Οπως άλλωστε και ο άψογης λεπτομέρειας βομβαρδισμένος λόφος του σκηνογράφου Τομ Πάι, ή η υπο-ανατριχιαστική μουσική του Μελ Μέρσιερ. Να ομολογήσω ότι αρχικά ήμουν και εγώ εναντίον των «ξένων» κειμένων στην Επίδαυρο. Ομως, τώρα, μπράβο στον Γ. Λούκο για την τόλμη του. Εμένα με έπεισε.

Οχι τόσο ο ίδιος και η επιμονή του, αλλά το γεγονός που ένα έργο φτιαγμένο για τον κλειστό χώρο του Εθνικού Θεάτρου της Βρετανίας λειτούργησε τόσο πειστικά στον ανοιχτό χώρο της Επιδαύρου – λες και ο Μπέκετ ξαναγυρνούσε στο σπίτι του. Ημουν ανάμεσα στους τυχερούς που πρόλαβε την πρώτη -και τελευταία- παράσταση. Οι αέρηδες φυσούσαν ήδη την προπερασμένη προ-πυρωμένη Παρασκευή, δίνοντας στην παράσταση μια απειλή που την αισθανόσουν στην ατμόσφαιρα. Μπορεί και να ήταν απλώς η προσωπική μου εντύπωση. Η δεύτερη παράσταση ακυρώθηκε λόγω των πυρκαγιών. Αν ξανάρθει του χρόνου, δείτε τη.