ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συμβουλές από έναν συγγραφέα

Η εικόνα ενός τυπωμένου βιβλίου με το όνομά τους στη θέση του συγγραφέα είναι από τα πιο συνήθη όνειρα των ανθρώπων. Και σε πολλά συρτάρια είναι κρυμμένες χιλιάδες σελίδες που δεν τυπώθηκαν ακόμα – ή δεν θα τυπωθούν ποτέ. Ολο και περισσότεροι φλερτάρουν με τη συγγραφή, είτε την έντυπη είτε την ηλεκτρονική. Στην πορεία ανακαλύπτουν τις δυσκολίες του πεζού λόγου, τις ανάγκες της γλώσσας και των λέξεων και αναζητούν βοήθεια. Τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής είναι η πρώτη λύση, στην οποία καταφεύγουν ερασιτέχνες αλλά και πιο έμπειροι συγγραφείς.

Κι αν αυτά δεν αρκούν, υπάρχουν και τα «επώνυμα» σεμινάρια δημιουργικής γραφής: τα βιβλία με συμβουλές για τη γραφή και τη λογοτεχνία με τις υπογραφές γνωστών συγγραφέων, που τελευταία έχουν πολλαπλασιαστεί στα ράφια των ελληνικών βιβλιοπωλείων. Δεν είναι όλα ούτε ίδιας λογικής ούτε ίδιας ποιότητας. Κάποια από αυτά είναι δοκίμια για την τέχνη, κάποια άλλα είναι λογοτεχνικά κείμενα σε επιστολική μορφή με ιδεατό παραλήπτη έναν νέο συγγραφέα, κάποια είναι μια ξενάγηση στην «κουζίνα» του συγγραφέα και μια μορφή αυτοβιογραφίας. Ο Αντον Τσέχοφ, ο Ζαν Πολ Σαρτρ, η Πατρίτσια Χάισμιθ, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, ο Στίβεν Κινγκ «συμβουλεύουν» αυτό το διάστημα, από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων, τους επίδοξους συγγραφείς. Και δίπλα τους δύο νεότεροι Ελληνες: η Μανίνα Ζουμπουλάκη και ο Χρήστος Χρυσόπουλος. Τι προτείνουν; Πώς περιγράφουν τον κόσμο της γραφής; Ποιες είναι οι αναστολές και οι αρχές; Αποδίδουν, άραγε, αυτά τα «ιδιαίτερα» φροντιστήρια; Μπορεί κανείς να γίνει συγγραφέας διαβάζοντάς τα; Αγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι κάποια από αυτά είναι εξαιρετικά κείμενα στοχασμού για την τέχνη και οπωσδήποτε είναι μια καλή «περιουσία».

Αντον Τσέχοφ. «Δεν μπορώ να καταλάβω αν το κοινό με έχει ή δεν με έχει ανάγκη», αναρωτιέται με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας. Σταχυολόγηση από την αλληλογραφία του Αντον Τσέχοφ με τον εκδότη του, με τον νεότερο αδελφό του και νεότερους συγγραφείς της εποχής του (κυρίως με τον Μαξίμ Γκόρκι) έκανε ο Πιέρο Μπρουνέλλο στο βιβλίο «Η τέχνη του συγγραφέα» (εκδ. Πατάκης). Αυτό που κυρίως τον καίει είναι ποιον αφορά η τέχνη του. Αν ενδιαφέρουν τους ανθρώπους όσα βάζει στο χαρτί. «Είναι χρήσιμη η δουλειά που κάνω ή ασχολούμαι με ασήμαντα πράγματα;» έγραφε το 1888 στον εκδότη του. Θεράπων της μικρής φόρμας, δίνει σαφείς και σύντομες συμβουλές, που είναι και μικρά δείγματα συγγραφικής τέχνης: «Τα είδα όλα. Το έρωτημα τώρα δεν είναι αυτά που είδα, αλλά το πώς τα είδα».

Ζαν Πολ Σαρτρ. Με στοχασμούς και ερωτήματα γύρω από την τέχνη και τη στρατευμένη τέχνη ασχολείται ο Γάλλος φιλόσοφος. Και παράλληλα αποτυπώνει τους αισθητικούς προβληματισμούς της εποχής του στο βιβλίο του «Τι είναι η λογοτεχνία» (εκδ. Μεταίχμιο). Η γλώσσα παίζει καθοριστικό ρόλο στη σκέψη του και για το ρόλο του συγγραφέα πιστεύει ότι: «επέλεξε να αποκαλύψει τον κόσμο, και ιδιαίτερα τον άνθρωπο, στους άλλους ανθρώπους, έτσι ώστε εκείνοι, καθώς θα βρεθούν μπροστά στο απογυμνωμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο αντικείμενο, να αναλάβουν στο ακέραιο την ευθύνη του». Και βέβαια γι’ αυτό υπάρχει ο τρόπος: «Δεν γίνεται κανείς συγγραφέας επειδή επέλεξε να πει ορισμένα πράγματα, αλλά επειδή επέλεξε να τα πει με ορισμένο τρόπο. Το ύφος συνιστά ασφαλώς την αξία του πεζού λόγου».

Πατρίτσια Χάισμιθ. Η κυρία των μυθιστορημάτων μυστηρίου εξηγεί εξ αρχής ότι αδυνατεί να εξηγήσει «πώς γράφεται ένα πετυχημένο -δηλαδή διαβαστερό- βιβλίο». Παρ’ όλα αυτά δεν έχει κανένα πρόβλημα, με σαφήνεια και γοητευτικό ύφος, να δώσει σαφείς συμβουλές, σχεδόν τεχνικές, για τη γραφή ενός βιβλίου μυστηρίου, στον τόμο «Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας [και δράσης]» (εκδ. Πατάκης). Γιατί θεωρεί ότι «από τη στιγμή που κάποιος εκθέτει -καλώς ή κακώς- ανοιχτά τα συναισθήματά του, τις παραξενιές του, τη στάση του απέναντι στη ζωή, είναι ένας εν δυνάμει συγγραφέας», φράση με την οποία περιγράφει, πρώιμα, το σύμπαν των bloggers. Περιηγείται στη διαδικασία της γραφής, δεν διστάζει να δηλώσει ότι ποτέ δεν την ενέπνευσαν άλλοι συγγραφείς και υποστηρίζει τους… γοητευτικούς εγκληματίες.

Μάριο Βάργκας Λιόσα. «Ο μυθιστοριογράφος τρέφεται από τον εαυτό του», λέει ο δημοφιλής Περουβιανός συγγραφέας στο βιβλίο «Επιστολές σ’ ένα νέο συγγραφέα» (εκδ. Καστανιώτης). Και αποκαλύπτοντας τις τεχνικές του και τον τρόπο που προσεγγίζει τα θέματά του, δημιουργεί μια μορφή αυτοβιογραφίας, με συμπρωταγωνιστές τα διαβάσματά του, τους συγγραφείς που τον επηρέασαν και με ύφος καθαρά δοκιμιακό: «Αυτός είναι ο μεγάλος θρίαμβος της μυθιστορηματικής τεχνικής: να κατακτήσει την αφάνεια, να είναι τόσο αποτελεσματική στην οικοδόμηση της ιστορίας την οποία προίκισε με χρώμα, δραματικά στοιχεία, λεπτότητα, ομορφιά, υποβολή, που κανένας αναγνώστης να μην μπορεί να υποπτευθεί την ύπαρξή της, καθώς, απορροφημένος από τη μαγεία αυτής της τέχνης, δεν έχει την αίσθηση ότι διαβάζει αλλά ότι ζει μια μυθοπλασία…»

Στίβεν Κινγκ. Ο μετρ των ιστοριών τρόμου και φαντασίας είχε αρχίσει να γράφει το βιβλίο του «Περί συγγραφής» (εκδ. Bell) το 1999, όταν έπαθε ένα σοβαρό ατύχημα, που λίγο έλειψε να του στοιχίσει τη ζωή. Το γράψιμο έγινε η αφορμή να ξαναδεί τον εαυτό του, την πορεία του, την τέχνη του, τα «μυστικά» και τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος του βιβλίου. Και μια ευκαιρία να υποστηρίξει με πάθος το ρόλο της περιγραφής: «Η περιγραφή είναι αυτό που κάνει τον αναγνώστη να συμμετέχει με τις αισθήσεις του στην ιστορία. Το να περιγράφεις καλά είναι επίκτητη ικανότητα, κι αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους δεν μπορείτε να πετύχετε αν δεν διαβάζετε πολύ και δεν γράφετε πολύ. Δεν μπορείτε να μάθετε παρά μόνο δουλεύοντας», σημειώνει κοφτά και σχεδόν αυστηρά.

Από Ελληνες για Ελληνες

Χρήστος Χρυσόπουλος. Θα μπορούσε κάποιος βιαστικός να καταλογίσει έπαρση ή βιασύνη στον μόλις 39χρονο συγγραφέα, που στο «Γλωσσικό κουτί» του (εκδ. Καστανιώτης) επιχειρεί να αναδείξει «Οψεις της δουλειάς του συγγραφέα». Ομως ο Χρήστος Χρυσόπουλος αντιμετωπίζει με σεβασμό τον κόσμο της γραφής, εκθέτει τους προβληματισμούς του, επιχειρεί να δώσει απαντήσεις. Πρόκειται για μια ανοιχτή συζήτηση για τα προβλήματα της συγγραφής, για τις δυσκολίες, τα προβλήματα και τα ερωτήματα τα οποία ο ίδιος έχει κληθεί να αντιμετωπίσει και να λύσει. Μια προσωπική ματιά, που μπορεί να βρει συμμάχους αλλά και πολέμιους.

Μανίνα Ζουμπουλάκη. Συγγραφέας ευπώλητων μυθιστορημάτων αλλά και κινηματογραφικών σεναρίων, η Μανίνα Ζουμπουλάκη ομαδοποιεί συμβουλές (στο βιβλίο «Πώς να γράψεις», εκδ. Introbooks) για το πώς γράφεται ένα άρθρο, ένα βιβλίο ή ένα σενάριο, προφταίνοντας τους καχύποπτους στον πρόλογο: «Είναι λοιπόν καλύτερα να σκεφτεί κανείς ότι πιθανόν να μάθει πέντε πράγματα, έστω κι αν συμφωνώ (με τον κανένα) ότι θα έπρεπε να είχε γραφτεί το παρόν εγχειρίδιο από κάποιον μεγαλύτερο και πιο έμπειρο. Απλώς βαριόμουν να περιμένω μέχρι να γίνω ακόμη πιο μεγάλη και έμπειρη…». Στις σελίδες της παραπέμπει στις απόψεις για τη γραφή πολλών διασήμων, παρουσιάζοντας έτσι ένα εύχρηστο και συχνά χαριτωμένο εγχειρίδιο, που ακόμη κι αν δεν διδάξει κάποιον πώς να γράφει, θα τον κάνει να περάσει ευχάριστα διαβάζοντάς το.