ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα ορλωφικά δεν ήταν εθνική επανάσταση

Νίκος Β. Ροτζώκος

Εθναφύπνιση και Εθνογένεση. Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία

εκδ. Βιβλιόραμα, σελ. 298

«Η πραγματικότητα, όταν περιγράφεται σωστά, παράγει σύμβολα από μόνη της»

Ααρον Απελφελντ, Ιστορία μιας ζωής

Ας το παραδεχτούμε, με μια δόση ειλικρινούς γενναιοδωρίας προς τους «αντιπάλους» μας. Δύσκολα θα βρει κανείς άλλη ανθρωπιστική επιστήμη στην Ελλάδα που να έχει υποστεί την τελευταία 30ετία τόσες ανατροπές στα «θέσφατά» της όσες η επιστήμη της ιστορίας και δη το αντικείμενο της νεώτερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Αλίμονο, τα εθνικά ταμπού καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο. Το κρυφό σχολειό ήταν μια (εικαστική) φαντασίωση, ο εθνικιστής Κεμάλ Ατατούρκ έκανε στους Ελληνες της Σμύρνης ό,τι και οι επαναστάτες του ’21 στους Οθωμανούς, η «μαύρη σελίδα» του πολέμου του 1897 ήταν γραμμένη όπως μας άξιζε, οι «μεγάλοι» ηγέτες του ελληνικού 20ού αιώνα έρρεπαν συχνά προς τον λαϊκισμό και τη δημαγωγία -μήπως, αλήθεια, το έχουμε παρατραβήξει; Η παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία αποτελούσε τουλάχιστον ένα σταθερό συμβολικό σύστημα ανάγνωσης του κόσμου· τούτοι εδώ οι νεωτερισμοί τι μας προσφέρουν ως προϊόν χρήσης πέραν της διαρκούς αβεβαιότητας; Ετσι, όταν οι «τιμητές της παράδοσης» διαμαρτύρονται για την «ισοπέδωση των αναθεωρητών», ας σκεφτούμε ότι το παράπονό τους συνδέεται με την απώλεια αυτής της πυξίδας σε σχέση με το παρόν και το μέλλον. Αν ξεχαρβαλώσαμε τα όργανα πλεύσης μας, πώς θα προσανατολιστούμε στο χάος του σύγχρονου κόσμου; Βγάλαμε μόνοι μας τα μάτια μας, αλλά μήπως το «έθνος» ήταν το τελευταίο καταφύγιο των μικρών και ανυπεράσπιστων απέναντι στη λαίλαπα της «παγκοσμιοποίησης»;

Δεν ήταν άκαιρη επανάσταση

Αλλά να που η απομάγευση του κόσμου, όπως έλεγε ο Μ. Βέμπερ, μπορεί να αποδειχτεί πιο συναρπαστικό και πιο χειραφετητικό παίγνιο από την ανακουφιστική αλλά άκριτη αναπαραγωγή των εθνικών στερεοτύπων. Και ενδεχομένως πιο απελευθερωτικό για ένα μικρό έθνος που ανέκαθεν κουβάλαγε την πέτρα της παράδοσής του σαν πολύτιμο αλλά δυσβάστακτο βάρος. Υπό αυτήν τη σκοπιά, η γραφίδα του ιστορικού Νίκου Ροτζώκου έρχεται να σκίσει σαν γιαταγάνι τις βεβαιότητές μας σε σχέση με τις επαναστατικές κινητοποιήσεις των ορθοδόξων του ύστερου 18ου αιώνα στα νότια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Σύσσωμη η πρώιμη ελληνική εθνοκεντρική ιστοριογραφία του 19ου και του 20ού αιώνα αντιμετώπισε τα ορλωφικά, δηλαδή το κίνημα των Πελοποννησίων του 1770, σαν την άκαιρη επανάσταση ενός ανώριμου ακόμη «έθνους» που ως τέτοιο έπεσε αφελώς θύμα των ιδιοτελών ρωσικών επεκτατικών βλέψεων· αυτή την παράδοση αποδομεί στο πρώτο μέρος της μελέτης του ο συγγραφέας. Ο Κ. Σάθας, ο Π. Κοντογιάννης, ο Μ. Σακελλαρίου, ο Τ. Γριτσόπουλος, ο Απ. Βακαλόπουλος αλλά πάνω από όλα ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, αν και μέσα από διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες και σε διαφορετικά διανοητικά συμφραζόμενα, υιοθετούν ως ερμηνευτικό εργαλείο των γεγονότων εκείνο της «εθναφύπνισης», θεωρώντας τελεολογικά ότι η ουσία ενός έθνους ταξιδεύει αναλλοίωτη, έστω και εν υπνώσει, μέσα στον χρόνο περιμένοντας την κατάλληλη ιστορική συγκυρία για να αφυπνιστεί και να μεγαλουργήσει.

Οταν, εν μέσω του ρωσο-οθωμανικού πολέμου (1768-1774) ο Θεόδωρος Ορλώφ αποβιβάζεται με ένα μικρό ρωσικό Σώμα, τον Φεβρουάριο του 1770, στο Οίτυλο της Μάνης με μία επαναστατική διακήρυξη της Μ. Αικατερίνης στα χέρια, αλλά και αργότερα, τον Απρίλη του ίδιου χρόνου, στο Ναυαρίνο ο αδελφός του Αλέξης Ορλώφ ως πληρεξούσιος της αυτοκράτειρας, ουδείς εκ των οθωμανών υπηκόων διανοείται ακόμη να λειτουργήσει με όρους εθνικής συνείδησης. Και τούτο διότι κανένα εθνικό συλλογικό υποκείμενο και κανένα δικαίωμα πολιτικής αυτοδιάθεσης του έθνους δεν έχει κάνει ακόμη τότε την εμφάνισή του. Η δράση τού υποκειμένου της εποχής, του διανοούμενου ή του πλέον χειραφετημένου ντεϊστή συμπεριλαμβανομένων, αρθρώνεται με όρους αυτοκρατορικής εξουσίας και υποταγής. Εξ ου και η εν λόγω διακήρυξη απευθύνεται προς όλους τους «ορθοδόξους χριστιανούς Ρωμαίους» που βρίσκονται υπό την τυραννία των Τού–ρκων, καλώντας τους να ξεσηκωθούν στο όνομα της «πίστης», της «πατρίδας» και της «ελευθερίας» τους.

Το «ελληνικό σχέδιο» της Μ. Αικατερίνης εντάσσεται στην προσπάθεια μιας εκ των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης να ελέγξει τη Μαύρη Θάλασσα και να βρει διέξοδο στο Αιγαίο Πέλαγος. Η διακήρυξή της προτείνει στους αλλόθρησκους υπηκόους της Πύλης (τις «εθνοτικές μειονότητες», θα λέγαμε σήμερα) μία νέα αδιαμεσολάβητη σχέση με την πεφωτισμένη αυτοκράτειρα που θα άρει την τουρκική τυραννία και θα επιβάλει τον Νόμο και τον Ορθό Λόγο.

Ωστόσο, αν και η ιδεολογική αυτή πολιτική έχει σαφή νεωτερικό χαρακτήρα, το έδαφος για την ευόδωσή της είχε στρωθεί από τον κόσμο της παράδοσης: τις γνωστές προνοιακές εσχατολογικές αντιλήψεις περί της «αναστάσεως του γένους των Ρωμαίων» χάρη στο «ξανθό γένος», πίστη που φυσικά η Ρωσία είχε κάθε συμφέρον να καλλιεργεί. Ωστόσο, δεν ήταν ο κόσμος ορισμένων αφελών, επιτήδειων ή ακόμη χειρότερα εθνικά ανώριμων δρώντων υποκειμένων που συντηρούσε τέτοιες δοξασίες, όπως εξηγεί ο Ν. Ροτζώκος. Απλώς, αυτά ήταν τα ιδεολογικά όρια μέσα στα οποία αντιλαμβάνονταν την ιστορική πορεία του κόσμου και δη του ορθόδοξου οι άνθρωποι στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Αν ο Θεός είχε αφήσει επί τρεις αιώνες υπόδουλο το ορθόδοξο γένος του, προφανώς κάποιες μεγάλες αμαρτίες αποπληρώνονταν, θέση που άλλωστε ενισχυόταν μετά την αποτυχία των ορλωφικών.

Εθνικό κράτος και δικαιώματα

Η επιδίωξη της εδραίωσης μιας ευνομούμενης πολιτείας, που θα έχει ως εγγυητή και θεμέλιό της τον ανθρωπότυπο του πολίτη, θα συντηρηθεί και θα ενισχυθεί έτι περαιτέρω φυσικά με την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, στηρίζοντας τώρα την εκπλήρωση του νεωτερικού της περιεχομένου στο πολιτικό υποκείμενο του «έθνους». Στον εκκωφαντικό απόηχο των επαναστατικών εκρήξεων, αλλά και ως αντίδραση στις κρυφο-ιμπεριαλιστικές ναπολεόντειες εκστρατείες, ο Ανώνυμος μιας ομάδας πρώιμων Ελλήνων εταιριστών στο Λιβόρνο της Ιταλίας θα συντάξει γύρω στο 1806 την «Ελληνική Νομαρχία» που θα διακηρύσσει την αυτόβουλη και αυτοδύναμη εθνική κινητοποίηση, μέσω της επαναστατικής δράσης του εθνικού κινήματος, και τη σύσταση ανεξάρτητου εθνικού κράτους ως το μόνο δυνατό πλαίσιο εγγύησης των ελευθεριών του πολίτη, και μόνο αυτών. Τα ερωτήματα που τίθενται, διακόσια χρόνια μετά, είναι κατά πόσο αυτό το πλαίσιο του εθνικού κράτους -που συνεχίζει να ανθίσταται παρόλες τις κατά καιρούς αμφισβητήσεις του- εξακολουθεί να αποτελεί τον καλύτερο εγγυητή των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων μας, και αν υπάρχουν νέες «ουτοπίες» που διανοίγονται στον ορίζοντα.

* Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος διδάσκει Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο