ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το πολύχρωμο μουσικό ταξίδι του Μανού Τσάο

Τρία χρόνια μετά την τελευταία δισκογραφική του δουλειά, ο Μανού Τσάο εμφανίζεται με ένα καινούργιο άλμπουμ, που κυκλοφόρησε στις αρχές Σεπτεμβρίου. Εχει τίτλο «La Radiolina» και περιέχει 21 τραγούδια, ανάμεσά τους μερικά που οι φίλοι του δεν χρειάστηκε να περιμένουν την έκδοση του CD για να τ’ ακούσουν: ήταν διαθέσιμα, ήδη από την άνοιξη, στο Διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα manuchao.net, ενώ «δοκιμάστηκαν» ζωντανά στις συναυλίες του για να γίνουν μέρος του καλοκαιρινού μουσικού τοπίου. «Ισως αυτός είναι ο τελευταίος δίσκος που υπογράφω», είπε ο Μανού Τσάο σε συνέντευξή του στην «Ελ Παΐς», «γιατί όταν θα έχω πάλι καινούργια τραγούδια να ηχογραφήσω, μπορεί το CD να έχει εξαφανιστεί και η μουσική να κυκλοφορεί με άλλους τρόπους».

Ακουσμένα ή όχι, τα τραγούδια του «La Radiolina» φαίνονται οικεία σε όσους παρακολουθούν την πορεία του Μανού Τσάο, από τον καιρό των Mano Negra και αργότερα, στα σόλο άλμπουμ όπως το περίφημο «Clandestino» και το «Proxima estacion: Esperanza». Ο δημοφιλής τροβαδούρος μένει πιστός στο ιδιόμορφο στυλ, που έγινε το σήμα κατατεθέν του – ένα «παγκοσμιοποιημένο» κράμα μουσικών επιρροών, από το ροκ και τη ρέγκε μέχρι τους αφρικάνικους ρυθμούς και την κουβανέζικη ρούμπα, από το γαλλικό «σανσόν» και την ιταλική καντσονέτα μέχρι το χιπ-χοπ και τους ηλεκτρονικούς ήχους της ψηφιακής εποχής. Και ο στίχος του, στοχαστικός και απλοϊκός ταυτόχρονα, ακολουθεί κι αυτός τη φόρμα παλιότερων τραγουδιών. Φράσεις αυτόνομες και σύντομες, όπου αναμειγνύονται ο θυμός με την ειρωνεία, η ανεμελιά με τη συμπόνια.

Σαν ραδιοφωνική εκπομπή

Αυτή η συνέχεια στο ύφος δημιουργεί ενίοτε την αίσθηση ότι ο Μανού Τσάο έχει συνθέσει ένα μόνο τραγούδι σε όλη τη ζωή του, ένα τεράστιο κολάζ χωρίς τέλος, που κομμάτια του αναδύονται όταν συνθέτει καινούργιους τίτλους. Και ο ίδιος το αναγνωρίζει. «Ονόμασα αυτό τον δίσκο Radiolina γιατί σκεφτόμουν κάτι σαν ραδιοφωνική εκπομπή που συνοδεύει ένα ταξίδι. Τα τραγούδια ενώνονται μεταξύ τους σαν να πρόκειται για ένα, άλλωστε και οι στίχοι είναι ανταλλάξιμοι, μπορείς να τους τραγουδήσεις με διαφορετική μουσική». Του αρέσει να απομυθοποιεί τη διαδικασία της δημιουργίας και δεν τον πειράζει που τον έχουν πει βασιλιά της ανακύκλωσης. «Τα τραγούδια είναι σαν σκυλάκια που αναπαράγονται. Ενα θέμα που υπήρχε στον δίσκο του Αμαντού και της Μαριάμ (οι τυφλοί μουσικοί από το Μάλι, που ο Μανού έκανε την παραγωγή στον δίσκο τους το 2004) ξαναεμφανίζεται στη Radiolina. Οπως και το The bleedin clown που έρχεται από το ξεκίνημα των Mano Νegra».

Εχει στήσει ένα μικρό στούντιο στη Βαρκελώνη, αλλά η τεχνολογία τού επιτρέπει να ηχογραφεί όπου κι αν βρίσκεται. Τα τραγούδια βγαίνουν μέσα από τη ροή των αυτοσχεδιασμών με τους μουσικούς του, από σκόρπιες στιγμές έμπνευσης. «Ανακαλύπτω τώρα πράγματα που έγραψα σε δωμάτια ξενοδοχείων, σε περιοδείες. Ο σκληρός δίσκος του φορητού μου υπολογιστή περιέχει όλη τη δουλειά μου των τελευταίων χρόνων, την πρώτη ύλη απ’ όπου θα βγουν καινούργια τραγούδια». Είναι η στρατηγική του σαλιγκαριού: το σπίτι στην πλάτη.

Ενας τσιγγάνος της μουσικής

Στα 46 του χρόνια, ο Μανού Τσάο εξακολουθεί να είναι ένας πλανόδιος, ένας τσιγγάνος της μουσικής που περιφρουρεί με ζήλο την ελευθερία του. Σημαντικός παράγοντας, η αυτονομία που έχει κερδίσει απέναντι στη μουσική βιομηχανία. Το 2003, όταν ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει τη Virgin, πολλοί σκέφτηκαν ότι γρήγορα θα υπέγραφε με κάποια άλλη πολυεθνική. Δεν έγινε έτσι. Συνεργάζεται με την Because Music, μικρή εταιρεία που ίδρυσε ένας φίλος του, ο Εμμανουέλ ντε Μπουρετέλ, πρώην στέλεχος της Virgin. Εδώ ηχογράφησε τη «La Radiolina» αλλά και τις παραγωγές του με δουλειά άλλων μουσικών, όπως το «Kabyle mental» του Αλγερινού τραγουδιστή Akli D. Εχει δοκιμάσει όμως και άλλα κανάλια διανομής: το Siberie me’ etait contee, ο δίσκος-βιβλίο που έκανε μαζί με τον σκιτσογράφο Wozniak, γνώρισε σημαντική εμπορική επιτυχία το 2004 κυκλοφορώντας σε βιβλιοπωλεία και περίπτερα.

Ο Μανού Τσάο του 2007 δεν αισθάνεται άνετα όταν η συζήτηση αγγίζει τον πολιτικό ακτιβισμό, στον οποίο έχει μακρά θητεία. Δεν του αρέσει καθόλου όταν τον παρουσιάζουν σαν ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος της «αντιπαγκοσμιοποίησης» ή των altermondialistas, όπως προτιμούν να αποκαλούνται εκείνοι που προβάλλουν το σύνθημα «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». «Πρώτα πρώτα, είναι ένα κίνημα που δεν αποδέχεται ηγέτες», λέει. «Και πολύ καλά κάνει, γιατί οι ηγέτες εύκολα υποκύπτουν στη διαφθορά. Δεύτερον, κανένας δεν με βλέπει σαν πολιτικό καθοδηγητή – σε μερικούς αρέσει η μουσική μου, σε άλλους καθόλου. Δεν θέλω να παρουσιάζομαι σαν κάτι που δεν είμαι».

Ωστόσο, παρότι κρατάει αποστάσεις, οι πολιτικές απόψεις που εκφράζονται στον τρόπο της ζωής του δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τα καινούργια τραγούδια του. Κομμάτια όπως τα Politik kills, Rainin in paradize, Panik Panik περιέχουν νύξεις για τη σημερινή πολιτική κατάσταση. Είναι όμως αρκετά σχηματικές, δεν σκιαγραφούν μια συνολική άποψη για τον σημερινό κόσμο. «Αμφιβάλλω αν βρίσκεται κάποιος στο τιμόνι του κόσμου» λέει. «Αυτοί που ηγούνται φαίνονται να μην έχουν ιδέα πού μας οδηγούν. Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι, ανάμεσα σε ένα σύστημα που έχει παραφρονήσει και στο ένστικτο αυτοσυντήρησης της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό το κίνημα προσελκύει τόσο διαφορετικά είδη ανθρώπων. Πας σε μια διαδήλωση και βλέπεις από γιαγιάδες με τα εγγονάκια τους μέχρι μέλη του Black Block έτοιμα να αντεπιτεθούν στην αστυνομία».

Πολλές γλώσσες, πολλές εμπειρίες

Ο Μανού Τσάο βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση – από τη Βραζιλία στο Μάλι, από την Κοπεγχάγη στη Βαρκελώνη, που τα τελευταία χρόνια είναι η «έδρα» του. Αυτό αντανακλάται και στη γλωσσική πολυχρωμία των τραγουδιών του – τον ακούμε να τραγουδάει ισπανικά, γαλλικά, πορτογαλικά, ιταλικά, αγγλικά, αλλά και σε «μείγματα» αυτών των γλωσσών. Οι μετακινήσεις του προσφέρουν εμπειρίες πολύτιμες για τη δουλειά του. «Πριν από μερικούς μήνες βρέθηκα στη Μαδρίτη, και ο Φερνάντο ντε Αρανόα μου έδειξε το φιλμ του «Πριγκίπισσες», εμπνευσμένο από τη ζωή των γυναικών του δρόμου. Με συγκίνησε τόσο, που αμέσως μου βγήκε το τραγούδι Me llaman calle («Με λένε δρόμο»). Το έγραψα μέσα σε λίγα λεπτά». Μιλάει με ιδιαίτερη τρυφερότητα για τις εκδιδόμενες γυναίκες. «Είναι άτομα πολύ δυνατά, με χιούμορ και αυθεντική αίσθηση αλληλεγγύης. Οταν έμενα στη Μαδρίτη, τις έβλεπα στην οδό Ντεσενγκάνιο, και είχα γράψει για εκείνες το κομμάτι Malegria. Δέκα χρόνια αργότερα, ξαναπέρασα από τον ίδιο δρόμο, όπου υπάρχει τώρα η έδρα του συλλόγου τους. Πήγα να τους δώσω το βραβείο Goya, που είχα πάρει για εκείνο το τραγούδι, και με την ευκαιρία τους έπαιξα λίγα τραγούδια με την κιθάρα μου. Ηταν από εκείνες τις στιγμές που νιώθεις πως υπάρχει κάποια λογική στη ζωή».