ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το κράτος, το χρήμα και οι δημιουργοί

Σε έναν κόσμο ιδανικό, το μόνο που πρέπει να ζητούν οι άνθρωποι του πολιτισμού από το κράτος είναι να τους αφήνει ήσυχους. Ομως ο κόσμος, από τη φύση του, δεν είναι ιδανικός, οπότε εύλογα τίθεται το ερώτημα: τι περιμένει ο πολιτισμός από το κράτος, τι άλλο δηλαδή εκτός από τον σεβασμό και την ελευθερία της έκφρασης – πράγματα αυτονόητα αλλά όχι, δυστυχώς, πάντα δεδομένα.

Θα αναφερθώ σε τρεις όψεις του θέματος, το χρήμα, τους νόμους, και τους φορείς.

Είναι νόσος θανατηφόρα για την καλλιτεχνική δημιουργία η απόλυτη οικονομική εξάρτηση από το κράτος, και άρα είναι απαραίτητο να δοθούν πιο σημαντικές δυνατότητες, νομοθετικές και θεσμικές, για μεγαλύτερη ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, διευκολύνσεις και κίνητρα για όσους επενδύουν στην τέχνη, είτε προσδοκώντας στο κέρδος (επιχειρηματίες) είτε όχι (χορηγούς). Ομως, οι όποιοι σχετικοί νόμοι πρέπει και να εφαρμόζονται. Σε όσους θεωρούν ότι λέω το αυτονόητο, θυμίζω: ο νόμος για την επένδυση των τηλεοπτικών καναλιών στην κινηματογραφική παραγωγή του 1,5% των εσόδων τους, ψηφίστηκε το 1989. Κι όμως ακόμη να εφαρμοστεί, επιβεβαιώνοντας δυστυχώς την άποψη που θέλει τους πολιτικούς υποτελείς στους καναλάρχες. Αν η πολιτεία σέβεται τον πολιτισμό, δεν αρκεί να νομοθετεί γι’ αυτόν. Πρέπει και να τηρεί τους νόμους όπως, άλλωστε, ορκίζονται οι λειτουργοί της ότι θα πράττουν. Από την άλλη, το κράτος πρέπει όχι απλώς να διατηρήσει σημαντικό ρόλο ως χρηματοδότης σε κάποιους τομείς (μουσεία, κρατικά θέατρα, όπερα, ορχήστρες, κινηματογράφος, κ.α.), αλλά και να τον αυξήσει, μιας και οι τομείς αυτοί υποχρηματοδοτούνται τραγικά σε σύγκριση με οποιαδήποτε αναπτυγμένη ευρωπαϊκή χώρα. Ομως μόνο με την αύξηση της επιχορήγησης δεν λύνεται το πρόβλημα. Στη μεταχουντική Ελλάδα, η έλλειψη σεβασμού και ελευθερίας στον πολιτισμό δεν παίρνει πια τη μορφή της λογοκρισίας, αλλά της υπαγωγής του, στον βαθμό που είναι κρατικοδίαιτος, σε συμφέροντα, κομματικά, προσωπικά, ή κακώς εννοούμενα συντεχνιακά.

Οφείλουμε να πούμε ότι ο μέχρι χθες υπουργός πολιτισμού έλαμψε στις επιλογές του για πρόσωπα επικεφαλής φορέων, καταργώντας εντελώς τα κομματικά κριτήρια και πετυχαίνοντας υψηλότατο, ρεαλιστικά, βαθμό αξιοκρατίας. Ομως πρέπει να χτυπηθούν οι ρίζες της κακοδαιμονίας: οι λογής λογής υπερπροστατευτικοί, τάχα, της δημοκρατικότητας νόμοι και θεσμοί που έχουν επιβάλλει στις διοικήσεις πολιτιστικών οργανισμών διάφορους καθ’ έξιν, εξακολούθηση και συχνά επάγγελμα εκπροσώπους πολιτιστικών σωματείων, που με το πρόσχημα του καλού του κλάδου τους προωθούν τις προσωπικές τους ατζέντες, αδιάφοροι – και συχνά εις βάρος – του πνευματικού καλού. Αλλο όμως συνδικαλισμός και άλλο δημιουργία. Οι πνευματικοί δημιουργοί δεν είναι βιομηχανικοί εργάτες ούτε εξαθλιωμένοι μετανάστες. Εγιναν δημιουργοί αυτοβούλως. Στην τέχνη τα δικαιώματα πηγάζουν από την αξία, το μόνο γνήσιο πνευματικό νόμισμα. Βέβαια, οι κρατικοί λειτουργοί του πολιτισμού είναι κι αυτοί άνθρωποι, και θα κάνουν και λάθη. Αλλά τουλάχιστον ας είναι προσωπικά, οπότε και κρινόμενα, και όχι κρυμμένα πίσω από τάχα «δημοκρατικές διαδικασίες».