ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η μόδα επιμένει

«Πάρτι με τους Je t’aime!» έγραφε τον Αύγουστο μια αφίσα, κολλημένη σε κεντρικά σημεία του Μαραθώνα. Ο,τι συνέβαινε εδώ και χρόνια με τα αστέρια των ριάλιτι επαναλήφθηκε φέτος το καλοκαίρι με τα συφοριασμένα αστέρια της Αννίτας Πάνια και του Νίκου Καρβέλα. Από τα κανάλια κατευθείαν στη δισκογραφία και στη βιομηχανία της νυχτερινής ψυχαγωγίας. Καθετοποιημένη παραγωγή. Πάρτι στον Μαραθώνα με τη «Γυναίκα Μαραντόνα» και πανηγύρια στου Βάλτου τα χωριά με τον «Βας Βας Παρασκευά».

Οπως κάποτε τα θεατρικά μπουλούκια έπαιρναν το δρόμο της επαρχίας αναζητώντας τον άρτο τον επιούσιο, έτσι οι σταρ των τηλεμπουλουκιών επελαύνουν σε σκυλάδικα, ελληνάδικα, ντισκομπάρ, σε αιγιαλούς, κάμπους και βουνά, στο κυνήγι της αρπαχτής. Με τη διαφορά ότι οι παλιοί θεατρίνοι είχαν ματώσει, είχαν ξοδέψει τα νιάτα τους στο σανίδι, ενώ οι πρώην παίκτες των τάλεντ σόου εξαργυρώνουν την «αναγνωρισιμότητα» που απέκτησαν χάρη στην τηλεόραση. Και η εξαργύρωση πρέπει να γίνει γρήγορα, γιατί η τηλεοπτική μνήμη είναι βραχύβια.

Η ταχύτητα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά όχι μόνον των λεγόμενων τάλεντ σόου, αλλά και της μουσικής βιομηχανίας. Ταχεία ανάδειξη και άνοδος των σταρ και των σουξέ, ταχεία πτώση, ταχύτατη αντικατάσταση του πρόωρα ληγμένου προϊόντος. Είναι αλήθεια πως κάποιοι πρώην παίκτες ριάλιτι έκαναν και κάνουν καριέρα ή καριερίτσα, όμως πολλοί ταλαντούχοι «συμμαθητές» τους έλαμψαν για λίγο στον ουρανό της σόου μπιζ και ύστερα καταποντίστηκαν.

Από την προκλητική κολακεία των «καθηγητών» των τηλεοπτικών ωδείων («είσαι έτοιμος, είσαι γεννημένος τραγουδιστής») στη λήθη έως και την περιφρόνηση.

Μόδα είναι θα περάσει; Πάντως, στο εξωτερικό τα τάλεντ σόου δεν δείχνουν σημάδια κόπωσης. Το 2006, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον τελικό του «American Idol» (κάτι αντίστοιχο με το ημέτερο «Fame Story») ψήφισαν περισσότεροι από όσους είχαν ψηφίσει στις προεδρικές εκλογές του 2005. Στη Βρετανία μιλούν για το σύνδρομο του «Pop Idol», για την πεποίθηση που καλλιεργεί η τηλεόραση στους εφήβους ότι η επιτυχία είναι θέμα «ευκαιριών», τύχης και όχι σκληρής προσπάθειας και μαθητείας. Επομένως, οι σχολικές επιδόσεις αποσυνδέονται πλήρως από την επαγγελματική σταδιοδρομία και η αδιαφορία για τα μαθήματα παίρνει διαστάσεις επιδημίας, ιδίως στα παιδιά που προέρχονται από τα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα.

Μέσα σε λίγους μήνες, μέσα σε μια-δυο σεζόν, οι σταρ που επιβάλλονται από την τηλεόραση και τη δισκογραφική βιομηχανία υιοθετούν ή φαίνεται να υιοθετούν έναν χολιγουντιανού τύπου τρόπο ζωής, σε συνδυασμό βέβαια με τις εγχώριες δυνατότητες και παραδόσεις. Λιμουζίνες αντάξιες για Σαουδάραβες πρίγκιπες, βιλίτσες και μεζονετίτσες, φωτογενή ειδύλλια, διακοπές σε πολυτελή ξενοδοχεία και «ψώνια στη Ρώμη για χαλάρωση».

Και ο Γιώργος Ζαμπέτας, στην αυτοβιογραφία του, θυμάται και παρατηρεί: «22 χρονών απολύθηκα από την αεροπορία και μέχρι τα 32 την έβγαλα με τη χλαίνη. Ναι, με τη χλαίνη. Και ήμουνα και καλλιτέχνης. Και σήμερα τους βλέπεις, μόλις πουν ένα τραγουδάκι… να Τζάγκουαρ, να BMW και τρεχάτε να δείτε και μην παίρνετε… Και ήμασταν και καλλιτέχνες. Οκέυ; Με τη χλαίνη, βέβαια, με τη χλαίνη…».

Ο μάνατζερ και ο στυλίστας δεν κάνουν τον καλλιτέχνη· απλώς (ανα)συσκευάζουν το αναλώσιμο προϊόν. Ομως τα μουσικά ζιζάνια, τα φτηνά και επικερδή αγριόχορτα κυριαρχούν και πνίγουν ό,τι δημιουργικό και καινοτόμο γεννιέται ή μπορεί να γεννηθεί.