ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πάσσαλος εναντίον πασσάλου

Αριστοφάνης

Ιππής

Σκην.: Γιώργος Αρμένης

Θέατρο: ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης (στο Θ. Παπάγου)

«Το ένα πόδι ακολουθεί το άλλο
Το ένα είναι ο κυνηγός
Το άλλο ο κυνηγημένος.
Υστερα το άλλο πόδι ακολουθεί το ένα
Το άλλο είναι τώρα ο κυνηγός
Το ένα ο κυνηγημένος»
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ,
«Τύποι ήλων», 1978

«Εν αμίλλαις πονηραίς, αθλιότερος ο νικήσας». Αυτή νομίζω η ρήση μαζί με την κλασική εκείνη «Πάσσαλος πασσάλω εκκρούεται» συνθέτουν ως λογικό ζεύγμα για μας σήμερα το νόημα των Ιππέων (424 π.Χ.). Το έργο είναι ένας διαρκής αγών μεταξύ του φαύλου (Παφλαγόνας, ήτοι ο δημαγωγός Κλέων της εποχής) και του φαυλότερου (Αλλαντοπώλης) προς εξασφάλιση της εύνοιας του προσωποποιημένου λαού, του Δήμου, ο οποίος τελικά εκμαυλίζεται από τον πονηρότερο, τον «χαρισματικό». Η μονιμότητα του αριστοφανικού πορίσματος περί κατίσχυσης του πλέον λαοπλάνου στις ανά τους καιρούς πολιτικές κονίστρες καθιστά την αδυσώπητη τούτη κωμωδία αληθινά διαχρονική και, νομίζω, ακραία μελαγχολική. Προμαρξιστική διαλεκτική και… σιορανική ωμότητα στίζουν το κωμικό «δοκίμιο» περί ανταγωνιστικής απάτης. Το γεγονός ότι ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί ως θεματοφύλακες των δικών του αντιλήψεων τους ιππείς ή τριακοσιομέδιμνους, δηλαδή την αριστοκρατία των Αθηνών, αυτό είναι φυσικό. Μήπως βαθύτερα δεν πιστεύει στην αναγκαιότητα της εν δημοκρατία «πεφωτισμένης δεσποτείας» ως προς την διοίκηση των κοινών;

Η αναλογία στην περίπτωση του έργου αυτού είναι το απολύτως ευκταίο. Νομίζω πως ο Διαγ. Χρονόπουλος (ΚΘΒΕ 1989), με τον μπριλάντε Στ. Παράβα και τον κάπως δύστροπο αλλά πολύ καλό μακαρίτη ηθοποιό Διον. Καλό ως Παπανδρέου και Μητσοτάκη, έχει γράψει την λαμπρότερή του σελίδα στην αριστοφανική κωμωδία αλλά και στο ίδιο το έργο αυτό, στη μετάφραση του φιλόλογου Ηλ. Σπυρόπουλου ο οποίος έχει εξαντλητικά ασχοληθεί με τους «Ιππής».

Τελευταία φορά που είδα αξιόλογους «Ιππής» ήταν το 2001 από τον εκδημήσαντα Κ. Μπάκα, που μελετούσε τα κείμενα με επιμονή, αλλ’ ίσως με πλημμελή φαντασία. Η παράσταση εκείνη, επιτυχής, είχε βασιστεί στην έξοχη μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη και στο δραστικότατο δίδυμο Γ. Παρτσαλάκη – Τ. Χαλκιά.

Την ίδια αυτή ανθεκτική μετάφραση, κατά τόπους ανανεωμένη, συγκινημένη και τερπνή, ήθους ελληνικού και ανάλογης διάνοιας, δικανικής ευφορίας και λυρικού αντίβαρου, χρησιμοποίησε και η φετινή παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης, για την οποία παράσταση, όπως και για πολλές άλλες εργασίες του που έχω δει τα τελευταία χρόνια, μπορεί το θέατρο αυτό να είναι υπερήφανο.

Σκηνοθεσία – Μουσική

Ο Γ. Αρμένης που ανέλαβε τη σκηνοθεσία φοράει στο πετσί του πια την παράδοση Κουν για την αττική κωμωδία, ξέρει τους πανηγυριώτικους ρυθμούς της, τα φαιδρογόνα τερτίπια της αλλά και την επιβεβλημένη δυναμική παρουσία του Χορού, υποδειγματικού εδώ, κατά τις χορογραφίες της Ελ. Γεροδήμου. Αυτοί οι «Ιππής» ήσαν καθαροί, ακριβείς, φρέσκοι και ιδίως ζωντανοί και αεικίνητοι, πάνω σ’ ένα έργο ιδιοφυές αλλά φύσει στατικό, απλό αλλά απαιτητικό, έργο που σε αιχμαλωτίζει σ’ έναν διαρκή «αγώνα».

Δεν πλήξαμε ούτε στιγμή, κολυμπώντας αδιάλειπτα στο καλό λαϊκό γούστο, του οποίου οι επικαιρικές προσθήκες ήσαν όλες καίριες και καμία τους μπανάλ.

Ο Διον. Τσακνής επιδότησε το έργο με μια χαρίεσσα μουσική, που όμως σοφά και συχνά στιζόταν από τη μελαγχολία που καταστατικά κομίζει ο ουτοπικός αριστοφανικός κώμος. Το σκηνικό της Λαλ. Χρυσικοπούλου αρκέστηκε σε μια συνεκδοχική φωτογραφική εξεικόνιση των αρχαίων Αθηνών, προφανώς χρήσιμη και ευέλικτη μόνο για την περιοδεία, ενώ τα κοστούμια της Ελ. Δουνδουλάκη δήλωσαν καταστάσεις και πρόσωπα χωρίς όμως ιδιαίτερο χιούμορ.

Οι δύο υπάλληλοι του Δήμου Παντ. Παπαδόπουλος και Κ. Φλωκατούλας οργάνωσαν με την εμπειρία και την τέλεια αντιθετική τους συνεννόηση έναν κωμικό πρόλογο, που συνήθως εκ του κειμένου παραμένει αδρανής και υπνοφόρος. Ο Περ. Καρακωνσταντόγλου υποδύθηκε τον δήθεν αφελή αλλά βαθύτερα αδηφάγο Δήμο με παιγνιώδη πονηρία, ενώ συγκίνησε ειλικρινά τονίζοντας βροντερά την Παράβαση με αποφασιστικότητα και ίχνη κρυμμένης θλίψης. Για τον Γ. Αρμένη ο Αλλαντοπώλης ήταν ένα ευφυώς προπετές παιχνίδι – εννοώ παίγνιο σκηνικό απόλυτα δικό του που, ιδιότυπο ακκιστή και λαϊκό εξπρεσιονιστή, δόλιο ως και αφελή, τον αναδεικνύει ίσως τον τελευταίο και πρύτανη της κουνικής αριστοφανικής κωμωδίας. Ενας ηθοποιός ζιζάνιο που γεμίζει τη σκηνή επί τη εμφανίσει. Αντίστιξή του με προσωπικό ύφος υποκριτικής πανουργίας ο Π. Σκουρολιάκος. Παράσταση που φρενάρει με τεκμήρια την πρόσφατη ανέλεγκτη ξενομανία.

Επίκαιροι παρά ποτέ, ο Αλλαντοπώλης και ο Παφλαγόνας, μας θυμίζουν σε καιρούς εκλογών τραγουδίστριες, αθλητές και τούτοις όμοιους, που διεκδικούν την εύνοια του Δήμου. Μόνο που οι σημερινοί προφανώς μας κρύβουν -κι αυτό μας ησυχάζει- τις σίγουρες νομομαθείς τους ταυτότητες που θα κληθούν «δυναμωμένες με θεωρία και μελέτη» να νομοθετήσουν!!!

Κι ένα άσχετο – σχετικό υστερόγραφο: Παρακαλούνται οι αναγνώστες να μη λαμβάνουν υπόψη τους τυχόν θερμές αξιολογικές κρίσεις στις λεζάντες των φωτογραφιών. Στα σκίτσα το ήθος της κας Σολομωνίδη είναι ανεπίληπτο, αλλ’ όταν χρησιμοποιούνται φωτογραφίες, ενίοτε παρεμβαίνει λαθρόβια φιλάνθρωπος χειρ.