ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φανταστικό μουσείο, μια επανάσταση

Αντρέ Μαλρό

Το φανταστικό μουσείο

μετ. Νίκος Ηλιάδης

εκδ. Πλέθρον 2007, σελ. 230

Ανθρωπος της δράσης και του στοχασμού, επαναστάτης και καθεστωτικός, εραστής της τέχνης και πολιτικός διανοητής, οικουμενιστής και εθνικιστής, αριστερός και γκωλικός: αυτές είναι κάποιες από τις αντιθέσεις που φτιάχνουν το χαρμάνι της εμβληματικής ζωής του Αντρέ Μαλρό, μιας από τις γοητευτικότερες ζωές που έτυχαν σε άνθρωπο και καλλιτέχνη του εικοστού αιώνα.

Ξεχασμένος σχετικά ως συγγραφέας και απαξιωμένος ως πολιτικός, μετά τον Μάη του ’68, και στην ίδια τη Γαλλία, δεν έτυχε ούτε στην Ελλάδα κάποιας ιδιαίτερα βαρύνουσας εκδοτικής παρουσίας. Το «Φανταστικό Μουσείο», που πρόσφατα κυκλοφόρησε, μας συστήνει την καθοριστική εκείνη διάσταση της προσωπικότητας του Μαλρό που συνέχει απαρασάλευτα, μέσα από τον ορυμαγδό των αντιθέσεων, τον βίο και τη σκέψη του: είναι η προσπάθεια να δοθεί μια απάντηση για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό μέσα από το νόημα της τέχνης. (Γι’ αυτό το νόημα είναι που θα πληρώσει, εκτός των άλλων, και το τίμημα μιας καταδίκης για αρχαιοκαπηλία σε νεαρότατη ακόμη ηλικία στην Καμπότζη.)

Αλλες εποχές, άλλοι τόποι

Ο τίτλος του έργου ενέχει μιαν αντίθεση, ίσως και ένα οξύμωρο, αν υποθέσουμε ότι το μουσείο είναι ως έννοια μια μεταφορά της συλλογικής μνήμης, του υπαρκτού δημιουργικού αποθέματος, της πολιτισμικής παρακαταθήκης, ενώ, από την άλλη, η φαντασία έχει να κάνει με την επιθυμία, την εκδίπλωση μιας μύχιας ατομικότητας, το άνοιγμα των πιθανοτήτων στο άπειρο. Ετσι, ο παραδοσιακός και ακαδημαϊκός θεσμός του μουσείου συναντά αναπάντεχα τον σύγχρονο άνθρωπο, το «μοντέρνο» υποκείμενο με την πολλαπλότητα των επιθυμιών του. Αυτό μπορεί να περιδιαβάζει με την άνεσή του μέσα σε ό,τι ο συγγραφέας ονομάζει φανταστικό (ή μήπως φαντασιακό;) μουσείο.

Και φανταστικό μουσείο είναι ένας νοητός χώρος όπου συνυπάρχουν έργα τέχνης από διάφορες εποχές και διάφορους τόπους. Οσο διαφορετικά κι αν είναι τα έργα αυτά από ιστορική άποψη -αρχαιοελληνικά, αναγεννησιακά, προκολομβιανά-, όσο διαφορετικές λειτουργίες κι αν εκπλήρωναν στην κοινωνία τους και όποια δημιουργική πρόθεση κι αν επένδυσε σ’ αυτά ο καλλιτέχνης που τα έφτιαξε, έρχονται σε έναν διάλογο μεταξύ τους που τα μεταμορφώνει διαρκώς. Φέρουν μέσα τους τα σπέρματα μιας αναβίωσης που θα τα κάνει να αφήσουν τον δικό τους κόσμο και να ξαναγεννηθούν μέσα στον δικό μας. Οσο κι αν νιώθουμε ότι κάποτε χρησίμευσαν για τη λατρεία κάποιου θεού, για τον εξορκισμό κάποιου δαίμονα ή για την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, το ελεύθερο και προνομιακό άτομο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας τα προσοικειώνεται, τα μεταμορφώνει, τα αναπλάθει, τα συνδυάζει, δημιουργώντας έτσι μέσα από την πυρετώδη φαντασιακή τριβή τους νέες εκλάμψεις νοήματος για την τέχνη, και επομένως για τη ζωή.

Ο ρόλος της φωτογραφίας

Μπορεί στο φανταστικό μουσείο η γνώση για το παρελθόν και τις συνθήκες δημιουργίας του έργου τέχνης να είναι πολύτιμη, δεν θα μας βοηθήσει όμως να το αγαπήσουμε περισσότερο. Θα το αγαπήσουμε, όταν ακούσουμε τη δική του φωνή να απευθύνεται σε εμάς και να εναρμονίζεται με την πολυφωνία των αντικειμένων του μουσείου. Κάθε νέα είσοδος αντικειμένου στο μουσείο αυτό δημιουργεί μια εκ νέου διαρρύθμιση του χώρου του, αλλάζει τις θέσεις και την προοπτική των άλλων αντικειμένων, φωτίζει αντικείμενα από ξεχασμένες περιόδους, που ήσαν στην αφάνεια μέχρι τότε. (Η εμφάνιση του κυβισμού, για παράδειγμα, θα οδηγήσει σε μιαν επανεκτίμηση της ρωμανικής τέχνης.)

Αυτό το Φανταστικό Μουσείο όμως υπάρχει ειδικά χάρη στη σύγχρονη τεχνική, και συγκεκριμένα χάρη στη φωτογραφία, χάρη στις μεθόδους αναπαραγωγής της, χάρη στην εκδοτική πλημμυρίδα που παρατηρείται στις μαζικοδημοκρατικές κοινωνίες, και πιο συγκεκριμένα χάρη στις εκδόσεις εκείνες που αποκαλούμε «φωτογραφικά λευκώματα τέχνης». Αυτά τα ευτελή, ή λιγότερο ευτελή, coffee table books θα ορίσουν με έναν νέο τρόπο το έργο τέχνης οποιασδήποτε εποχής και τεχνοτροπίας: «έργο τέχνης είναι πλέον αυτό που μπορεί να φωτογραφηθεί ως τέτοιο». (Χαρακτηριστική απ’ αυτήν την άποψη είναι η γνωστή φωτογραφία, που υπάρχει και στο οπισθόφυλλο της έκδοσης, με τον Μαλρό να έχει απλωμένες μπρος στα πόδια του αλλεπάλληλες σειρές από φωτογραφίες.) Η φωτογραφία είναι αυτή που θα μεγεθύνει το έργο τέχνης, θα το παρουσιάσει υπό έναν ιδιαίτερο φωτισμό, θα αναδείξει μια εκφραστική του λεπτομέρεια, που μπορεί να είναι ακόμη και ο κόκκος του υλικού του.

Ετσι, το Φανταστικό Μουσείο θα ανοίξει τις πύλες του σε τέχνες ελάσσονες, όπως η μικροτεχνία ή η καλλιγραφία, θα νομιμοποιήσει τέχνες παραγνωρισμένες, όπως η υαλογραφία ή η ταπισερί. Ή, βέβαια, θα περιβάλλει με αίγλη το ίδιο το θραύσμα ή το προσχέδιο του καλλιτεχνικού έργου, αφού έχουμε την τάση πλέον να πηγαίνουμε από το όλον στο μέρος, και όχι αντίστροφα, όπως η κλασική αισθητική. (Πόσα και πόσα έργα τέχνης δεν μας συγκινούν λιγότερο από τις φωτογραφίες τους, αναρωτιέται ο συγγραφέας;) Παράλληλα, η συγκέντρωση φωτογραφιών μέσα σε έναν τόμο θα μας δώσει την ευκαιρία να δούμε την εξέλιξη ενός στυλ ως ολικό φαινόμενο, θα συμβάλει στην παγίωση της έννοιας της τέχνης ως ενός πλουραλισμού από στυλ, και όχι ως εξέλιξη ενός και μόνο απ’ αυτά. Κάτι που το παραδοσιακό μουσείο, με τους υλικούς, χρονικούς, τοπικούς και άλλους περιορισμούς στους οποίους υπόκειται, αδυνατεί να κάνει.

Κι ακόμη, τούτο το καινούργιο μουσείο έχει απαλλαγεί από την κτητική σχέση που είχε με κάποιους, δεν ανήκει σε κανέναν συγκεκριμένα. Εχει ξεφύγει από τον πύργο του φεουδάρχη, από το σαλόνι του αστού, και η άυλη σχεδόν υπόστασή του, που παίρνει πνοή καθώς ξεφυλλίζουμε το λεύκωμα στα χέρια μας, απευθύνεται όχι πλέον μόνο σε μια τάξη, αλλά σε μια νέα συλλογικότητα.

Σειρά από μεταμορφώσεις

Το Φανταστικό Μουσείο, βέβαια, δεν καταργεί το παραδοσιακό μουσείο, όπως ο δίσκος δεν κατάργησε τη συναυλία. Ούτε και συνιστά μιαν απόλυτη ασυνέχεια σε σχέση με αυτό. Στην ουσία, προετοιμάζεται απ’ αυτό. Το βιβλίο δίνει την ευκαιρία στον Μαλρό να στοχαστεί πάνω στις βαθιές εκείνες τομές που σημαδεύουν την περιπέτεια της εικαστικής όρασης μέσα στον δυτικό πολιτισμό. Να δει την ιστορία της ζωγραφικής σαν μια σειρά από μεταμορφώσεις που άλλοτε θέλουν την τέχνη αφιερωμένη στο ιερό και σε άμεση συνάφεια με τον θρησκευτικό λατρευτικό χώρο, άλλοτε τη θέλουν να επιδιώκει τη μίμηση της πραγματικότητας, την παραγωγή της ψευδαίσθησης, τη δημιουργία μιας μη-πραγματικότητας ή την ιδανική έκφραση ενός θαυμαστού αντικειμένου.

Βλέπει τη ζωγραφική να απελευθερώνεται από την υποταγή της στην πραγματικότητα αυτή, να προσεταιρίζεται το σύμπαν και να το υποτάσσει στο ίδιο το ζωγραφικό γεγονός, στην αυθαιρεσία του καθαρού χρώματος, στη φύση του ίδιου του υλικού της (όπως με τον Σεζάν, για παράδειγμα). Επισημαίνει τις σχέσεις τέχνης και ιερού, από την εποχή των Αιγυπτίων και των Σουμμερίων, την καθοριστική ρήξη αυτών των σχέσεων με τον ανθρωπισμό της κλασικής αρχαιοελληνικής τέχνης, τη μεγάλη απαξίωση με την οποία αντιμετώπισε το ακαδημαϊκό μουσείο θρησκευτικές τέχνες όπως η βυζαντινή και η γοτθική, καταλογίζοντάς τες αφέλεια και αδεξιότητα. Ολα αυτά, δηλαδή, που -για να παραθέσουμε μια καίρια έκφραση του συγγραφέα- σηματοδοτούν το πέρασμα από την Παναγία-προσευχή, σε μια Παναγία-ομοίωμα, και έπειτα στην Παναγία-έργο τέχνης, σ’ αυτήν που αντιστοιχεί στη φάση του Φανταστικού Μουσείου, όπου η εμπειρία του ιερού χάνεται ή, καλύτερα, μετουσιώνεται σε αισθητική ορολογία.

Το βιβλίο αυτό επισημαίνει μια ρήξη που όλοι υποψιαζόμαστε ότι έχει συμβεί. Κι αυτό μέσα από εκείνες τις τριχοειδείς διόδους που, με βάση κάποιες, έστω και φαινομενικά ασήμαντες, τεχνικές ανακαλύψεις, κάνουν την εξωτερική ιστορία να επικοινωνεί με τις βαθιές δομές της συνείδησης. Θα μπορέσει το άτομο, μέσα στη ραγδαία εμφάνιση και κατανάλωση μορφών του μεταβιομηχανικού πολιτισμού, να αξιοποιήσει αυτή τη φαντασιακή του ελευθερία ή θα μείνει γοητευμένο και σαστισμένο από τον ανέξοδο ίλιγγο ενός καρουσέλ αισθητικών μορφών που έχουν απολέσει το έρμα της ιστορικής τους υπόστασης; Δεν έχουν περάσει δα και πολλά χρόνια από τότε που γράφτηκε το βιβλίο. Και οι απαντήσεις είναι ακόμη στον δρόμο. Εξάλλου, ο συγγραφέας επιμένει: το Φανταστικό Μουσείο είναι περισσότερο μια διερώτηση παρά μια κατάφαση.