ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Με «θλίψη και πένθος» η έξοδος

Μέσα σε 15 χρόνια ο Στάθης Λιβαθινός έχει κάνει μια εντυπωσιακή πορεία στο θέατρό μας, ώστε δικαίως να αναγνωρίζεται σήμερα ως ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες μας, και μάλιστα με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, τόσο σπάνιο πλέον στους καιρούς μας, του «δασκάλου ηθοποιών».

Μικρανεψιός του Μάνου Κατράκη, μετά την εδώ δραματική σχολή σπούδασε στην πανεπιστημιακού επιπέδου Ακαδημία Θεάτρου της Μόσχας. Μπήκε στο θέατρό μας ουσιαστικά το 1991, μετά την επιστροφή και τη στράτευσή του, αρχικά ως ηθοποιός και σύντομα ως σκηνοθέτης – και δεν άργησε να ξεχωρίσει. Κορύφωση της πορείας αυτής είναι βέβαια η δουλειά που έκανε την τελευταία εξαετία στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Επικεφαλής μιας ταλαντούχας και ευάγωγης ομάδας νέων ηθοποιών, ανήγαγε τη σκηνή αυτή από σχεδόν παράσιτη και φυτοζωούσα στην ούγια του Εθνικού στη δημιουργικότερη νέα εστία του ελληνικού θεάτρου μέσα στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα.

Η «Πειραματική του Λιβαθινού» με την εργώδη παρουσία της, με τις περίπου 30 παραστάσεις της, με το τολμηρό εκπαιδευτικό έργο που ταυτόχρονα επιτελούσε (Σχολή Σκηνοθετών και Εργαστήρι Ηθοποιών με αποφοίτους που πλούτισαν το θέατρό μας), με τα διεθνή και ημεδαπά βραβεία που απέσπασαν τα στελέχη της, θεμελίωσε μια γόνιμη θεατρική εστία, το μέλλον της οποίας φαινόταν λαμπρό – πλην Ελληνες εσμέν…

Αποκορύφωση και κατακλείδα αυτής της πορείας της Πειραματικής, αφού όπως είναι γνωστό ο Λιβαθινός έπαψε να είναι υπεύθυνός της μετά τον θάνατο του Νίκου Κούρκουλου και την διαδοχή του από τον Γιάννη Χουβαρδά, είναι ο ντοστογιεφσκικός «Ηλίθιος». Ενα πεντάωρο λεπτοδουλεμένο αραβούργημα – αυτό που λέμε «σταθμός» στο θέατρό μας. «Το πιο όμορφο λουλούδι» του Λιβαθινού και της ομάδας του στην Πειραματική.

Και τώρα τι; «Η ζωή συνεχίζεται» λέει ο ίδιος. «Δεν απέφυγα ούτε τη θλίψη ούτε το πένθος από την κατάληξη που είχε η προσδοκία μου πως κάτι καλύτερο θα ερχόταν για την Πειραματική. Από τη στιγμή όμως που ο Γιάννης Χουβαρδάς, αναλαμβάνοντας το δύσκολο έργο της διεύθυνσης του Εθνικού, έκρινε ότι έπρεπε να καταργηθώ και να αλλάξει η πορεία των πραγμάτων, όφειλα να το αποδεχτώ. Δεν πείστηκα ότι μπορούσα να είμαι χρήσιμος εκεί με άλλο τρόπο. Οι κύκλοι κλείνουν – πονάει αυτό καμιά φορά, αλλά είμαι έτοιμος τώρα να ξεκινήσω κάπου κάτι καινούργιο. Και ελπίζω ότι το φωτεινό έργο που έγινε στην Πειραματική θα συνεχιστεί μέσα από τους ηθοποιούς της, οι οποίοι τώρα στον «Ηλίθιο» υπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο το όραμα που χτίσαμε μαζί. Μια παράσταση που δεν θα είχε υπάρξει αν ο Νίκος Κούρκουλος δεν μας παραχωρούσε ένα γενναίο οκτάμηνο πρόβας. Τον ευγνωμονώ γι’ αυτό».

Οι ηθοποιοί

Νομίζει πως μπορεί να έχει συνέχεια στην Πειραματική χωρίς αυτόν ο ίδιος πυρήνας ηθοποιών; «Θα φανεί και θα κριθεί μετά τον «Ηλίθιο»» απαντά. «Οι άνθρωποι αυτοί έχουν δοκιμαστεί σε μεγάλα ταξίδια και πολύ αντίξοες συνθήκες, είναι μεγάλης αντοχής και υψηλού ήθους. Ταμένοι στο θέατρο. Δεν ξέρω τι θα γίνει στην Πειραματική, αλλά είναι καλλιτέχνες που μόνο να ωφεληθούν μπορούν από καινούργια ταξίδια. Θα γνωρίσουν άλλους σκηνοθέτες, άλλους κώδικες και γλώσσες – πράγμα θετικό. Αλλωστε, έτσι μας δίνεται πολλές φορές η ευκαιρία να καταλάβουμε καλύτερα, να συγκρίνουμε, να εκτιμήσουμε, να εμβαθύνουμε στη δουλειά μας. Θέλω από καρδιάς να πετύχουν όλα όσα θα γίνουν χωρίς εμένα πια στην Πειραματική, γιατί πρώτα απ’ όλα θα κερδίσει το θέατρο».

Και ο ίδιος; «Εγώ σκηνοθετώ ήδη το έργο του Μαξίμ Γκόρκι «Βάσσα» για το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, όπου είχα την τιμή να με καλέσουν ο Βασίλης Πουλαντζάς και η Μπέτυ Αρβανίτη».

Βάσσα, η σκοτεινή μάνα από σίδερο

Αγνωστο είναι στην Ελλάδα το έργο «Βάσσα» του Γκόρκι. Και στην ουσία άπαιχτο εδώ – σίγουρα αυτή η πρώτη του μορφή, που την έγραψε ο Γκόρκι το 1908. «Είναι από τα πρώτα του έργα και από αυτά που μεταφέρουν με φοβερή δύναμη τον δραματικό πυρήνα της σκέψης του και του ουμανισμού του» λέει ο Στάθης Λιβαθινός. «Είναι ένας Τσέχοφ με αιχμές, θα έλεγα. Η ιστορία του πώς διαλύεται μια οικογένεια και πώς μια μητέρα προσπαθεί να συγκρατήσει τα κομμάτια».

Ο Γκόρκι είχε γράψει μια δεύτερη εκδοχή του έργου το 1935, μας πληροφορεί ο σκηνοθέτης, «όταν πια είχε γίνει άνθρωπος του σοβιετικού κατεστημένου και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Εκεί είχε αλλάξει πολλά, και στην υπόθεση και στην ιδεολογία του έργου. Εγώ προτιμώ την πρώτη εκδοχή, γιατί εκεί ο Γκόρκι εκφράζει αυθεντικά και με θάρρος την προεπαναστατική εποχή, την οποία βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για μια ευρωπαϊκή Ρωσία, που κρατώντας γερά τους κλασικούς της -Πούσκιν, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι- είναι ταυτόχρονα σιντριβάνι νέων ιδεών, οι οποίες άρδευσαν τότε ολόκληρη την Ευρώπη σε όλες τις τέχνες – ζωγραφική, μουσική, χορό, λογοτεχνία, θέατρο. Γεννάει καινούργιες ιδέες τότε η Ρωσία, είναι ο έφηβος της Ευρώπης. Φέρνει έναν καινούργιο κόσμο, ο οποίος μάλιστα δεν είχε ακόμα τότε χρωματιστεί πολιτικά. Αλλά τον καιρό που γράφεται η «Βάσσα», μόλις έχει γίνει η επανάσταση του 1905, που υπήρξε ένα σοκ για τη Ρωσία. Απέτυχε μεν, αλλά ταρακούνησε συνειδήσεις. Και η Βάσσα, αυτή η φοβερή μάνα που αγωνίζεται να κρατήσει πάση θυσία ενωμένη την οικογένειά της, έχει μέσα της μετασεισμούς από αυτό το ταρακούνημα. Μαζί όμως και μια πολύ σκοτεινή δύναμη…».

Εμπόρισσα, εργοστασιάρχισσα από τον Βόλγα, η τρομερή Βάσσα παίρνει στα χέρια της τα ηνία του σπιτιού, ενώ πεθαίνει ο άσωτος άντρας της, και προσπαθεί να το σώσει από την καταστροφή. Γιατί σ’ αυτή την οικογένεια όλοι ονειρεύονται να φύγουν, να ζήσουν μια καλύτερη ζωή. «Μητρική μορφή, αλλά και σκοτεινή όσον αφορά τις παρορμήσεις της» παρατηρεί ο σκηνοθέτης. «Δίνει τον τελευταίο μεγάλο αγώνα της για να σώσει ό,τι απέμεινε, αλλά τον δίνει με κάθε τίμημα. Και το όνομά της ακόμα είναι χαρακτηριστικό: Βάσσα Ζελεζνόβα – ζελέζα θα πει σίδερο. Παμφάγα, αλλά και σωτήρια. Είναι ένας ρόλος που απαιτεί ηθοποιό σε ωριμότητα – και η Μπέτυ Αρβανίτη είναι ηθοποιός που γίνεται κάθε χρόνο όλο και πιο ουσιαστική».

Είναι η τέταρτη σκηνοθεσία του στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Το είχαν συζητήσει από παλιά αυτό το έργο, αλλά ήταν τώρα που έμελλε να γίνει. «Με τις καλύτερες προϋποθέσεις δε, πρώτα πρώτα γιατί έχουμε μια εξαιρετική μετάφραση, έργο της Χρύσας Προκοπάκη, και έναν επιλεγμένο θίασο: Μάνος Βακούσης, Κώστας Γαλανάκης, Ευτυχία Γιακουμή, Μαρία Καλλιμάνη, Ηλίας Κουνέλας, Αννα Κουτσαφτίκη, Ελένη Ουζουνίδου, Δημοσθένης Παπαδόπουλος και Τζίνη Παπαδοπούλου. Σκηνικά – κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου, φωτισμοί Αλέκος Αναστασίου και μουσική Θοδωρής Αμπαζής».

Πώς θα είναι η όψη της παράστασης – εποχής, όπως το έργο; «Δεν πρέπει να το μαρτυρήσω, πάντως είναι κάτι ακραίο και νομίζω ότι θα είναι και καθοριστικό για την παράσταση. Κάτι πολύ σύγχρονο πάντως. Δραστικό στον χώρο – μην ξεχνάτε ότι το Θέατρο Πράξη της Αρβανίτη γιορτάζει φέτος τα 20 χρόνια του».

Με ερευνητική ματιά

Ανάλογα ακραία θα είναι η σκηνοθετική αντίληψη; «Θα έχει πάντως έναν ερευνητικό χαρακτήρα – πώς μπορούμε σήμερα να προσεγγίσουμε τον Γκόρκι και το συγκεκριμένο έργο. Πρέπει η παράσταση να περιέχει ένα σύγχρονο προβληματισμό -και εικαστικό, και υποκριτικό- για το ποιος μπορεί να είναι αυτός ο διχασμένος άνθρωπος του 20ού αιώνα που προσπαθεί να δώσει ο Γκόρκι στα έργα του. Ο Γκόρκι είναι ακραίος συγγραφέας. Θαυμάζοντας το ψυχολογικό γράψιμο του Τσέχοφ και φορτίζοντάς το ακόμα περισσότερο, προσφέρεται για ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις και στην υποκριτική…».

Δηλαδή, έτσι θα το σκηνοθετούσε αν το ανέβαζε στην Πειραματική; «Νομίζω ναι. Δεν θα μπορούσα να δουλέψω αλλιώς. Και νομίζω άλλωστε ότι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η Μπέτυ θέλει τη συνεργασία μου. Ισως στην Πειραματική να έδινα λίγο χρόνο παραπάνω στην πρόβα. Αλλά και τώρα δουλεύει με τέτοια ανταπόκριση και τέτοια αγάπη ο εξαιρετικός αυτός θίασος, που παρακολουθεί απολύτως και δίνει νόημα σ’ αυτό που προσπαθώ να κάνω».