ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Δεν ζωγραφίζω χαρακτήρες αλλά σώματα»

Ο Γιώργος Ρόρρης έχει το εργαστήριο του σαν κουκούλι. Εκεί κλείνεται με το μοντέλο του, εκεί εξελίσσεται ζωγραφικά, όπως το έντομο βιολογικά. Η τελευταία του έκθεση που εγκαινιάστηκε την περασμένη εβδομάδα στην αίθουσα τέχνης Μέδουσα, παρουσιάζει μια νέα σειρά έργων, κυρίως γυναικεία γυμνά. Τα σώματά τους μαγνητίζουν τον θεατή, τον τραβούν να μπει στα «σωθικά» του καμβά. Από τους πλέον προικισμένους καλλιτέχνες του καιρού μας, ο Ρόρρης μιλά στην «Κ» με πάθος για την ζωγραφική και την προσωπική του πορεία.

– Εχετε μπει ποτέ στον πειρασμό να αποστασιοποιηθείτε από το χώρο του εργαστηρίου σας. Να ζωγραφίσετε άλλα πράγματα πέρα από ανθρώπους μπροστά σε τοίχους;

– Ποτέ δεν έχω σκεφθεί ότι το περιβάλλον παραμένει το ίδιο, ενώ αλλάζουν τα μοντέλα μου. Αντιθέτως, είμαι βέβαιος ότι ο άνθρωπος που ζωγραφίζω διαποτίζει με την παρουσία του το χώρο, το μεταβάλλει κάθε φορά. Το περιβάλλον ανήκει αποκλειστικά στο μοντέλο. Οι τοίχοι ή το πάτωμα λ.χ. είναι διαφορετικά απεικονισμένοι σε κάθε πίνακα γιατί η αύρα του ανθρώπου που έχεις μπροστά σου αναγκάζει το χέρι σου να ακολουθήσει μια προσωπική γραφή.

– Πώς επιλέγετε τα μοντέλα σας;

– Διαλέγω μοντέλα που δεν είναι επαγγελματίες. Διαισθάνομαι ότι έχουν μια ουσία που θα κρατήσει το βλέμμα μου πάνω τους, με ενδιαφέρον και περιέργεια, για τέσσερις μήνες. Να δημιουργήσουν με την παρουσία τους κάτι που δεν υπάρχει. Διότι ο πίνακας δεν είναι αντιγραφή ενός αρχετύπου αλλά μια επινόηση, μια διαφορετική ιστορία, ένα καινούργιο διήγημα. Τα μοντέλα ούτε ξέρω τι θα μου βγάλουν. Μια μειλίχια χαμογελαστή κοπέλα μεταμορφώθηκε στον καμβά. Το χρώμα της επιδερμίδας, η στάση που διάλεξε, μια ουλή που είχε στο σώμα της με έκαναν να τη ζωγραφίσω σαν μια κραυγή, έναν σπασμό, με βία. Μια άλλη κοπέλα, δυναμική και αυτάρκης εκ πρώτης όψεως με οδήγησε να κάνω δύο εικόνες της γαλήνιες και τρυφερές. Εγώ όμως δεν ζωγραφίζω χαρακτήρες αλλά σώματα. Και τα σώματα είναι το φαίνεσθαι, αυτό καθεαυτό. Φτιάχνεις έναν πίνακα για να καταλάβεις τον άλλο που στέκεται απέναντί σου.

Δυνατές εικόνες

– Νιώθετε ότι διεισδύετε στο είναι του άλλου; Είναι μια ψευδαίσθηση κυριαρχίας;

– Διευσδύω στο δικό μου είναι. Εχω την πεποίθηση ότι ζωγραφίζοντας κάποιον, εν μέρει απεικονίζεις εκείνον, εν μέρει εσένα. Ολοι οι πίνακες είναι κατά βάθος αυτοπροσωπογραφίες, είτε είναι νεκρή φύση είτε τοπιογραφίες. Το ζωγραφικό έργο δημιουργείται από το σώμα μου όπως ακριβώς η αράχνη εκχύει το σάλιο της και φτιάχνει τον ιστό της. Δεν είναι εγκεφαλική η διαδικασία. Αφορά τη διάνοια, αλλά μόνον εκ των υστέρων αφορά την κρίση και την μνήμη του θεατή. Με ενδιαφέρει να κάνω δυνατές εικόνες που να εγγράφονται στο βλέμμα του άλλου. Πρώτα όμως πρέπει να εγγραφούν στο δικό μου μυαλό. Να τις πιστέψω.

– Τι είναι ζωγραφική;

– Ανασύρω από το χάος της πραγματικότητας που μας περιβάλλει κάτι που θα παραμείνει στον καμβά ως σταθερή μορφή και ως παρακαταθήκη για τους μεταγενέστερους. Απέναντι από το καβαλέτο μου έχω την αυτοπροσωπογραφία του Ρέμπραντ να με κοιτάζει. Νιώθω δημιούργημα της ματιάς του. Ο ίδιος ο Ολλανδός ήταν δημιούργημα της ματιάς του Λεονάρντο. Κάθε ζωγράφος φέρει εντός του όλη την ιστορία της ζωγραφικής και με τη σειρά του συστήνει στους άλλους μια παράδοση. Μπορεί τα έργα να μην αντέξουν στο χρόνο. Αν όμως το κάνουν, θα γίνουν το παρελθόν του μέλλοντος. Το να φέρεις μέσα σου άλλους ζωγράφους σημαίνει επίσης ότι προσπαθείς να βρεις παράλληλα τη δική σου φωνή. Αν ζωγραφίζω έχοντας στον μυαλό μου τον Βαν Γκογκ που θαυμάζω, το μόνο που κάνω είναι να αναπαράγω την νοσταλγία του μουσείου. Το δαιμονικό στοιχείο της ζωγραφικής είναι ότι όταν βλέπεις έναν σπουδαίο πίνακα κάποιου καλλιτέχνη, είναι σαν να φαντάζεσαι αυτόματα και το χέρι που τον έκανε: πώς έβαλε την πινελιά, τι χρώμα χρησιμοποίησε. Τίποτα δεν αλλοιώνεται.

Γυναικεία γυμνά

– Γιατί κάνατε γυμνά;

– Οι γυναίκες δεν είναι γυμνές αλλά ντυμένες την γυμνότητά τους. Οταν βρεθεί η πόζα, ο άνθρωπος είναι σαν να φοράει ρούχα, γίνεται πορτρέτο.

– Ξεκίνησατε ζωγραφίζοντας οικεία πρόσωπα και τώρα περάσατε στους αγνώστους. Πώς νιώθετε;

– Οντως άρχισα με φίλους και γνωστούς. Σαν το ΠΑΣΟΚ. Ευτυχώς δεν έχω μέλη. Για να σοβαρευτώ όμως, ακόμα και οι άγνωστοι σταδιακά, με κάθε πινελιά, γίνονται δικοί μου. Το μοντέλο έχει μια ψυχοδυναμική. Πρέπει να το παρατηρήσεις εξονυχιστικά. Να δεις πώς περπατάει. Πώς κατοικεί το σώμα του. Αλλιώς δεν γίνεται να το ζωγραφίσεις. Το πορτρέτο δεν έχει να κάνει με το σχήμα του προσώπου και το χρώμα των ματιών, αλλά είναι μια ιστορία για την προσωπικότητα, τη γενιά, την κοινωνική κατάσταση και τα βιώματα κάποιου. Αν μάλιστα ζωγραφίζεις γυμνά, είναι ακόμα πιο δύσκολο.

– Τι αναζητάτε ωριμάζοντας;

– Δεν με ενδιαφέρει να πάω να δω ή να κάνω εξωραϊσμένη τέχνη που να αφήνει τους άλλους άναυδους. Θέλω να κάνω έργα με ανθρώπους στα οποία βγαίνει η αδυναμία, τα ελαττώματά τους, τα χούγια τους. Τελειώνοντας τον πίνακα, μπορεί να έχω την αίσθηση ότι δεν τα κατάφερα καλά και να συνειδητοποιήσω την ήττα μου, να καταγράψω αυτό που έβλεπα. Οι απαιτήσεις ως προς τον εαυτό μου είναι πολύ αυξημένες, ίσως διότι ζούμε και είμαστε θρέμμα ενός μικρού κράτους. Αν ήμουν Ισπανός ή Γάλλος, δηλαδή γεννημένος σε χώρες που έχουν μεγαλύτερη ζωγραφική παράδοση, θα ήμουν πιο χαλαρός και δεν θα απαιτούσα τόσο από τον εαυτό μου.

Οι δάσκαλοί μου

– Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών έχουμε πολύ καλούς τεχνίτες στη ζωγραφική.

– Νομίζω ότι ξεκίνησε με την πτώση της Χούντας. Τότε απελευθερώθηκαν οι ζωγράφοι και ένιωσαν ότι μπορούσαν να κάνουν ό,τι θέλουν και όχι να καταγγείλουν και να φτύσουν στα έργα τους. Υστερα, ήμαστε τυχεροί που είχαμε καλούς δασκάλους. Η ΑΣΚΤ όταν εγώ φοιτούσα, είχε μια ερωτική ατμόσφαιρα. Οι καθηγητές είχαν έρωτα για τη διδασκαλία και μας άφηναν ελεύθερους. Ο Τέτσης που θεωρείτο αυστηρός ουδέποτε με περιόρισε στις επιλογές μου. Κι εκείνος και ο Μόραλης ήξεραν από τέχνη, αρχαιοελληνική και βυζαντινή.

– Πολλοί νέοι ζωγράφοι σας αντιγράφουν. Πώς αισθάνεστε;

– Μπορεί να αντιγράφεις κάποιον αλλά ειδικά στα παρθενικά σου έργα εμπεριέχεται και ένα κομμάτι από αυτά που θα κάνεις αργότερα. Οταν ήμουν είκοσι ετών είχα ζωγραφίσει έναν πίνακα που έμοιαζε πολύ με το ύφος του Τσαρούχη αλλά είχε εν σπέρματι και όλα όσα έκανα μετά στην ζωγραφική μου, το DNA μου. Σαν συμβουλή προς τους νεότερους, πάντως, θα έλεγα να μη φοβούνται να κάνουν αποτυχημένα έργα. Από το πείσμα της αποτυχίας θα καταφέρουν να κάνουν κάτι.

Ποιος είναι

Ο Γιώργος Ρόρρης γεννήθηκε στον Κοσμά Κυνουρίας το 1963. Σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ με δάσκαλους τον Π. Τέτση και τον Γ. Βαλαβανίδη. Συνέχισε τις σπουδές του στην Beaux Arts του Παρισιού, στο εργαστήριο του Λεονάρντο Κρεμονίνι. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 το πορτρέτο γίνεται κεντρικό θέμα των έργων του. Γυναικείες και ανδρικές μορφές απεικονίζονται με ένταση και ψυχογραφική διάθεση. Το 2001, τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο για Νέο Ζωγράφο κάτω των 40 ετών. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Η έκθεσή του θα διαρκέσει έως τις 19 Ιανουαρίου.