ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μεταξύ της επίγνωσης και της απόγνωσης

Κική Δημουλά: «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως». Εκδόσεις «Ικαρος», 2007, σελ. 85.

Ακριβώς πενήντα χρόνια πριν, το 1958, στο ποίημα «Πρόλογος», με το οποίο άνοιγε η συλλογή «Ερήμην», η δεύτερη της Κικής Δημουλά (γεν. το 1931) «μιλάει το εξώφυλλο» και κατά κάποιον τρόπο προσδιορίζει τον κόσμο της ποιήτριας, την περιοχή των αισθημάτων που είναι αποφασισμένη να γεωγραφήσει: «Αχθοφόρος μελαγχολίας, / λοιπόν, ορίστηκα». Την άμεση καταγωγή της ποίησής της από τη θλίψη, η οποία ωστόσο ουδέποτε τρέπεται σε κατάθλιψη ή ανθρωποφοβία, την υποδεικνύουν πολλοί άλλοι στίχοι της, διάσπαρτοι στο εκτεταμένο έργο της, αρκεί ωστόσο εδώ, σαν δείκτης, ένα απόσπασμα από το ποίημα «Αυτοσυντήρηση» της συλλογής της «Το λίγο του κόσμου» (1971) για να φανερώσει με ποια «κινήματα ψυχής» σχετίζεται οργανικά και αδιάσπαστα η καλλιτεχνική της συνείδηση, ποιας τάξεως ορυκτά φέρνει στο φως για να τα επεξεργαστεί: «Αν μένει πάντα κάποια γύρις / στα τελειωμένα πράγματα / για την επικονίαση / της εμπειρίας, της λύπης / και της ποίησης».

Στην ίδια κλίμακα με βαθμίδες την εμπειρία, τη λύπη και την ποίηση, ανεβαίνει και η καινούργια συλλογή της Δημουλά, υπό τον τίτλο «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως». Δεν πρόκειται για αποφασιστική, ριζική μετακίνηση, για αλλαγή είτε πεδίου είτε οπτικής, αλλά για μια μικρή μετατόπιση που δεν αφήνει πίσω της ορισμένες από τις «εστίες» που επίμονα ανάβει και ξανανάβει η ποιήτρια (υπάρχουν λόγου χάρη και εδώ ποιήματα με πρώτη ύλη τους τις φωτογραφίες και ό,τι ανακαλούν, αλλά και στιγμές της θρησκευτικής ιστορίας «ανορθόδοξα» ανεπτυγμένες, όπως το ποίημα «Η λύτρωση της Μαγδαληνής»). Οσο μπορώ να δω, ό,τι έμεινε πίσω κατά τη μεταφορά αυτή είναι ορισμένα από τα τεχνάσματα που χαρακτήριζαν την ποίηση της Δημουλά, δίνοντάς της το ιδιαίτερο ύφος της. Ενδεχομένως η επιλογή μιας λιτότερης αφήγησης (γιατί η ποίηση της Δημουλά παραμένει δραστικά αφηγηματική) απέρρευσε από τον φόβο μήπως η ποιητική μετατραπεί σε ρητορική, μήπως δηλαδή τα στρατηγήματα της έκφρασης λειτουργήσουν πια σαν τρυκ που όσο εντυπωσιάζουν άλλο τόσο απειλούν να κρατήσουν στην επιφάνεια των λέξεων και των πραγμάτων τον γητεμένο αναγνωστικό οφθαλμό (ιδίως αυτόν που αποφασίζει να σταθεί στα βιβλία της Δημουλά όχι από ανάγκη για ποίηση αλλά από συμμόρφωση προς κάποιον συρμό).

Στη νέα συλλογή, λοιπόν, υπάρχουν ζεύγη λέξεων που αιφνιδιάζουν με την τυπική ανοικειότητα των μελών που τα απαρτίζουν («πριονωτό ανεπίστρεπτο», «ισόγεια μνήμη», «απαρνητικά πόδια», «ιδεολόγο βάρος», «εμπειρογνώμων υπερβολή», «απόκρημνη αίσθηση»), αλλά δεν είναι τόσο συχνά όσο παλαιότερα, μειώθηκε η χρήση επιθέτων ως ουσιαστικών, αραίωσαν οι ανθρωπομορφικές εικόνες και έλειψαν σχεδόν εντελώς οι νεολογισμοί, επίσης συχνοί στο προηγούμενο έργο της.

Αντίθετα, νομίζω ότι έχει επιταθεί ο ήδη ισχυρός γνωμικός τόνος, ο οποίος και ετοιμάζει στιχουργημένους αφορισμούς άλλοτε άλλης οξύτητας, το μέγεθος της οποίας εξαρτάται από το ποιος τελικά γνωματεύει για τα ανθρώπινα, η εμπειρία ή η ρητορεία. Ιδού μερικοί αφορισμοί, από τους λυσιτελέτερους: «χωρίς το περιττό / στιγμή δε ζει το απαραίτητο» (κι ο Βολταίρος, αν θυμάμαι καλά, κήρυσσε πως δεν υπάρχει τίποτε πιο αναγκαίο από το περιττό, το τυπικά πολυτελές), «Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε / υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα / ποτέ καμιά πραγματικότης / δε θα μας είχε αγαπήσει», «λες και είδε ποτέ ξεκάθαρα η αγάπη», «η αγάπη πεθαίνει πριν προλάβει να γεράσει», «κάθε φιλί / αποτελείται εξολοκλήρου από τον κίνδυνο / να ‘ναι το τελευταίο. / Διαρκές είναι μόνο / εκείνο το φιλί που ουδέποτε εδόθη», «η ελαχιστότητα μιας ιστορίας / είναι που σωριάζει τόσον όγκο λύπης».

Αν προηγούμενες συλλογές της Κικής Δημουλά οργανώνονταν γύρω από το ζεύγος Μνήμη / Λήθη, το «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως» σχεδιάζεται με βάση το ζεύγος Επίγνωση / Απόγνωση (ένα δεύτερο κρίσιμο εννοιολογικό ζευγάρι, στα ίχνη του σολωμικού «έρως και χάρος», δημιουργείται από στίχους όπως «Περιττός θάνατος / δεν είναι και ο έρωτας;» και «είναι μεγάλη ευκολία / ο θάνατος κι ο έρωτας να έχουν / τον ίδιο φωτισμό»). Για την επίγνωση, την πικρότατη επίγνωση ότι «περιττός ο άνθρωπος / όμως για κάποιο λόγο αιώνια δες / τι απαραίτητος του είναι / του θανάτου», μιλάει με σχεδόν σπαρακτική αμεσότητα το δεύτερο κιόλας ποίημα της συλλογής, που αντί τίτλου φέρει δύο φράσεις της μεγάλης Αμερικανίδας ποιήτριας Εμιλι Ντίκινσον, μετά λόγου γνώσεως αποσπασμένες από επιστολές της: «Σας γράφω συχνά, και ντρέπομαι πολύ γι’ αυτό», και «Συγχωρήστε τα σπάραχνα που γυρεύουν αέρα». Δεν ηττάται από την επίγνωση η Δημουλά, άλλωστε η νοησιαρχούμενη πλευρά της ποίησής της σπάνια αποδείχθηκε λιγότερο ισχυρή από την αισθηματολογική. Ξεκαθαρίζει με ευθύτητα πως είναι «πνιγηρή του καθενός μας η δύση», αυτό όμως δεν την οδηγεί προς κάποιον καθυστερημένο καρυωτακισμό. Δεν αναδέχεται λοιπόν την ακρόχολη «υποθήκη» που συνιστούν οι γνωστοί στίχοι του Κώστα Καρυωτάκη, «Οταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, / μπορούνε με χίλιους τρόπους. / Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής, / όταν ακούς ανθρώπους», αλλά και εδώ, και τώρα, αναζητεί στους άλλους ανθρώπους, στον κόσμο, αντιφάρμακο για το δηλητήριο της επίγνωσης: «Δυσπνέεις. Κατανοητό. / Πνιγηρή του καθενός μας η δύση. / Κάνε όμως κάτι, σκαρφάλωσε / ή / χτύπα συνθηματικά τον τοίχο / του διπλανού τρόμου / ή / έστω θυμήσου λίγο παράθυρο / άσε κουφωτό ένα λάθος / να μπαίνει ελάχιστος άνθρωπος / ίσα να φέγγει να διακρίνεις / να μη χτυπάς επάνω στις κόγχες / της επίγνωσης».

Για τον δεύτερο πόλο, την Απόγνωση, την «πιο ανθεκτική απ’ όλες τις λύπες» (η οποία μάλιστα παραδίδεται τρεις φορές με κεφαλαίο το πρώτο της γράμμα), μιλάει το αμέσως επόμενο ποίημα του βιβλίου, υπό τον τίτλο «Κατ’ ευφημισμόν γνωρίζουμε» ή μάλλον μιλάει η ίδια η Απόγνωση, για να εκφράσει προσωποποιημένη το διαρκέστερο παράπονο του ανθρώπου: «ώς πότε θα καλύπτουν το έλλειμμα τα όνειρα». Η λέξη «όνειρα» και η λέξη «απώλεια» (σαν ένα βαρύτερο όνομα του «ελλείμματος») είναι από τις συχνότερα εμφανιζόμενες στα ποιήματα της συλλογής, είτε συσχετιζόμενες (όπως στο ποίημα «Εκμαγείο ενοχής»: «Λες να μη με ξαναονειρευτεί / αυτή η πολύ συνηθισμένη απώλεια;») είτε η καθεμία στο δικό της περιβάλλον.

Και άλλες φορές έχει μιλήσει βέβαια η Δημουλά και για το όνειρο, όπως στο ποίημα «Ονειροκρίτης» της συλλογής «Η εφηβεία της λήθης» του 1994 («Θα ‘ρθω κι εγώ μαζί σας όπου πάτε / λέει το ανεκπλήρωτο στα όνειρα») ή, με κάποια φιλοπαιγμοσύνη, στον «Διονυσιασμό του στείρου» της ίδιας συλλογής («Το μακρόν όνειρον προ του βραχέος χρόνου / τι κάνει οξύνεται ή περισπάται;»), αλλά και για την απώλεια. Ενώ όμως στη συλλογή της «Ηχος απομακρύνσεων» του 2001 ο τόνος είναι σαρκαστικός («Τοις μετρητοίς μην παίρνεις την απώλεια. / Είναι τερατολόγος μελοδραματική. / Κακώς σπεύδεις να προμηθεύεσαι / μεγάλο μήκος λύπης»), τώρα, με το ποίημα «Το πρόβλημα της στέγης», το σπίτι της απώλειας δηλώνεται σαν το πλέον οικείο, ίσως και το δημιουργικότερο, για τον άνθρωπο: «Κύριε / μη μας πάρεις κι άλλο / τις απώλειές μας. // Δεν έχουμε πού αλλού να μείνουμε».

Από την ίδια πηγή αναβλύζουν η επίγνωση και η απόγνωση, από την πεποίθηση πως «άγνωστη μάς είναι άγνωστη / του πεπρωμένου μας η θηριώδης καταγωγή», για τούτο και συχνά δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να μετασχηματιστεί η επίγνωση σε απόγνωση. Στην ποίηση της Δημουλά πάντως τέτοια «μεταφορά» δεν συντελείται. Γι’ αυτό και μπορεί να λειτουργήσει παραμυθητικά όσο υπηρετεί τη γνώση μας για τα ανθρώπινα.