ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Για την τρέχουσα ενήλικη αντίληψη, σχολείο σημαίνει αμφιβόλου καταλληλότητας δάσκαλοι ή καθηγητές και καταναγκαστική απογευματινή μελέτη· προφορική ή γραπτή εξέταση και τριμηνιαίοι έλεγχοι προόδου· απειράριθμες παιδικές δραστηριότητες (μπαλέτο, μουσική, άθληση, υπολογιστές) και ανέλεγκτο εφηβικό ξενύχτι – με κορυφαία κατάληξη της δωδεκαετούς μαθητικής ζωής, τον εξοντωτικό βαθμοθηρικό παροξυσμό που επιβάλλει στην ελληνική οικογένεια ο θεσμός των Πανελληνίων. Προσεγγίζοντας την εκπαίδευση από μια άλλη σκοπιά, το λεύκωμα του Αλέξη Δημαρά «Σχολή Μωραΐτη 1936-2006. Ξεφυλλίζοντας 70 χρόνια παιδείας» (σελ. 211) αποκαλύπτει ότι αναδιφώντας τις άδηλες για τους περισσότερους από εμάς εσωτερικές του πτυχές, ο όρος σχολείο μπορεί να σημαίνει την ανάληψη ενός υπεύθυνου εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, το οποίο ξεκάθαρα αποσκοπεί στην πνευματική παίδευση και την ψυχολογική διάπλαση της νέας γενιάς εν μέσω αναρίθμητων πολιτικών και κοινωνικών αντιξοοτήτων.

Η Σχολή Μωραΐτη ή το Πρότυπον Λύκειον Αθηνών, όπως αρχικά ονομαζόταν, ιδρύθηκε από τον ελβετικής παιδείας Κάρολο Μπερζάν το 1936. Με τον θάνατο του ιδρυτή του το 1952, το σχολείο μεταβιβάστηκε στο παλαιό ικανότατο στέλεχος Αντώνη Μωραΐτη και παράλληλα αποφασίστηκε η μεταφορά των εκπαιδευτηρίων από την οδό Μαυροματαίων, όπου στεγάζονταν, στο Ψυχικό. Και οι δύο διευθυντές υπήρξαν ισχυρές προσωπικότητες με ξεκαθαρισμένους στόχους και σαφή αντίληψη της πραγματικότητας, πλαισιωμένοι από βαρυσήμαντες προσωπικότητες και ικανοί να προσελκύουν αξιόλογους συνεργάτες. Ο Δημήτρης Ροντήρης, η Κούλα Πράτσικα, ο Δημήτρης Μητρόπουλος γύρω από τον Κάρολο Μπερζάν, ο οποίος υπήρξε υπέρμαχος του προοδευτικού ευρωπαϊκού «κινήματος της Νέας Αγωγής». Ο Αγγελος Τερζάκης, ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Παντελής Πρεβελάκης γύρω από τον Αντώνη Μωραΐτη, ο οποίος υπήρξε υπέρμαχος του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Κοινός στόχος και των δύο, η δημιουργία ενός ανθρώπινου δημιουργικού σχολείου με την εισαγωγή πρωτοποριακών παιδευτικών μεθόδων και την καλλιέργεια φιλελεύθερου φρονήματος, με την ανάληψη πειραματικών καινοτομιών και με τον συνεχή αγώνα τους να παρακάμψουν τις αλλεπάλληλες κρατικές παρεμβολές, τις οποίες υπαγόρευε η χαλεπή κοινωνική πραγματικότητα κατά τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωής του σχολείου – ώς την απριλιανή, δηλαδή, δικτατορία του 1967. Στις ανελεύθερες υπουργικές εγκυκλίους, στους ασφυκτικούς περιορισμούς της διδακτέας και εξεταστέας ύλης, στις διαρκείς απόπειρες χειραγώγησης των κοινωνικών φρονημάτων, το σχολείο αντιπαρέθετε έτσι καινοτομίες όπως το εκπαιδευτικό σύστημα Decroly, τα ψυχολογικά εργαστήρια, τους ομίλους ενδιαφερόντων και τις μαθητικές κοινότητες, την έμφαση στη διδασκαλία του μαθήματος των Νέων Ελληνικών. Δεν είναι επομένως παράδοξο ότι στις κρίσιμες εκπαιδευτικές συγκρούσεις όπως η περίφημη «δίκη των τόνων» στην Κατοχή ή η εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση Παπανούτσου στη δεκαετία του ’60, αυτονοήτως διεύθυνση και διδακτικό προσωπικό της Σχολής συμπαρατάχθησαν με τους ριζοσπαστικούς εκπαιδευτικούς κύκλους.

Ηπροσφορά του λευκώματος του Αλέξη Δημαρά είναι διπλή: Χρονικό της ιστορίας ενός σχολείου με μακρά φιλελεύθερη παράδοση και παράλληλα συμβολή στην ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής εκπαίδευσης. Το έργο στηρίχθηκε στα πλουσιότατα τεκμήρια του σχολικού αρχείου και των προσωπικών συλλογών – το κείμενο συνοδεύεται έτσι από φωτογραφικό υλικό με υπουργικές εγκυκλίους, δελτία προόδου, μαθητικές εκθέσεις, συνεντεύξεις, εκδηλώσεις, εκδρομές, συγκεντρώσεις. Ιστορικός της εκπαίδευσης με ιδιαίτερο κύρος, ο Αλέξης Δημαράς αξιολογεί στοχαστικά κάθε ψηφίδα που συνθέτει το πανόραμα της ζωής του σχολείου, τοποθετώντας την μέσα στο ευρύτερο εκπαιδευτικό πλαίσιο και περιφρουρώντας ταυτόχρονα το συναισθηματικό της φορτίο. Και παράλληλα καθιστά την εργασία του αναγκαία προϋπόθεση για αυτό που ο ίδιος οραματίζεται ως μελλοντική συγγραφή μιας επιστημονικής ιστορίας του ελληνικού σχολείου.

Οι καινούργιες κτιριακές εγκαταστάσεις του 1971 και η δημιουργία της «Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού» του 1972 μας οδηγούν στον σύγχρονο κύκλο ζωής της Σχολής Μωραΐτη, τη διεύθυνση της οποίας έχει αναλάβει από το 1981 η Χρυσάνθη Μωραΐτη-Καρτάλη. Καινούργιο κλίμα, μεγάλα σχέδια και υπέρμετρη ευεξία θα ακολουθήσουν την πτώση της δικτατορίας. Το σχολείο συνεχίζει την πολιτική των διαρκών αναζητήσεων και των εκπαιδευτικών καινοτομιών διατηρώντας με άνεση τη θέση του στην κορυφή της ελληνικής εκπαιδευτικής πρωτοπορίας – υπόθεση που παρά την πρωτόγνωρη τριαντάχρονη πολιτική ομαλότητα δεν υπήρξε καθόλου απλή. Διότι τόσο οι αδιάκοπες κοινωνικές εντάσεις όσο και η απρόβλεπτα σπασμωδική στάση της επιβλέπουσας πολιτείας δεν παύουν να δημιουργούν ένα εξαιρετικά επισφαλές έδαφος πάνω στο οποίο το σημερινό ελληνικό σχολείο καλείται να χτίσει το οικοδόμημα της δικής του ιδιαίτερης παιδευτικής πολιτικής.