ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μαγεία το να δακρύζεις με κάτι ψεύτικο

Μια ιστορία ξαφνικής επιτυχίας βρίσκεται πίσω από το όνομα του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, του Ρώσου σκηνοθέτη που το 2003 με την πρώτη του ταινία, την «Επιστροφή», τιμήθηκε με το μεγάλο βραβείο του φεστιβάλ της Βενετίας. Το όνομα του 43χρονου σήμερα Ζβιάγκιντσεφ έπεσε εντελώς ξαφνικά στον κόσμο των διεθνών φεστιβάλ. Ενας πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως υποαπασχολούμενος ηθοποιός, κέρδιζε τον Χρυσό Λέοντα από μεγάλα ονόματα με πείρα και ιστορία στον κινηματογράφο. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η δεύτερη ταινία του, η «Αποξένωση» (που προβάλλεται ήδη), ήταν περιζήτητη από όλες τις διεθνείς κινηματογραφικές διοργανώσεις. Οπως συνηθίζεται, ο ισχυρότερος κέρδισε και η «Αποξένωση» πήρε μία από τις θέσεις στο διαγωνιστικό πρόγραμμα των Καννών, όπου τελικά τιμήθηκε με το βραβείο αντρικής ερμηνείας για τον Κονσταντίν Λαβρονένκο, πρωταγωνιστή και της «Επιστροφής». Εκεί συναντήσαμε τον Ζβιάγκιντσεφ, να μιλάει με σιγουριά -παρά τις αντικρουόμενες κριτικές- για τη νέα ταινία του, μεταφορά μιας ιστορίας του Γουίλιαμ Σάρογιαν, που αναφέρεται στην κρίση που περνάει μια οικογένεια όταν αφήνει την πόλη για να ζήσει στην εξοχή. Το ταρκοφσκικό στυλ παραμένει εμφανές στο σινεμά του Ζβιάγκιντσεφ. Ομως ο ίδιος δείχνει πλέον ενοχλημένος όταν τον συγκρίνουν με τον Ρώσο κορυφαίο δημιουργό και δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι έχει κλάψει στο φινάλε του «Κινγκ Κονγκ».

– Υπήρξε μεγάλη πίεση για εσάς για τη δεύτερη ταινία, έπειτα από την επιτυχία της «Επιστροφής»;

– Υπάρχει η αντίληψη ότι το δεύτερο έργο έπειτα από μια επιτυχία είναι συνήθως αποτυχία. Το ξέρω πολύ καλά αυτό από την εμπειρία μου από το θέατρο και υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που μου το έλεγαν συχνά. Μάλιστα μου μιλούσαν για καταστροφή. Δεν υπάρχει λόγος να αντιμετωπίζεις με δεισιδαιμονία τη δεύτερη ή την τρίτη ή την ένατη ταινία. Πρέπει απλώς να έχεις μια ιδέα και να προχωράς με αυτή. Για μένα δεν είναι σημαντικός ο ανταγωνισμός, γι’ αυτό και δεν ήταν το σπουδαιότερο για μένα το γεγονός ότι η ταινία μπήκε στο διαγωνιστικό πρόγραμμα των Καννών. Το σημαντικότερο είναι να έχω τη δυνατότητα να δείξω τη δουλειά μου. Ηδη νιώθω τυχερός και μόνο μ’ αυτό. Στα φεστιβάλ δεν μπορείς να εμπιστευθείς απόλυτα τις επιτροπές. Είναι εννιά άνθρωποι με διαφορετικά γούστα. Οπότε και τα βραβεία είναι κάπως σαν λαχείο. Γι’ αυτό και δεν είναι τόσο σπουδαία για μένα.

Ο Διωγμός

– Η «Αποξένωση» του τίτλου τι ακριβώς σημαίνει και πού αναφέρεται;

– Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο διωγμός από τον παράδεισο είναι έννοια που μπορεί να δοθεί. Ομως υπάρχει στ’ αλήθεια ο παράδεισος; Και μπορείς να διώξεις κάποιον από εκεί; Οι άνθρωποι μπορούν να πάθουν κακό όταν χάνουν τη βεβαιότητα για τα πράγματα που υπάρχουν στη ζωή τους. Ετσι ο πρωταγωνιστής παθαίνει αυτό ακριβώς. Χάνει τη σιγουριά για ό,τι γνώριζε ότι αποτελεί τη ζωή του και τη σχέση με τη γυναίκα του. Κι αυτό είναι που τον αποξενώνει.

– Στην ταινία υπάρχει μια σαφής διαφορά στον τρόπο που παρουσιάζετε την πόλη και την εξοχή. Και στις δύο περιπτώσεις η εικόνα που δίνουν είναι σχεδόν νεκρή.

– Προσπαθήσαμε να βρούμε μια βιομηχανική πόλη που να μη μοιάζει ρωσική. Θελήσαμε να έχει την εικόνα μιας πόλης των αρχών του προηγούμενου αιώνα, με βιομηχανική ανάπτυξη, αλλά που να μην προδίδει μια σαφή χρονική περίοδο. Είδαμε λοιπόν περιοχές στη βόρεια Γαλλία, που να δίνουν την αίσθηση ότι είναι σχεδόν εξωπραγματικές, χωρίς καμία εικόνα Φύσης, που να μπορούν να δώσουν την εντύπωση ότι δεν ζουν άνθρωποι εκεί. Οσο γι’ αυτό που λέτε για τη Φύση, νομίζω ότι είναι λίγο προκλητικό. Η Φύση δεν μπορεί ποτέ να είναι νεκρή.

Σφίξιμο στο στομάχι

– Με τις ταινίες σας τι προσπαθείτε να καταφέρετε; Να αγγίξετε τον θεατή στη σκέψη ή στην καρδιά;

– Μπορείς να κάνεις μια ταινία και να τα ξεχωρίσεις; Να απευθυνθείς μόνο στο ένα και όχι στο άλλο; Πραγματικά δεν ξέρω. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν συναισθηματικοί δεσμοί του θεατή με την ταινία, αλλά δεν είναι σκοπός μου να προκαλέσω δάκρυα. Αυτό που θέλω να καταφέρνουν οι ταινίες μου είναι να φέρνουν ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η συγκίνηση που συνδέεται με τα δάκρυα στο κινηματογράφο, πιστεύω ότι δεν έχει να κάνει με τα βαθύτερα συναισθήματα, αλλά με τον απλό εντυπωσιασμό.

– Πώς αναπτύξατε το στυλ της κινηματογράφησης που ακολουθείτε, με τα μεγάλα πλάνα και τα αργά τράβελινγκ, που σύμφωνα με πολλούς προέρχεται από το σινεμά του Ταρκόφσκι; Ποιοι σας έχουν επηρεάσει;

– Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω να δώσω πολλές εξηγήσεις επάνω σε αυτό. Δεν υπάρχει κάποια θεωρία πίσω από τις επιλογές μου. Απλώς κάνω τα πράγματα με τον τρόπο που μου αρέσει να τα κάνω. Και κάτι που δεν μου αρέσει είναι να κινείται πολύ γρήγορα η κάμερα. Μ’ αρέσουν τα πράγματα που γίνονται αργά. Οσο για τον Ταρκόφσκι… εδώ και πέντε χρόνια δεν έχω σταματήσει να ακούω γι’ αυτόν, όπως και για τον Τέρενς Μάλικ. Θα έλεγα ότι με έχει επηρεάσει ο Αντονιόνι. Οι ταινίες του ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Μέχρι να δω ταινίες του Αντονιόνι, πίστευα ότι το σινεμά ήταν κάτι που είναι ωραίο να βλέπει κανείς. Μετά πίστεψα ότι είναι ένα θαύμα. Εβλεπα τις ταινίες του και ό,τι ήθελα να συμβεί, συνέβαινε. Με έχουν κάνει να κλάψω οι ταινίες του Μπέργκμαν.

-Αναφέρεστε σε παλιότερους δημιουργούς. Εχετε κλάψει σε ταινία από τότε που έχετε γίνει σκηνοθέτης;

– Είναι πολύ εύκολο να μείνεις στα τεχνικά μέρη όταν ασχολείσαι με το σινεμά. Η μακιγιέζ της ταινίας την είδε και μου είπε ότι δεν κατάλαβε τίποτα επειδή πρόσεχε το μέικ απ. Ταινίες που μου έχουν αρέσει τα τελευταία χρόνια είναι το «Παιδί» των αδελφών Νταρντέν, η «Μανόλια» του Πολ Τόμας Αντερσον, το «American beauty» του Σαμ Μέντες, Δεν θυμάμαι όμως να έχω κλάψει πρόσφατα…

– Πώς αρχίσατε να ασχολείστε με τη σκηνοθεσία;

– Δεν ήθελα να γίνω σκηνοθέτης στον κινηματογράφο. Απλώς έτυχε. Το 1993 ήταν πολύ δύσκολο για μένα. Ημουν ηθοποιός και γύριζα διαφημιστικά και έκανα μικρές δουλειές απλώς και μόνο για να τα καταφέρω να ζήσω. Εκείνη την εποχή ανακάλυψα τον Αντονιόνι και μου έγινε έμμονη ιδέα να βρω και να συνεργαστώ με έναν σκηνοθέτη σαν κι αυτόν. Δεν τον βρήκα φυσικά ποτέ. Αντίθετα, χρειάστηκε να δουλέψω ως οδοκαθαριστής, με το όνειρο να παίξω στις «Τρεις αδελφές». Το ότι στη συνέχεια ασχολήθηκα με τον κινηματογράφο, έγινε σχεδόν τυχαία, χωρίς να το προσπαθήσω καθόλου.

Ο «Κινγκ Κονγκ»

– Πώς σας φαίνονται οι απόπειρες για εμπορικό ρωσικό σινεμά, όπως οι «Φύλακες της νύχτας»;

– Δεν είναι το είδος των ταινιών που παρακολουθώ, οπότε δεν θα ήταν ευγενικό να μιλήσω. Προτιμώ να μην έχω γνώμη γι’ αυτές τις ταινίες. Τυχαίνει πότε πότε να δω εμπορικές ταινίες, αλλά συνήθως δεν με εντυπωσιάζουν. Ο «Κινγκ Κονγκ» όμως με εντυπωσίασε. Μπορεί να ήταν μια ταινία γεμάτη μέγεθος που θα μπορούσες να την πεις και ανόητη, αλλά στο τέλος έκλαψα. Να μια ταινία που με έκανε να κλάψω! Κι αυτή είναι η μαγεία του σινεμά. Να βλέπεις κάτι κατασκευασμένο, κάτι που έχεις απόλυτη συνείδηση ότι είναι ψεύτικο και όμως να σε συγκινεί μέχρι δακρύων.