ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Εχει πλημμυρίσει ο τόπος από τέχνη»

Ο Μαρκ Γουόλιντζερ μοιάζει λίγο με αρκούδα, πράγμα που δεν σε παραξενεύει αν έχεις δει το έργο που παρουσίασε στην έκθεση υποψηφίων για το βραβείο Τέρνερ. Μεγαλόσωμος, πολύ πρόσχαρος, μιλάει ήσυχα και εύγλωττα, ξεσπώντας συχνά σε βρυχηθμούς γέλιου. Την προηγούμενη μέρα από τη συνάντησή μας είχε ανακοινωθεί η βράβευσή του, και ο καλλιτέχνης ξενύχτησε μέχρι τις 3.30 στο «after-party» που έκαναν οι υποψήφιοι του βραβείου σ’ ένα ξενοδοχείο του Λίβερπουλ. Τώρα έχει μπροστά του τα απαραίτητα για να συνέλθει από το ξενύχτι: καφέ, νερό και ασπιρίνες. «Είναι μια καλή μέρα για αρκούδες», λέει χαμογελώντας, με αφορμή την είδηση ότι μόλις έφτασε στο Λονδίνο από το Σουδάν η Γκίλιαν Γκίμπονς, η δασκάλα που παραλίγο να φυλακιστεί επειδή ονόμασε «Μωάμεθ» ένα αρκουδάκι.

Το «Sleeper», το φιλμ του που τον δείχνει να τριγυρίζει σε μια έρημη γκαλερί του Βερολίνου μέσα στη νύχτα μεταμφιεσμένος σε αρκούδα, ήταν το έργο που έδειξε στην έκθεση των υποψηφίων, στην Πινακοθήκη Τέιτ του Λίβερπουλ. Δεν ήταν όμως αυτό το έργο για το οποίο του απονεμήθηκε το βραβείο – ήταν το «State Britain», μια πιστή αναπαράσταση της περίφημης αντιπολεμικής «κατασκήνωσης» του Μπράιαν Χάου μπροστά στο βρετανικό Κοινοβούλιο. Το έργο εκείνο -μήκους 40 μέτρων περίπου- εκτέθηκε στην πινακοθήκη Τέιτ Μπρίτεν, στο Λονδίνο, μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου.

Ο Γουόλιντζερ είχε απαθανατίσει την εντυπωσιακή διαμαρτυρία του Χάου με πάνω από 600 φωτογραφίες, μόλις τέσσερις μέρες προτού καταφθάσουν 78 αστυνομικοί, οι οποίοι απομάκρυναν τα δεκάδες πανό, αφίσες, ταμπλό με πληροφορίες, σημαίες, φωτογραφίες, και όλα τα άλλα συστατικά εκείνου του εκπληκτικού «στρατόπεδου διαμαρτυρίας». Η επίθεση αυτή αντλούσε τη νομιμότητά της από το νομοθετικό διάταγμα περί «Σοβαρού οργανωμένου εγκλήματος» του 2005, το οποίο απαγορεύει εκδηλώσεις διαμαρτυρίας χωρίς άδεια από την αστυνομία σε απόσταση ενός μιλίου από τη Βουλή – μέτρο που ο Μαρκ Γουόλινγκερ πιστεύει ότι παραβιάζει τα πιο βασικά δικαιώματα των Βρετανών πολιτών.

Αισθάνθηκε ότι «ήταν υπέρ του δημόσιου συμφέροντος να καταστήσω ορατό κάτι που είχε εξαφανιστεί εξαιτίας αυτού του ηλίθιου διατάγματος». Βέβαια, αναδημιουργώντας το στην πινακοθήκη Τέιτ Μπρίτεν, το μεταμόρφωσε και το έθεσε εκτός τόπου και χρόνου. «Οταν στήσαμε την έκθεση μέσα στην Τέιτ, κάποιος είπε ότι έμοιαζε λίγο με χωριάτικο πανηγύρι – όλα αυτά τα ταπεινά αντικείμενα μέσα σε αυτό το σπουδαίο νεοκλασικό κτίριο», λέει. «Βέβαια, το έργο τελικά αμφισβήτησε το κτίριο, έθεσε το ερώτημα από πού πηγάζει το κύρος του: η νεοκλασική γλώσσα είναι αυτή που τείνουν να χρησιμοποιούν το χρήμα και η εξουσία».

Χιούμορ και πληροφορία

Η όψη της «κατασκήνωσης» του Χάου, το χειροτεχνικό πάθος και η χαοτική της σύνθεση, άσκησαν έντονη γοητεία στον Γουόλιντζερ «Μ’ αρέσει να έχω την ομορφιά με το μέρος μου, βέβαια. Και υπήρχε κάτι πολύ όμορφο και αληθινό σε αυτήν τη διαμαρτυρία, όλα εκείνα τα πράγματα που είτε τα είχε φτιάξει μόνος του ο Μπράιαν είτε τα είχε μαζέψει. Είχε ένα μελαγχολικό χιούμορ, επίσης, και έδινε πολλές ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Σου έλεγε, π.χ., ακριβώς ποιοι βουλευτές ψήφισαν υπέρ του πολέμου και ποιοι κατά. Και ότι η Βουλή είχε δαπανήσει 700 ώρες για να συζητήσει το κυνήγι της αλεπούς και μόνο επτά για να συζητήσει τον πόλεμο στο Ιράκ». Και προσθέτει: «Η κατασκήνωσή του έμοιαζε σαν πεδίο μάχης. Πραγματικά εξέφραζε την αγωνία του πολέμου, την αγωνία της προσπάθειας να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Το γεγονός ότι το κρεβάτι του Μπράιαν βρισκόταν εκεί, έκανε την κατασκήνωσή του να μοιάζει με συνειδητό εφιάλτη».

Ο Αντριαν Σιρλ, ο τεχνοκριτικός του «Γκάρντιαν», παρομοίασε το «State Britain» με ιστορικό πίνακα του 19ου αιώνα, με έργα όπως «Η εκτέλεση του Μαξιμιλιανού», του Μανέ. «Το παράδειγμα είναι πολύ απρόσιτο», είπε ο Γουόλιντζερ γελώντας τρανταχτά.

Ο Μαρκ Γουόλιντζερ ξεκίνησε ως ζωγράφος. Γεννήθηκε στο Τσίγκγουελ, του Εσεξ, το 1959 (μόλις πρόλαβε, όπως λέει, το ηλικιακό όριο για το Βραβείο Τέρνερ, που είναι για «καλλιτέχνες κάτω των 50») και είχε από μικρός ένα φυσικό ταλέντο στο σχέδιο, που το ενθάρρυναν οι γονείς του. «Ο πατέρας μου με έμαθε να ζωγραφίζω», λέει. «Οι γονείς μου ήταν εκπληκτικά καλλιεργημένοι άνθρωποι, παρότι είχαν παρατήσει το σχολείο στα 15». Ο πατέρας του δούλευε σε ψαράδικο. Στο Chelsea College of Art and Goldsmiths, όπου σπούδασε ζωγραφική, ο Μαρκ έκανε και μια διατριβή για τον Τζέιμς Τζόις. «Ο Τζόις σου χαλάει τη διάθεση να διαβάσεις άλλους συγγραφείς. Τα καλύπτει όλα. Και τα αντίστροφα κόμματά του είναι τόσο άσχημα!» Ξεσπάει σε γέλια πάλι. «Την έκανα τη διατριβή μόνο και μόνο επειδή μου απορρίψανε την πρώτη μου ιδέα, που ήταν οι ιπποδρομίες». Είναι παλιό το ενδιαφέρον του για τον ιππόδρομο, κάποτε μάλιστα είχε αγοράσει ένα άλογο κούρσας που το ονόμασε A Real Work of Art και το απαθανάτισε σε ένα μπρούντζινο γλυπτό, ενώ παρουσίασε δύο πίνακες με άλογα ιπποδρόμου στην έκθεση των υποψηφίων για το βραβείο Τέρνερ το 1995, τη χρονιά που βραβεύτηκε ο Ντάμιεν Χερστ.

Εcce Ηomo

Κάποια στιγμή, πριν από δώδεκα χρόνια περίπου, σταμάτησε να ζωγραφίζει, φοβούμενος μήπως παγιδευτεί στην ευκολία που είχε στη ζωγραφική. Αρχισε να κάνει γλυπτά, και το πιο διάσημο ίσως από τα έργα του εκείνης της περιόδου ήταν το Ecce Homo – ένα γλυπτό που θύμιζε τον Χριστό και που είχε στηθεί σην πλατεία Τραφάλγκαρ το 1999. «Πλησίαζε το μιλένιουμ και όλοι μιλούσαν για το γεγονός ότι θα γιορτάζαμε τα 2.000 χρόνια από τη γέννηση του Χριστού. Θέλησα να φανερώσω κάτι που κατά βάθος όλοι γνωρίζουμε, να αναπαραστήσω τον Χριστό σαν έναν ξένο, έναν «άλλο», απειλητικό, όπως είναι σήμερα το Ισλάμ για πολλούς».

Ορισμένες καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες του Γουόλιντζερ φαίνονται ανάλαφρες ή και αστείες, ωστόσο κάθε άλλο παρά απερίσκεπτος είναι ως καλλιτέχνης: κάθε έργο του βγαίνει μέσα από στοχασμό και συναισθηματική βυθομέτρηση. Είναι δύσπιστος απέναντι στο καλλιτεχνικό μάρκετινγκ των ημερών, με τόσο πολύ χρήμα να σκορπίζεται τριγύρω και με τις τιμές να εκτοξεύονται σε απίθανα ύψη. «Οι καλλιτέχνες έχουν γίνει πολύ άπληστοι σήμερα. Οταν τέλειωσα τη Σχολή Καλών Τεχνών, θυμάμαι που πήγα σε μια συζήτηση με θέμα «Υπάρχει μέλλον μετά τη Σχολή Καλών Τεχνών;» και η απάντηση υποτίθεται πως ήταν όχι, αλλά θα εξακολουθούσαμε να παλεύουμε. Το τοπίο σίγουρα έχει αλλάξει. Οι άνθρωποι μιλάνε συνεχώς για χρήμα. Υπάρχει όμως τίποτα το ενδιαφέρον στο χρήμα;»

«Από την άλλη μεριά», προσθέτει, «οι καλλιτέχνες πρέπει να βγάζουν το ψωμί τους, και οι χορηγίες στην τέχνη είναι πάντα ένα πρόβλημα, είτε πρόκειται για το κράτος, την εκκλησία ή τους πλούσιους τρελάρες. Νιώθεις πως υπάρχει υπερβολικά πολλή τέχνη σήμερα. Εχει πλημμυρίσει ο τόπος από τέχνη». Βάζει πάλι τα γέλια. «Θεέ μου! Τη βλέπεις μπροστά σου όπου κι αν γυρίσεις».