ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Νικηφόρα» ανάγνωση της κοινής γνώμης

Γιάννης Λούλης

Η Μάχη του 2007: Η διαδρομή – Η κάλπη – Οι προοπτικές

εκδ. Α.Α. Λιβάνη, σελ. 325

«Η επικοινωνία αποκτά ρόλο κομπάρσου, μπροστά σε ένα έργο που πρέπει να μιλάει από μόνο του», σημειώνει, πολύ σωστά, ο Γιάννης Λούλης στο τελευταίο βιβλίο του για τη «Μάχη του 2007». Το στοίχημα αφορά τη δεύτερη θητεία Καραμανλή και εξηγείται μετά μια γρήγορη, καλώς εννοούμενη δημοσιογραφική ανάγνωση της πορείας των δύο μεγάλων κομμάτων από το σκηνικό ήττας του ΠΑΣΟΚ στην ανάδειξη της Νέας Δημοκρατίας. Είναι όμως το «χειροπιαστό έργο» που θέλει ο κ. Λούλης αυτό που περιλαμβάνεται στην, πάντοτε ασαφή, ατζέντα «μεταρρυθμίσεων»;

Η απάντηση Λούλη δεν είναι εντελώς καθαρή. Είναι βεβαίως δύσκολο να ορίσεις το περιεχόμενο και το εύρος των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται, να παραδέχεσαι πως είναι δύσκολες αλλά να συμβουλεύεις πως «πρέπει να μην είναι ακραίες». Η κυβερνητική πρακτική αναδεικνύει, κάθε φορά που σηκώνεται έστω και για λίγο το καπάκι των οπισθοδρομικών ή κρατικίστικων πρακτικών που δυναστεύουν τους Ελληνες, πόσο δύσκολο είναι να πετύχει η κυβέρνηση το σωστό μείγμα αλλαγής και συνέχειας.

Μια πλευρά του προβλήματος που συναντά το «κόμμα του Καραμανλή» με την κοινωνία είναι ακριβώς η «ρητορική υποκρισία» ή «δήλωση καθωσπρεπισμού» (σελ. 301 – 304), όπως προσφυώς αποκαλεί τις αντίστοιχες στάσεις ο κ. Λούλης, αναφερόμενος σε όσους συναρτούν τις κυβερνητικές ελλείψεις με την ανάγκη μιας «καλύτερης αντιπολίτευσης». Η απάντηση Λούλη, ευθεία και σκληρή: «Οι κυρίαρχοι εύχονται οι αντίπαλοί τους να είναι σε διαρκή κρίση». Το βιβλίο δεν πρόλαβε την κατάληξη της μάχης για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ, υπάρχει όμως η υπόμνηση προς τον Γιώργο Παπανδρέου πως τα «αληθινά στρατηγικά δεδομένα της ήττας τού διαφεύγουν ή έστω επιλέγει να του διαφεύγουν» (σελ. 308), ενώ το πρόβλημα της αντιπολίτευσης παραμένει πως ενώ «περισσεύουν οι προσωπικές στρατηγικές», το ΠΑΣΟΚ «δεν διαθέτει μια στρατηγική για το μέλλον του». Δεν υπάρχει κανείς λόγος να διαφωνήσει κανείς με τον κ. Λούλη όταν υπενθυμίζει πόσο μοιάζουν το 1996 με το 2007 που μας πέρασε. Η κοινή γνώμη κάνει σαφές σε όλους τους τόνους το «κύμα κόπωσης από τα δύο μεγάλα κόμματα». Είναι αυτός όμως ο λόγος που καθιστά (σελ. 321) τους «πραγματιστές ψηφοφόρους όλο και λιγότερο προβλέψιμους»; Δεν είναι «παράλογοι» σπεύδει να διευκρινίσει ο αναλυτής. Αντίθετα, «λειτουργούν με βάση τον κοινό νου», ενώ «πολιτικοί, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι και αναλυτές, συχνά κατασκευάζουν φανταστικούς κόσμους».

Ελλειψη προετοιμασίας

Στην παρατήρηση αυτή κρύβεται, κατά τη γνώμη μου, η ορθή κρίση που συχνά ξαφνιάζει και ενοχλεί στις παρατηρήσεις Λούλη. Προσεκτικός αναγνώστης των ερευνών που διαβάζουν τις τάσεις που διασταυρώνονται μέσα στην κοινή γνώμη, γνωρίζει πολύ καλά πόσο συχνά απέχει η πραγματική πραγματικότητα από εκείνη που προχείρως κατασκευάζουν τα «δελτία των Οκτώ».

Δεν εξηγεί όμως πώς και γιατί στον πολύ στενό κύκλο της κυβέρνησης, η οξύτητα του θορύβου που δημιουργείται στα Μέσα, οδηγεί τις αποφάσεις του πρωθυπουργού. Με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνει, χωρίς κάπου να το αναλύει, πως ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι η απουσία διεργασιών τριβής και συναίνεσης μέσα στην κοινωνία, σε συνδυασμό με την απουσία ικανοποιητικής προετοιμασίας για τις τομές και πρωτοβουλίες που, κάπως βιαστικά, ονομάστηκαν μεταρρυθμίσεις.

Συμπέρασμα: ανάγνωσμα χρήσιμο όσο και ενδιαφέρον στην πλοκή του, η ματιά του Γιάννη Λούλη επιτρέπει να θυμηθούμε το γιατί και, ταυτοχρόνως, να κοιτάξουμε την πολιτική με τα μάτια ενός ανθρώπου που είχε την ευκαιρία να μιλάει στο αυτί της εξουσίας.