ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κάποια έργα συνομιλούν μεταξύ τους

Από το Κάσελ στη Θεσσαλονίκη. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής και η επιμελήτρια της Ντοκουμέντα του 2007, Ρότζερ Μπουργκέλ και Ρουθ Νόακ, βρέθηκαν για μερικές εβδομάδες στη χώρα μας. Το ζευγάρι -στη ζωή και την τέχνη- συμμετείχε στις φετινές εκδηλώσεις του Πεδίου Δράσης Κόδρα, τη σημαντικότερη εικαστική διοργάνωση της συμπρωτεύουσας που μόλις ολοκληρώθηκε. Ο Μπούργκελ δίδαξε σε σεμινάριο, ενώ η Νόακ ασχολήθηκε με το πρόγραμμα residency, στο παλαιό συμμαχικό στρατόπεδο που κάθε Σεπτέμβριο φιλοξενεί έργα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών.

Τo δίδυμο μίλησε στην «Κ» για τον ρόλο των επιμελητών, τη σημασία των μεγάλων εκθέσεων οι οποίες κυοφορούν τις νέες τάσεις της τέχνης, την εκπαίδευση του κοινού αλλά και την αντιφατική σχέση που έχει η Θεσσαλονίκη με το παρελθόν της. Ο Μπουργκέλ και η Νόακ, αν και έγιναν ευρύτερα γνωστοί μετά την Ντοκουμέντα, δεν εντάσσονται στο σύγχρονο σταρ σύστεμ της τέχνης. Αντιθέτως, ασκούν έντονη κριτική τόσο με τα λεγόμενά τους όσο και με τη δουλειά τους. Από την άλλη δέχθηκαν τα πυρά ορισμένων για το γεγονός ότι προσκάλεσαν τον διάσημο σεφ Φεράν Αντριά να συμμετάσχει στην έκθεση ως καλλιτέχνης.

– Πώς βρεθήκατε στη Θεσσαλονίκη;

– Μας προσκάλεσε ο Χρήστος Σαββίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Κόδρα. Εντυπωσιαστήκαμε από το γεγονός ότι ενώ η πόλη έχει θαυμάσιους παλιούς χώρους που θα μπορούσαν να προορίζονται για εκθέσεις σύγχρονης τέχνης, παραμένουν αναξιοποίητοι. Ναι μεν οι Ελληνες επιθυμούν να προβάλουν ένα σύγχρονο εαυτό, από την άλλη βλέπεις παντού φωτογραφίες της παλιάς Θεσσαλονίκης. Υπάρχει μια προσκόλληση στο παρελθόν, στο Βυζάντιο. Σαν να πλανάται το φάντασμα της Ιστορίας και να σας ωθεί να χωνέψετε το χθες για να δείτε με καθαρό μάτι το αύριο.

– Εχει περάσει ένας χρόνος από τότε που ολοκληρώθηκε η Ντοκουμέντα του Κάσελ. Πώς την κρίνετε με την πολυτέλεια της χρονικής απόστασης;

– Σε εκθέσεις τόσο μεγάλης κλίμακας είναι δύσκολο ακόμα και να διαβάσεις τι έχει γραφτεί στον Τύπο. Μόνο στα εγκαίνια ήρθαν 200 δημοσιογράφοι απ’ όλη τη γη. Κάθε έκθεση, μεγάλη ή μικρή, έχει μια συγκεκριμένη διαδικασία για τον επιμελητή της: να σκεφτεί την τέχνη σε συνάρτηση με το κοινό. Το ότι η Ντοκουμέντα έχει τόσο ισχυρή επιρροή και απήχηση στον κόσμο της τέχνης θα έπρεπε ίσως να διαφοροποιεί τα πράγματα. Ομως δεν το αντιμετωπίσαμε έτσι. Ενδεχομένως να γίνεται πολλή φασαρία με τις μεγάλες εκθέσεις και να δημιουργούνται διασυνδέσεις με το κοινό που δεν κάνουν πολύ καλό στην τέχνη. Ούτε για τους επιμελητές και τους καλλιτέχνες είναι υγιές να ασχολούνται συνεχώς με εκθεσιακά γεγονότα αυτής της κλίμακας, διότι είναι σαν να δουλεύουν μέσα σε μια τεράστια μηχανή, η οποία τους αφαιρεί το δικαίωμα του ελέγχου από μια σειρά πραγμάτων.

<Β>750.000 επισκέπτες

– Το 2007 συνέπεσε η διοργάνωση της Ντοκουμέντα και της Μπιενάλε Βενετίας, των δύο σπουδαιότερων εκθέσεων παγκοσμίως. Θεωρείτε ότι ήταν μια ευτυχής συγκυρία ή ότι βγάζουμε παραπλανητικά συμπεράσματα για την εικόνα της σύγχρονης τέχνης;

– Οι θεατές της Ντοκουμέντα -στους οποίους εστιάσαμε την προσοχή μας- δεν πηγαίνουν στην Μπιενάλε της Βενετίας ή στη Μανιφέστα ή τη Βασιλεία. Στο Κάσελ ήρθαν 750.000 επισκέπτες που δεν είναι απαραίτητα αυτοί που θα αποκαλούσαμε το φανατικό κοινό των εικαστικών. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν έχει και τόση σημασία ο διάλογος της Ντοκουμέντα με άλλες μεγάλες εκθέσεις. Η επιτυχία ή η αποτυχία της δεν έχει να κάνει με τον κόσμο της τέχνης. Ετσι οι επιμελητές της έχουν έναν πολύ σημαντικό βαθμό ελευθερίας επιλογών. Ακόμα και τα έσοδά της εξαρτώνται πολύ από τα εισιτήρια, οπότε πρέπει να λάβει κανείς το κοινό και τις ανάγκες του πολύ σοβαρά υπ’ όψιν του. Πάντοτε όμως η Ντοκουμέντα είχε ένα ρόλο περισσότερο παιδευτικό και πολύ λιγότερο εμπορικό ή εύκολου εντυπωσιασμού.

– Εσείς πώς επιλέγετε τα έργα;

– Είναι σαν να κάνεις επίσκεψη σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Εχεις διαβάσει κριτικές για ένα βιβλίο και σε άλλες περιπτώσεις κάνεις μόνος σου μια ανακάλυψη. Ο επιμελητής πρέπει να φροντίζει να βγει μια ουσιαστική πρόταση από την έκθεση, όχι να τους έχει όλους ευχαριστημένους. Πρέπει να σέβεται την προσωπική του ποιητική, αυτό για το οποίο μάχεται. Οχι να είναι ακριβοδίκαιος συμπεριλαμβάνοντας όλες τις τάσεις.

<Β>Η φόρμα

– Εσείς τι μάθατε από τη διοργάνωση της Ντοκουμέντα;

– Θα σας πω τον όρο «μετανάστευση της φόρμας». Υπάρχουν μυστικές συνδέσεις ανάμεσα σε έργα τέχνης. Ετσι έχει ενδιαφέρον να διαπιστώνεις ότι κάποια έργα που έχουν γίνει σε άλλα μέρη του κόσμου ή σε άλλες εποχές τελικά μπορούν να συνομιλήσουν μεταξύ τους.

– Τελικά, μήπως οι μεγάλες εκθέσεις είναι σούπερ μάρκετ της τέχνης;

– Στα σούπερ μάρκετ, μεγάλες εταιρείες πληρώνουν πολλά χρήματα για να έχουν τα προϊόντα τους στην πλέον προβεβλημένη θέση. Υπάρχουν και τέτοιες εκθέσεις με γκαλερί και συλλέκτες στον ρόλο των μεγάλων εταιρειών, αλλά ευτυχώς η Ντοκουμέντα δεν λειτουργεί έτσι. Στο σούπερ μάρκετ σημασία έχει να ψωνίσεις. Στο Κάσελ δεν θέλαμε να δουν όλοι οι θεατές όλα τα έργα. Πιστεύαμε ότι και μια εικαστική δημιουργία αν έβλεπαν, θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα. Δεν έχει νόημα να τα δεις όλα, σαν ψυχαναγκασμό. Η άποψή μας αυτή ενόχλησε πολλούς δημοσιογράφους που ήρθαν στο Κάσελ και προσπαθούσαν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να τα καλύψουν όλα. Νομίζω ότι απογοητεύτηκαν και ίσως δεν κατάλαβαν και πολλά πράγματα.

– Δεχθήκατε κριτική για τα γεγονός ότι στον υπομνηματισμό των έργων δεν βάλατε εθνικότητα και ηλικία των καλλιτεχνών.

– Γιατί να οδηγήσουμε το κοινό σε κλισαρισμένα συμπεράσματα; Να λένε «Α! Να ένας Αφρικανός καλλιτέχνης» και να μην μπορούν να δουν το έργο χωρίς παρωπίδες. Προτιμήσαμε να κάνουμε έναν κατάλογο σε μέγεθος τσέπης με όλους τους καλλιτέχνες και όταν πραγματικά ενδιαφερόταν ένας επισκέπτης για κάποιον δημιουργό να βρει το λήμμα και να ενημερωθεί. Ολες οι πληροφορίες ήταν στην διάθεση του κοινού αλλά όχι δίπλα στο έργο.

– Σας κατηγόρησαν επίσης ότι δεν συμπεριλάβατε πολλούς διάσημους καλλιτέχνες.

– Δυστυχώς, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι που γράφουν για τα εικαστικά αποφασίζουν να πλοηγηθούν σε μια αχανή έκθεση, κυνηγώντας τα μεγάλα ονόματα και τις μεγάλες γκαλερί. Θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα ευχάριστο δρομολόγιο με σταθμούς έργα του Κουνς, του Ρίχτερ κ.λπ. Αντ’ αυτού αναγκάσαμε το κοινό να βρει τον δρόμο του ανάμεσα από δεκάδες έργα αγνώστων καλλιτεχνών, που μπορεί όμως στη χώρα τους να ήταν διάσημοι. Και αυτό είναι δύσκολο για τους δημοσιογράφους, αλλά μπορεί να είναι συναρπαστικό για το κοινό.

<Β>Στα σκουπίδια

– Ακόμα και στο Κάσελ μια μερίδα του πληθυσμού δεν εκτίμησε ορισμένα έργα τέχνης. Κάποιοι καθαριστές λ.χ. πέταξαν κατά λάθος μια εγκατάσταση στα σκουπίδια. Πώς το σχολιάζετε;

– Φταίνε οι δημοτικές αρχές που δεν είχαν ειδοποιήσει τους καθαριστές. Η Ντοκουμέντα είναι ένα τεράστιο τσίρκο. Από την άλλη πλευρά, όμως, η έκθεση τονώνει εξαιρετικά την οικονομία της πόλης. Να μια διαμάχη απόψεων από αυτές που συναντάμε συχνά στη σύγχρονη τέχνη.

– Τελικά, ο Ισπανός σεφ Φεράν Αντριά, που προσκαλούσε κάθε ημέρα δύο τυχερούς θεατές να φάνε στο εστιατόριό του στη Βαρκελώνη, έκλεψε την παράσταση. Δεν ήταν άδικο γα τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες που δεν ακούστηκε το όνομά τους;

– Δεν μπορούμε να επιβάλουμε στους δημοσιογράφους τι να γράψουν. Εκείνοι αποφάσισαν να το προβάλουν τόσο. Από την άλλη, μια έκθεση σαν την Ντοκουμέντα θέλει τον χρόνο της. Οταν κατακάτσει η σκόνη, τότε θα βγάλουμε και τα συμπεράσματα.

– Ποιος είναι ρόλος ενός σύγχρονου επιμελητή;

– Να μπορεί να διατηρεί το δικό του αυτόνομο όραμα και την ανεξαρτησία του, γνωρίζοντας καλά πώς λειτουργεί η αγορά της τέχνης. Να μπορεί να αναζητά και να εξασφαλίζει οικονομικούς όρους από την αγορά ώστε να κάνει κάτι ουσιαστικό για τον δημόσιο χώρο, χωρίς να υποδουλώνεται σε αυτήν.

<Β>Η εκπαίδευση του κοινού

– Εχετε δώσει μεγάλη έμφαση στην εκπαίδευση του κοινού. Πώς θα μπορούσε αυτή να επιτευχθεί; Πολλές φορές στις μεγάλες εκθέσεις το μυαλό του θεατή συγκρατεί μονάχα 2 – 3 έργα από τα εκατοντάδες.

– Πρέπει να κάνεις την παίδευση μια ελκυστική υπόθεση για το κοινό. Και μόνο το γεγονός ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί θεατές στην Ντοκουμέντα δημιουργεί από μόνο του μια διαφορετική ατμόσφαιρα. Φανταστείτε το είδος της ενέργειας που εκλύεται σε ένα γήπεδο, όταν τόσοι άνθρωποι μοιράζονται τον ίδιο χώρο. Η έννοια της εκπαίδευσης σε τέτοιες εκθέσεις απέχει πολύ από αυτήν που αναζητά ένα μουσείο ή ένα σχολείο. Ουσιαστικά ένας επιμελητής πρέπει να βοηθήσει τους ανθρώπους να διδάξουν τον εαυτό τους και να βγάλουν εκείνοι τα συμπεράσματα. Η δουλειά μας είναι δύσκολη διότι ερχόμαστε όλη την ώρα αντιμέτωποι με ηθικά διλήμματα τέτοιου τύπου. Για εμάς η εκπαίδευση έρχεται μέσα από την αμφισβήτηση των βεβαιοτήτων, τις αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις, την απογοήτευση, την αντίσταση. Ομως μόνο τα καλά έργα θέτουν ενδιαφέροντα ερωτήματα.

<Β>Η Ελλάδα δεν έχει υποδομή

– Πολλοί καλλιτέχνες προσπαθούν να μπουν στο μυαλό του συλλέκτη και του επιμελητή, διότι μόνο έτσι νομίζουν ότι θα καταφέρουν να κάνουν καριέρα.

– Αυτό συμβαίνει συνήθως σε χώρες όπου δεν υπάρχει υποδομή στον τομέα των εικαστικών. Οταν λειτουργεί ένα πλέγμα (καλά κρατικά μουσεία σύγχρονης τέχνης, πολλές γκαλερί, πληθώρα συλλεκτών κ.ά.), οι καλλιτέχνες δεν λειτουργούν έτσι. Οταν όμως όλα τα προαναφερθέντα απουσιάζουν, τότε είναι λογικό να βλέπουν τους συλλέκτες και τους επιμελητές ως τον κύριο παράγοντα για να ανέλθουν. Η Ελλάδα είναι λίγο πολύ σε αυτήν την κατηγορία. Θα προτείναμε στους καλλιτέχνες σε χώρες όπου δεν υπάρχει υποδομή και λειτουργεί μονάχα η αγορά, να συνασπίζονται και να κάνουν πράγματα μαζί. Δουλεύει.

– Πολλοί Ελληνες καλλιτέχνες παραπονιούνται ότι δεν έχουν τη στήριξη να βγάλουν τη δουλειά τους προς τα έξω. Συμφωνείτε;

– Αν οι Ελληνες καλιτέχνες κάνουν έργα που καταφέρνουν να συγκινήσουν το εγχώριο κοινό, τότε η καταξίωση στο εξωτερικό θα έρθει από μόνη της. Μια ζωντανή, πολύμορφη εικαστική σκηνή θα προσελκύσει ανθρώπους από το εξωτερικό. Ολοι θα θέλουν να ανακαλύψουν τι ενδιαφέρον συμβαίνει.