ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο ευπατρίδης διανοούμενος της Δημοκρατίας

Πέρασε ήδη ένας χρόνος από τον θάνατο του διανοούμενου της Δημοκρατίας, του καθηγητή Γεωργίου Κουμάντου. Η έλλειψη της παρουσίας του και του ζωογόνου σπινθηροβόλου πνεύματός του από την καθημερινή ζωή καταδεικνύει, κάθε μέρα και περισσότερο, πόσο σημαντική και απαραίτητη υπήρξε η παρουσία του και αντίστοιχα πόσο μεγάλη υπήρξε η απώλειά του για την ελληνική δημοκρατική Πολιτεία, για την ελληνική κοινωνία και σε τελευταία ανάλυση για το ελληνικό πανεπιστήμιο και για την επιστήμη του Δικαίου. Δυστυχώς, ούτε η ελληνική Πολιτεία -και μάλιστα ούτε ακόμη εκείνη η πολιτική παράταξη, η οποία φαινόταν να δημιουργεί την εντύπωση πως ο Γεώργιος Κουμάντος ανήκε στον κύκλο των φιλίων προς αυτήν προσωπικοτήτων- αλλά ούτε και το ελληνικό πανεπιστήμιο ανταπέδωσαν στον Γεώργιο Κουμάντο όσα του όφειλαν ως επιστήμονα, ως πανεπιστημιακό δάσκαλο, ως νομοδιδάσκαλο, ως πολίτη αυτής της χώρας, ως έναν άνθρωπο-πρότυπο πολιτικού και ακαδημαϊκού ήθους.

Ο Γεώργιος Κουμάντος μπορεί να θεωρηθεί ένας χαρακτηριστικός εκφραστής των ιδεών του μεσαίου χώρου και του σύγχρονου φιλελεύθερου δημοκρατικού κοινωνικού κράτους δικαίου -και μάλιστα, αν και είχε πολλά κοινά σημεία με τη Σοσιαλδημοκρατία των Brandt-Schmidt-Schržder, ιδίως στον βαθμό που εξέφραζε και αυτή την πολιτική του μεσαίου χώρου, δεν αισθανόταν οποιαδήποτε έλξη προς τα πάσης μορφής (πραγματικά ή αυτοαποκαλούμενα) σοσιαλιστικά κινήματα, είτε τα νεόκοπα είτε τα τριτοκοσμικά είτε βέβαια του υπαρκτού σοσιαλισμού- και ταυτόχρονα εκείνος ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, που σε δύσκολες για την Ελλάδα και τη Δημοκρατία εποχές απέδειξε έμπρακτα την εθνική του συνείδηση και το υψηλό ακαδημαϊκό και δημοκρατικό ήθος του. Από πλευράς ιδεολογίας μορφής πολιτεύματος υπήρξε στα πρόσφατα χρόνια ίσως ο πιο γνωστός ιδεολογικός υποστηρικτής της αβασίλευτης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ταυτόχρονα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και πάντοτε ευρωπαϊστής (από τους πρώτους).

Ηταν ένας ευπατρίδης πολίτης και ταυτόχρονα ένας ενεργός μαχητής για τη διάσωση και την πρόοδο του ελληνικού έθνους, την ελευθερία και τη δημοκρατία, τόσο κατά τη ζοφερά περίοδο της Κατοχής όσο και κατά την πρόσφατη καταστροφική για την Ελλάδα και το έθνος δικτατορία των συνταγματαρχών. Είχε έντονη αποστροφή για εκείνους που συνεργάστηκαν με τη δικτατορία -ιδίως για τους εξ αυτών πανεπιστημιακούς καθηγητές ή δικαστικούς λειτουργούς, για τους οποίους πίστευε ότι πρόδωσαν την αποστολή τους, είτε λόγω ελλείψεως δημοκρατικής ευαισθησίας είτε για λόγους αριβισμού ή άλλων ωφελημάτων- ο ίδιος όμως, παρά τη μαχητική του στάση κατά της δικτατορίας, με κανένα τρόπο δεν επεδίωξε να εξαργυρώσει με οποιονδήποτε τρόπο τις αντιστασιακές δάφνες του (απτή απόδειξη και αυτό του ήθους του και της ανωτερότητάς του).

Ενεργός πολίτης

Ηταν ο χαρακτηριστικός τύπος του έντιμου και άδολου διανοούμενου ενεργού πολίτη που δεν σιωπά, που έχει πολιτική άποψη, την οποία με παρρησία διακηρύσσει, ο οποίος όμως δεν έχει πολιτικές ή κομματικές παρωπίδες ή αγκυλώσεις. Για τον λόγο αυτό τιμούσε με τη φιλία του και την εμπιστοσύνη του, προσωπική και επιστημονική, άτομα με διαφορετικές ιδεολογικές/πολιτικές αντιλήψεις από τον ίδιο.

Γοητευτικός ομιλητής και συνομιλητής -με ωραία αίσθηση και του χιούμορ, άλλωστε διακρινόταν και για το πηγαίο χιούμορ του- γοήτευε τους ακροατές του και συνομιλητές του, και ταυτόχρονα άριστος χειριστής και κυρίαρχος του προφορικού και γραπτού λόγου, πεπεισμένος δημοτικιστής ο ίδιος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απέκλειε όσους έγραφαν στην καθαρεύουσα.

Ταυτόχρονα, ήταν ένας πανεπιστημιακός νομοδιδάσκαλος με σπάνια επιστημονική αναγνώριση στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, που χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην ακαδημαϊκή αξιοκρατία, ενέπνευσε χιλιάδες φοιτητές Νομικής με την απλή, γλαφυρή, κατανοητή και ταυτόχρονα μεστή από υψηλά νοήματα ακαδημαϊκή διδασκαλία του. Χωρίς να κάνει φιγούρα και ιδίως αυτοδιαφήμιση φιλοσοφικών προβληματισμών και γνώσεων -φαινόμενο σύνηθες ιδίως τα τελευταία χρόνια- υπήρξε ένας πραγματικά φιλοσοφημένος άνθρωπος και ταυτόχρονα έγκυρος γνώστης των θεμάτων της Δικαιοσύνης και της ανώτατης παιδείας (και για τον λόγο αυτό αποτελεί οπωσδήποτε όνειδος για τα τότε αρμόδια εκλεκτορικά σώματα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τα οποία δεν πρότειναν τον Γεώργιο Κουμάντο να εκλεγεί είτε ως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών είτε ως κοσμήτωρ της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών είτε ως πρόεδρος του τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών).

Ελεύθερη φωνή

Υπήρξε μία χαρακτηριστική επώνυμη ελεύθερη φωνή στην ελληνική κοινωνία και στην ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα των τελευταίων δεκαετιών. Μία ελεύθερη φωνή που καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα ή τα κακώς δρομολογούμενα, χωρίς να φοβάται τους εκάστοτε ισχυρούς είτε της Πολιτείας είτε της κοινωνίας είτε του πανεπιστημιακού χώρου είτε της δημοσιογραφίας.

Ακόμα και όταν διαφωνούσε κανείς με τον Γεώργιο Κουμάντο, ουδείς μπορούσε να αμφισβητήσει ότι επρόκειτο για έναν έντιμο και ευθύ αντίλογο και για μια έντιμη φωνή ενός έντιμου και άδολου αντιρρησία, ο οποίος είχε κριτήριο πάντοτε τις δημοκρατικές αρχές και τη νομιμότητα και παράλληλα ενός άφοβου ανθρώπου, ο οποίος -με σπάνια ευθύτητα λόγου και συνειδήσεως- δεν δίσταζε να θυσιάζει και φιλίες πολιτικές -όπως όταν τη δεκαετία του 1980, θερμός πάντοτε ευρωπαϊστής ο ίδιος, καυτηρίαζε κάποιες τριτοκοσμικές αντιλήψεις και κάποιες αντιευρωπαϊκές αντιλήψεις της τότε κυβερνήσεως και του αντιστοίχου πολιτικού κόμματος από το οποίο προήρχετο η τότε κυβέρνηση- και άλλες -όπως όταν την ίδια τότε εποχή καυτηρίαζε ακραίες ρυθμίσεις του γνωστού νόμου-πλαισίου για τα ΑΕΙ, εμπνευσμένες ιδίως από κάποιους λίγους που απέβλεπαν να γίνουν, και κάποιοι έγιναν, από τη μια μέρα στην άλλη καθηγητές- όταν πίστευε ότι έπρεπε να αντιδράσει και μάλιστα εν γνώσει της πραγματικότητας, πως αυτή η αντίδραση θα του στερούσε την εύνοια, όπως άλλωστε και συνέβη, κάποιων πολιτικών ή πανεπιστημιακών κ.ο.κ. παραγόντων ή ομάδων και επομένως και κάποια πολιτικά, ίσως και πολιτειακά, και πανεπιστημιακά αξιώματα, τα οποία πάντως ο ίδιος όχι μόνο ποτέ δεν επεζήτησε, ούτε βέβαια για τα οποία διανοήθηκε ποτέ να παρακαλέσει, αλλά, με την καλή του όρου έννοια, και «σνόμπαρε», για τα οποία όμως αν είχε επιλεγεί θα ήταν ο πλέον κατάλληλος και ιδανικός εκφραστής.

Ενάσκηση καθηκόντων

Χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ασκούσε τα καθήκοντά του είναι, π.χ., ότι δεν ενεργοποιήθηκε στη μετάκληση στη Νομική Σχολή ενός επιφανούς καθηγητή από άλλο ΑΕΙ (και ταυτόχρονα μιας ιδιαιτέρως σοβαρής προσωπικότητας του πολιτικού χώρου στον οποίο ανήκε και ο καθηγητής αυτός, και τον οποίο ο Κουμάντος εκτιμούσε και ως επιστήμονα και ως πολιτικό και με τον οποίο και προσωπικά συνδεόταν), μόνο και μόνο επειδή πίστευε ότι μια τέτοια μετάκληση θα δημιουργούσε την υποψία πως η Νομική Σχολή για πολιτικούς λόγους (ή για να είναι αρεστή στον αντίστοιχο πολιτικό χώρο, εγγράφοντας τρόπον τινά «προσημείωση») προβαίνει στη μετάκληση.

Για ανάλογους λόγους το ίδιο αρνητικός ήταν και στην εκλογή ενός γνωστού και αναγνωρισμένου επιστήμονα, ο οποίος, όταν ως υποψήφιος για κατάληψη θέσεως στη Νομική Σχολή επισκέφθηκε τον Κουμάντο στη καθιερωμένη acte de prsence, του επισήμανε ταυτόχρονα με κάπως αυτάρεσκο ύφος, ότι και «ο κύριος πρωθυπουργός» ήταν υπέρ της εκλογής του ως καθηγητή στη Νομική Σχολή. Αυτό έφτανε κατά τον Κουμάντο για να μην εκλεγεί.

Οπαδός του μέτρου

Είχε πλήρη αίσθηση του μέτρου και ήξερε να διακρίνει. Αλλωστε και ο ίδιος ενσάρκωνε τον πολίτη του μέτρου, ώστε θα μπορούσε επίσης να χαρακτηρισθεί και ως ένας «προοδευτικός συντηρητικός» ή ως ένας «συντηρητικός προοδευτικός», με την έννοια ότι ήταν πάντοτε, ως οπαδός του μέτρου και του μεσαίου χώρου, κατά των άκρων και των ακροτήτων. Μόνο σε ένα θέμα ήταν απόλυτος και πήγαινε στα άκρα: στο ήθος.

Η αντίδρασή του στον νόμο-πλαίσιο του 1983 οφείλετο σε απόλυτα και ευγενή αξιοκρατικά κίνητρα (κυρίως για κάποιες ακραίες αντιακαδημαϊκές ρυθμίσεις του νόμου αυτού) και όχι σε ιδιοτελή κίνητρα, όπως λ.χ. συνέβαινε (σύμφωνα με τις τότε φήμες) με κάποιους άλλους καθηγητές, που κρυπτόμενοι μάλιστα πολλές φορές πίσω από την ηθική προσωπικότητα και το κύρος του Γεωργίου Κουμάντου αντιδρούσαν στον νόμο-πλαίσιο, εμφανώς ή (οι πιο έξυπνοι) αφανώς, απλά και μόνο για να διαφυλάξουν τα προνόμια του επιστημονικού μονοπωλίου τους και να παρεμποδίσουν τη δημοκρατικότερη δομή (ανάλογα και με ευρωπαϊκά πρότυπα) των ΑΕΙ και την ανανέωση των πανεπιστημίων με νέους επιστήμονες. Και για τον λόγο αυτό, και επειδή ο ίδιος απεχθανόταν τους κόλακες, ο Γεώργιος Κουμάντος δεν παρασύρθηκε από τέτοιου είδους «σειρήνες» -που αφειδώς τότε τον κολάκευαν, που όμως και αυτές ποτέ δεν θα τον εξέλεγαν πρύτανη ούτε με τη νομοθεσία του 1932, γιατί ο Κουμάντος είχε παρρησία λόγου, ήθος και ανεξαρτησία σκέψεως επικίνδυνη για μερικούς, και ιδίως για κάποιας ειδικής κατηγορίας πανεπιστημιακό κατεστημένο- που τον παρακινούσαν να μην εφαρμόσει καθόλου τον νόμο-πλαίσιο, αλλά συνέβαλε με το κύρος του στη λελογισμένη εφαρμογή αυτού, εκεί όπου ο ίδιος πίστευε ότι τούτο υπαγόρευε η ακαδημαϊκή παράδοση και δεοντολογία και η επιστημονική αξιοκρατία. Πίστευε στην αρχή (και την εφάρμοζε απαρεγκλίτως με την πανεπιστημιακή ψήφο του), ότι οι καθηγητές πανεπιστημίων δεν εκλέγονται από τα πολιτικά ή/και κοινωνικά σαλόνια, αλλά με βάση το επιστημονικό τους έργο.

Δεν έσκυψε ποτέ το κεφάλι, ούτε κατά την ενάσκηση των πολλαπλών καθηκόντων του υπέκυπτε ποτέ σε οποιεσδήποτε πιέσεις (πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές) οποιουδήποτε κατεστημένου, και αυτό ακριβώς είναι εκείνο που τον έκανε μοναδικό. Και όπως είναι αυτονόητο, οι μοναδικότητες ούτε επανέρχονται ούτε αντιγράφονται ούτε επαναλαμβάνονται.

Πρότυπο δασκάλου

Ο Γεώργιος Κουμάντος θα μείνει στη μνήμη όλων μας, και πολύ περισσότερο σε όσους είχαν την τιμή να τον γνωρίσουν από κοντά αρχικά ως δάσκαλο και αργότερα ως σεβαστό συνάδελφο, ως το πρότυπο ενός επιφανούς ακαδημαϊκού δασκάλου και μιας σπάνιας προσωπικότητας με μοναδικό ακαδημαϊκό, πολιτικό και δημοκρατικό ήθος, ενώ πολλοί θα έχουν απέναντί του και αισθήματα μεγάλης ευγνωμοσύνης.

Η πολύπλευρη προσφορά του σε πολλούς κλάδους του Δικαίου

Η πολιτική, κοινωνική και επιστημονική προσφορά του Γεωργίου Κουμάντου έχει αφήσει τη σφραγίδα της σε πολλούς κλάδους του Δικαίου· στο συνταγματικό δίκαιο, στο αστικό δίκαιο στο σύνολό του, στο εμπορικό δίκαιο, στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας (άλλωστε ειδικά για τη συμβολή του στον κλάδο αυτό διετέλεσε για δεκαπέντε χρόνια πρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως για την Πνευματική Ιδιοκτησία) κ.ά. Ειδικότερα, από πλευράς αστικού δικαίου, ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επιστημονική προσφορά του στην προαγωγή του οικογενειακού δικαίου, στην αναμόρφωση του οποίου συνέβαλε τόσο ως πρόεδρος ή μέλος νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, όσο και ως πανεπιστημιακός Δάσκαλος με τη διδασκαλία του, αλλά και με τα συγγράμματά του και τις υπόλοιπες μελέτες του. Η Ελλάδα, η Κοινωνία και το Πανεπιστήμιο φτώχυνε από τον θάνατο του Γεωργίου Κουμάντου. Η μνήμη του όμως θα παραμένει ζωντανή και ιδίως θα αναβιώνει, όταν ψάχνουμε για κριτήρια ήθους, όπως αυτά είναι απτά αφενός στο παράδειγμα που ο ίδιος καθημερινά έδινε και αφετέρου στις ακαδημαϊκές και πολιτικές παρακαταθήκες του.

* Ο κ. Νικόλαος Κ. Κλαμαρής είναι καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας στο τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.