ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η «Διήγηση του Αχικάρ» από τη Μεσοποταμία

Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος: «Ακίχαρος – Η «Διήγηση του Αχικάρ στην αρχαία Ελλάδα»». Τόμος Α΄: «Γένεση και αφηγηματικό υλικό», σελ. 334. Τόμος Β΄: «Από τον Δημόκριτο στους Περιπατητικούς», σελ. 425. Εκδόσεις «στιγμή», 2008.

Το πιο συνηθισμένο, όταν ο στρεβλά δασκαλεμένος νους μας επιχειρεί να αναπαραστήσει την ελληνική αρχαιότητα, είναι να σχεδιάζουμε έναν πολιτισμικό τόπο κλειστό, δίχως επαφές με τους γύρω του λαούς, παρεκτός τις πολεμικές, και βέβαια άψογο μέσα σ’ αυτήν την περίκλειστη επικράτειά του και δίχως διαφορές από πόλη σε πόλη, από καθεστώς σε καθεστώς και από εποχή σε εποχή· ένα θαύμα εκτός Ιστορίας… Μπορεί έτσι να διευκολύνονται οι εξιδανικευτικές προθέσεις μας, αλλά δεν υπάρχει τίποτε πιο λανθασμένο και επιστημονικά κούφιο. Δεν υπήρξαν στο κενό οι αρχαίοι Ελληνες, σαν παραγωγοί ενός «θαύματος» που τους δώρισε κατ’ άλλους η Ιστορία και κατά άλλους οι θεοί (εσχάτως, σε βιβλία και σε τηλεοπτικές εκπομπές που η αρχαιοκαπηλική ανοησία τους αμιλλάται τον σοβινιστικό φανατισμό τους, υποδεικνύονται οι «εξωγήινοι αρχαιοέλληνες» σαν γεννήτορες αυτού του «θαύματος»).

Για τις δοσοληψίες τους με τους γείτονές τους, και όχι μόνο τους πιο κοντινούς, έχουμε σαφείς πληροφορίες από την αρχαιότητα, από τον Ηρόδοτο πρώτα πρώτα (έστω και αν κατακρίθηκε αργότερα σαν… μειωμένης εθνικής συνείδησης επειδή προσδιόρισε αμερόληπτα τα δάνεια των Ελλήνων) αλλά και από τον Πλάτωνα, που τόνιζε κι αυτός, με τον δικό του βέβαια τρόπο, τα δάνεια για τα οποία συζητάμε, με την εξής φράση της «Επινομίδας» του: «Ο,τιπερ αν Ελληνες βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τούτο εις τέλος απεργάζονται». Εδώ η σημασία δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην ικανότητα των Ελλήνων να τελειοποιούν ό,τι παραλαμβάνουν από τους βαρβάρους αλλά και σε αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι παραλαμβάνουν – θεούς, ιδέες, τεχνικές, ακόμα και γράμματα της αλφαβήτου.

Η πρώτη σπουδαία προσφορά λοιπόν της μελέτης «Ακίχαρος – Η «Διήγηση του Αχικάρ» στην αρχαία Ελλάδα», την οποία οργάνωσε με υποδειγματική μεθοδικότητα ο φιλόλογος Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος (γεν. στην Αθήνα το 1972) είναι ακριβώς αυτή: ότι θυμίζει και τεκμηριώνει την ανοιχτοσύνη της αρχαίας Ελλάδας, την ιστορικότητά της εντέλει, και γεωγραφεί έναν κόσμο, τον ελληνικό, τον δυτικοασιατικό και τον αιγυπτιακό, που διασχίζεται από ποτάμια και ποταμάκια, όσα σχηματίζονται από την κυκλοφορία των ιδεών, των μυθικών αφηγήσεων, των λογοτεχνικών μοτίβων, των γνωμικών (δίπλα και ταυτόχρονα μ’ αυτήν την κυκλοφορία πρέπει να υποθέσουμε ότι συντελείται και η κυκλοφορία των θεοτήτων, οι οποίες, ώσπου να εκπέσουν στη συλλογική συνείδηση των λαών, προλαβαίνουν να ταξιδέψουν προς κάθε κατεύθυνση, με διάφορα ονόματα και προσωπεία).

Ενας δίτομος χάρτης

Ο χάρτης που παραδίδει ο φιλόπονος μελετητής, αναδιφώντας εκτενέστατη βιβλιογραφία, κρίνοντας, συγκρίνοντας και προτείνοντας τις δικές του πειστικές ερμηνείες, έχει ένα γνώρισμα που δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο σε τέτοιου είδους πραγματείες: παρά τον όγκο των πληροφοριών, των φιλολογικών επεξηγήσεων και των υποσημειώσεων, ο επιστημονικός λόγος διαθέτει αξιοζήλευτη αφηγηματική χάρη. Το δίτομο μεχρι στιγμής έργο (ο τρίτος τόμος του είναι ακόμα στα σκαριά) διαβάζεται σαν ένα πρώτης τάξεως αστυνομικό, φιλολογικό και λογοτεχνικό αστυνομικό, με τον συγγραφέα να λύνει κόμπους, να αποκρυπτογραφεί γρίφους, να επιμένει στην αναζήτηση της ουσίας μιας φαινομενικά αδιάφορης λεπτομέρειας, να συνθέτει το παζλ του με υπομονή και τέχνη.

Ο πυρήνας

Ο πυρήνας γύρω από τον οποίο συντίθεται η αφήγηση, που διατηρεί την καλή ροή της, παρότι διακλαδίζεται για να καταπιαστεί με ποικίλα θέματα, είναι το όνομα Ακιχάρ. Το όνομα ετούτο, για το οποίο λίγα, ελάχιστα θα βρει κανείς ακόμα και στις Ιστορίες της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας, μάλλον δικαιούται να χαρακτηριστεί «γλώσσα» με την έννοια που απέδιδαν από παλιά οι γραμματικοί στις νεκρές λέξεις που χρειάζονται ειδική ερμηνεία για να αναστηθούν νοηματικά. Ο Αχικάρ (ή Ακίχαρος στη συνηθέστερη εξελληνισμένη μορφή του, αφού υπάρχουν και οι εκδοχές Αχαϊκαρος, στον Στράβωνα, Αχιάχαρος και Αχίαρος) είναι ένας σοφός στην αυλή κάποιου Ασσύριου βασιλιά που πέφτει σε δυσμένεια αλλά αποκαθίσταται και βοηθάει τον «κύριό» του σε αγώνα γρίφων κατά του Αιγύπτιου φαραώ. Η «Διήγηση του Αχικάρ», η εξιστόρηση δηλαδή των πνευματικών κατορθωμάτων του σοφού, είναι, όπως σημειώνει ο Ι.Μ. Κωνσταντάκος, «ένα από τα παλαιότερα «διεθνή βιβλία» στην παγκόσμια λογοτεχνία: από νωρίς πέρασε τα σύνορα του τόπου όπου είχε δημιουργηθεί και διαδόθηκε ευρύτατα στην Εγγύς Ανατολή. […] Αργότερα, σε μεσαιωνικά και μεταγενέστερα χειρόγραφα, μέχρι τις απαρχές των νεότερων χρόνων, βρίσκουμε πλήθος παραλλαγών της «Διήγησης» σε πολλές γλώσσες: συριακά, αρμενικά, αραβικά, αιθιοπικά και παλαιά εκκλησιαστικά σλαβικά· στη νεότερη εποχή υπάρχουν επίσης μεταφράσεις ή διασκευές στα παλαιά τουρκικά, στα γεωργιανά, στα ρωσικά, στα σερβοκροατικά και στα ρουμανικά».

Η ταυτότητα του έργου

Αλλά πότε πρωτογράφτηκε η «Διήγηση» και σε ποια γλώσσα, τα ακκαδικά ή τα αραμαϊκά, τη «lingua franca όλου του δυτικοασιατικού κόσμου»; Πότε πρωτομεταφράστηκε στα αρχαία ελληνικά και από ποιον; Και ποια ήταν η «ελληνική πρόσληψή» της, ποια δηλαδή και πόσο βαθιά υπήρξαν τα αποτυπώματά της στον αρχαιοελληνικό λόγο, από την αρχαϊκή εποχή και έως την ενσωμάτωσή της στη «Μυθιστορία του Αισώπου»; Είναι ή δεν είναι η πρώτη μετάφραση ξένου κειμένου στην αρχαιοελληνική γλώσσα, αρκετά πρωιμότερη από τη γνωστή μας μετάφραση της Πεντατεύχου από τους Εβδομήκοντα, που εκπονήθηκε τον 3ο αιώνα π.Χ., πιθανώς στο πρώτο μισό του. Πόση αλήθεια έχει δηλαδή η υπόθεση ότι πρώτος μετέφρασε τη «Διήγηση ο προσωκρατικός φιλόσοφος Δημόκριτος (η υπόθεση αυτή στηρίζεται κυρίως σε «μαρτυρία» του Κλήμεντα του Αλεξανδρέα, ο οποίος πάντως έτσι κι αλλιώς επέμενε στη σαρωτική άποψή του ότι οι σπουδαιότεροι Εληνες είτε ήταν ξενικής καταγωγής είτε είχαν λάβει τις γνώσεις τους από ξένους) ή ότι μεταφράστηκε από τον Περιπατητικό φιλόσοφο Θεόφραστο; Και ποια τα ίχνη της σε ποιήματα του Αρχίλοχου ή στους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη.

Αυτά τα ερωτήματα, και όσα συναφή, έχει να αντιμετωπίσει ο ερευνητής. Και, οδεύοντας προς τις δικές του απαντήσεις, ότι η «Διήγηση» συντάχθηκε στη Ασσυρία τον 7ο ή 6ο αιώνα π.Χ. και ότι η απόδοσή της στα ελληνικά έγινε στον κύκλο των Περιπατητικών, ίσως κατά προτροπή του Θεόφραστου, έχει να αφηγηθεί την ιστορία των χειρογράφων, της εύρεσης και της αποκατάστασής τους, αλλά και την ιστορία της ερμηνείας των χειρογράφων, των ερμηνειών τους μάλλον, αφού σε περιπτώσεις όπως η «Διήγηση του Αχικάρ», και μόνο μιας λέξης η διαφορετική αξιολόγηση οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα που ανεβοκατεβάζουν τόσο την ηλικία του ξένου κειμένου όσο και την ηλικία της εισαγωγής του στον ελληνικό κόσμο.

Αστυνομικό αφήγημα

Γι’ αυτό μίλησα ήδη για φιλολογικό αστυνομικό αφήγημα. Για ένα τερπνό αστυνομικό και ταυτόχρονα διδακτικότατο όσον αφορά το δούναι και λαβείν των λαών και των διανοουμένων τους, αλλά και τα φιλολογικά πάθη των κατοπινών που καλούνται να εξηγήσουν, να αποκαταστήσουν, να αποκαλύψουν την ιστορία κάτω από τους θρύλους, να υπερασπίσουν εκδοχές και απόψεις. Ο χώρος εδώ δεν επιτρέπει εκτενέστερη αναφορά στα ερεθιστικά περιεχόμενα των δύο αψεγάδιαστα φροντισμένων τόμων και στην ακολουθία των σκέψεων του συγγραφέα. Μένω λοιπόν στο συμπέρασμά του ότι ο Περίπατος, με διευθυντή του τον Θεόφραστο (γεννήθηκε περί το 371 π.Χ.), μεταφέροντας στα ελληνικά τη «Διήγηση του Αχικάρ», «πρακτικά εγκαινίασε στην Ελλάδα το μεταφραστικό φαινόμενο, που επρόκειτο να συνεχιστεί κατόπιν στην ελληνιστική εποχή». «Οπως ο Θεόφραστος, ο δάσκαλος του Δημητρίου του Φαληρέα, υποκίνησε τη μετάφραση του «Αχικάρ»» λέει ο μελετητής, έτσι και ο μαθητής του παρουσιάστηκε στον θρύλο των Εβδομήκοντα να προτείνει τη μεταγλώττιση ενός άλλου σημαντικού έργου της Εγγύς Ανατολής», της Πεντατεύχου. Εχουμε λοιπόν μια μετάφραση που δεν έχει σωθεί παρά μόνο μέσα από την απήχησή της και τη μερική ενσωμάτωσή της στη «Μυθιστορία του Αισώπου», πάντως είναι αρχαιότερη από αυτήν που θεωρείται ευρύτερα ως η πρώτη μετάφραση στην οικουμενική ιστορία των γραμμάτων, τη μετάφραση των Εβδομήκοντα δηλαδή.